Monday, July 16, 2018




ΤΟ ΙΕΡΟ ΤΗΣ ΒΡΑΥΡΩΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΟΠΙΟ ΤΗΣ


στην μνήμη του Χαράλαμπου Μπούρα




Με το ιερό της Βραυρώνος και το τοπίο της έχω εδώ και πολλά χρόνια μια παράξενη και υπόγεια σχέση που δεν μπορώ να τη προσδιορίσω με ακρίβεια. Μια έλξη που συνδέεται με το αττικό τοπίο, τον μεταβαλλόμενο αρχαιολογικό χώρο που συχνά αναδύεται μέσα από τα ύδατα, την λατρεία της Αρτέμιδος, τις τελετουργίες και τα ευρήματα στο Μουσείο και κυρίως με τον δάσκαλό μου στην Σχολή Αρχιτεκτονικής Χαράλαμπο Μπούρα. 



Διαβάζοντας προσεκτικά τα κείμενα στον Τιμητικό Τόμο για τον Δημήτρη Φιλιππίδη, ξεχώρισα το κείμενο του Χαράλαμπου Μπούρα που εκπέμπει μια ξεχωριστή αγάπη για αυτό το μνημείο. Ο Χ. Μπούρας γράφει και αναλύει το μνημείο με έναν άμεσο προσωπικό λόγο, που καθιστά το κείμενο ζωντανό και ευχάριστο, ενισχύοντας την τεκμηριωμένη επιστημονική προσέγγιση. Μου θύμισε την εποχή της μεγάλης εκδρομής του δευτέρου έτους της Σχολής Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ το 1972-73, σχεδόν σε όλη την Ελλάδα που μας είχε μαγέψει με τον χειμαρρώδη και συναρπαστικό του λόγο, αναλύοντας την ουσία και τα κύρια χαρακτηριστικά  των αρχαιολογικών χώρων που επισκεφτήκαμε. 


Ο Χ. Μπούρας πραγματοποίησε την  μελέτη  για την αναστήλωση της άρτι ανεσκαμμένης στοάς στο ιερό της Αρτέμιδος Βραυρωνίας, με τα 107 σχέδια, από τον Οκτώβριο του 1960 και κατέθηκε τον Οκτώβριο του 1962. Σύμφωνα με τον Μανόλη Κορρέ «τότε ο Μπούρας, ως Διευθυντής Αναστηλώσεων, βρισκόταν κάθε μέρα στο γραφείο του, στο Υπουργείο Παιδείας, και στην Βραυρώνα πήγαινε για να εργαστεί τα απογεύματα». 

Επέλεξα σήμερα δύο χρόνια μετά τον θάνατό του (27 Ιουλίου 2016) να παρουσιάσω αυτό το κείμενο από τον Τιμητικό Τόμο, τιμώντας την μνήμη του και  δίνοντας την ευκαιρία να απολαύσετε ένα ακόμη ξεχωριστό επιστημονικό του άρθρο.



Xαράλαμπος Mπούρας

Xαράλαμπος Mπούρας

Τό ἱερό τῆς Βραυρῶνος 
καί τό τοπίο της



(Εικονογράφηση Γιώργος Τριανταφύλλου)

        Στήν Βραυρῶνα, τήν μικρή κοιλάδα τῆς ἀνατολικῆς ἀκτῆς, σέ ἕνα τόπο πού κράτησε τό ὄνομά του ἐπί 2500 χρόνια καί τό τοπίο του σχεδόν ἀμετάβλητο ἀπό τήν ἀρχαιότητα, αἰσθανόμαστε ἀκόμα καί σήμερα τήν παρουσία τῆς θεᾶς. Αὐτό, ἄν καί δύσκολα προσεγγίζομε τούς ἀρχαίους θρησκευτικούς συσχετισμούς καί τήν λογική τῆς λατρείας τῶν τότε θεῶν.




Ἡ Ἄρτεμις, ἀδελφή τοῦ Ἀπόλλωνα, ἦταν ἡ θεά τῆς ζωῆς, τῆς κινήσεως καί τοῦ ὑπαίθριου βίου. Ἦταν ἠ ἀθλητική παρθένος πού ἀγαποῦσε τήν ἄγρια φύση, τά τόξα, τά βέλη καί τά θηράματα, πού ταυτιζόταν μέ τήν σελήνη καί τίς μικρασιατικές θεότητες, πού προστάτευε τήν μητρότητα, τήν γυναικεία χειροτεχνία καί τά μικρά παιδιά καί συνδεόταν μέ τούς πανάρχαιους μύθους τῶν Ἑλλήνων καί την ἡρωῒδα τῶν τραγωδιῶν τοῦ Εὐριπίδη1.

Στήν Βραυρῶνα2 ὅλα ἀυτά ἀναγνωρίζονται ἀποσπασματικά χάρη στά φιλολογικά τεκμήρια, τά κατάλοιπα τῆς ἀρχαίας τέχνης καί τῆς ἀρχιτεκτονικῆς καί κυρίως χάρη στό φυσικό περιβάλλον. Ὁ τόπος ἦταν ὁ πιό κατάλληλος γιά τήν λατρεία τῆς Ἄρτεμης3. Τό ὑγρό λειβάδι μέ τήν πλούσια βλάστηση, ἡ πηγή καί τό ρυάκι πρός τόν  Ἐρασῖνο ποταμό, ἕνα χαμηλό ἔξαρμα μέ σπηλιές, τό ὁποῖο εἶχε ὀχυρωθεῖ ὡς ἀκρόπολη καί στό βάθος οἱ κατάφυτοι ἄλλοτε χαμηλοί λόφοι. Περιβάλλον κλειστό καί γαλήνιο, ἀνοικτό μόνον πρός τά ἀνατολικά, πρός ἕνα ὅρμο τοῦ Εὐβοϊκοῦ κόλπου.

Ο αρχαιολογικος χώρος και ο όρμος του Ευβοϊκού κόλπου
αριστερα της εικόνας
       Δέν εἶναι λοιπόν τυχαῖο ὅτι ἐδῶ οἱ ἀρχαϊκοί κάτοικοι τῆς Ἀττικῆς δημιούργησαν ἕνα ἱερό καί καθιέρωσαν ἑορτές γιά νά τιμήσουν τήν θεά ἤδη ἀπό τό τέλος τῆς γεωμετρικῆς ἐποχῆς. Ἡ ἀρχαιολογική ἔρευνα ἔχει ἀποκαλύψει τμῆμα αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ4 καί μεγάλο ἀριθμό ἔργων τέχνης πού ἐπιτρέπουν νά προσεγγίσωμε τόν χαρακτῆρα τῆς λατρείας καί τήν σύνδεσή του μέ τήν ζωή τῶν κατοίκων τῆς Ἀττιικῆς στά χρόνια τῆς ἀκμῆς τῆς Ἀθηναϊκῆς ἡγεμονίας.


       Ἐδῶ ἔρχονταν γιά νά τιμήσουν τήν θεά μέ θυσίες καί προσφορές, κυρίως οἱ  γυναῖκες πού πίστευαν στήν προστασία της κατά τήν γέννηση καί τήν ἀνατροφή τῶν μικρῶν παιδιῶν. Ἰδιαίτερη σημασία εἶχαν οἱ γιορτές, κάθε τέσσερα χρόνια, κατά τίς ὁποῖες γινόταν τελετουργικός χορός πρός τιμήν τῆς θεᾶς ἀπό κορίτσια μεταξύ πέντε καί δέκα ἐτῶν, μέ φορέματα χρώματος κρόκου5, πού ἐμιμοῦνταν ἀρκοῦδες, τό ἱερό ζῶο τῆς Ἄρτεμης.


Τρεις γενιές της οικογένειας του Αριστονίκου και οι δούλοι τους σε πομπή προς την Αρτέμιδα μαζί με τον ταύρο που πρόκειται να θυσιάσουν προς τιμήν της.














Μποροῦμε λοιπόν νά φαντασθοῦμε  τίς ὁμάδες γυναικῶν ἀπό τήν Ἀθήνα καί τούς Δήμους τῆς Ἀττικῆς, μετά ἀπό κοπιαστική πορεία, μέ τά μικρά τους παιδιά νά φθάνουν στήν Βραυρῶνα, ὅπου διανυκτέρευαν μερικές νύκτες γιά νά προσφέρουν τα δῶρα τους καί νά παρακολουθήσουν τίς ἐτήσιες ἤ τίς ἀνά τετραετία γιορτές.
Ἀσφαλῶς τό Ἀρτεμίσιον τῆς Βραυρῶνος διέφερε ἀπό τά ἱερά τῆς κλασικῆς περιόδου στήν Ἑλλάδα. Γιατί εἶχε τήν λειτουργία ἀφ’ ἑνός τῆς ὑποδοχῆς τῶν πιστῶν καί τῆς προσωρινῆς φιλοξενίας τῶν κοριτσιῶν τῶν ἀφιερωμένων στήν θεά καί ἀφ’ ἑτέρου τῆς ἐκθέσεως τῶ δώρων πού προσέφεραν οἱ γυναῖκες κατά τήν ἐπίσκεψή τους στήν Βραυρῶνα.
Ἕνα ψήφισμα τοῦ Δήμου τῶν Ἀθηναίων6, πού βρέθηκε σέ ἐπιγραφή ἐπί τόπου, ἀναφέρεται σέ κτήρια τά ὁποῖα δέν ἔχουν βρεθεῖ, πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι οἱ ἀνασκαφές πού ἔγιναν κατά τό διάστημα 1948-1962 δέν ἔχουν ὁλοκληρωθεῖ καί κατά συνέπεια ἡ γνώση τοῦ ἱεροῦ παραμένει ἀτελής. Ἐκτός ἀπό τόν ναό καί τήν γέφυρα, ἡ ταύτιση τῶν λοιπῶν κτηρίων μέ τά ἀναφερόμενα στήν ἐπιγραφή, εἶναι ὑποθετική. Παραμένουν ἐπίσης ἀνερμήνευτα παλαιότερα θεμέλια κτηρίων7, πού μαρτυροῦν ὅτι τό ἱερό εἶχε διαφορετική διάταξη πρό τῆς ἀνεγέρσεως τῆς στοᾶς8, πού ἔγινε περί τό 420 π.Χ.



Ἡ ἀνασκαφική ἔρευνα ἔχει καταλήξει πάντως σέ ὁρισμένα συμπεράσματα: Ἡ ἀνεγερση τοῦ ναοῦ τῆς Ἄρτεμης ἔγινε κατά τά τέλη τοῦ 6ου9
ἤ τίς ἀρχές τοῦ 5ου αἰ. π.Χ. Ἡ στοά δέν ὁλοκληρώθηκε ποτέ10, δέν καταστράφηκε βιαίως καί δέν εἶχε οἰκοδομικές φάσεις πλήν τῆς ἀρχικῆς, τά σπήλαια, ὅπου ὁ ὑποτιθέμενος τάφος τῆς Ἰφιγένειας, ἔχουν ἀλλάξει μορφή λόγῳ καταρρεύσεων11, τά τελευταῖα εὑρήματα τοῦ ἱεροῦ ἀνάγονται στόν 3ο αἰ. π.Χ. Μετά τήν ἐγκατάλειψη τοῦ συγκροτήματος μεγάλο μέρος τοῦ οἰκοδομικοὺ του ὑλικοῦ λεηλατήθηκε.  
       Ἡ ἀρχιτεκτονική τοῦ ἱεροῦ ἐξυπηρετοῦσε τίς ἀνάγκες τῆς λατρείας, ἀλλά ἦταν καί προσαρμοσμένη στήν μορφή τοῦ ἐδάφους καί τοῦ τοπίου. Ὁ ναός ἐδέσποζε σέ ἕνα μικρό ἔξαρμα, ἐκεῖ ἀκριβῶς πού τό πεδινό ἔδαφος τῆς κοιλάδας συναντοῦσε τήν κλίση τοῦ ὑψώματος τῆς ἀκροπόλεως. Ἡ στοά εἶχε τρεῖς πτέρυγες πού πλαισίωναν ὀρθογώνια πλατεία, ἀνοικτή πρός τά νότια, δηλαδή πρός τόν ναό καί τόν βωμό. Τίς πτέρυγες ἀποτελοῦσαν δωρικοῦ ρυθμοῦ κιονοστοιχίες καί πίσω ἀπό αὐτές δωμάτια διαμονῆς. Στήν ἀνατολική πτέρυγα δέν ὑπῆρχαν δωμάτια, ἀλλά ἡ κιονοστοιχία ἐκτεινόταν (ἤ ἐπρόκειτο νά ἐπεκταθεῖ) μέ δέκα πέντε κίονες σέ μῆκος περισσότερο ἀπό 40 μέτρα.

Ὁ ναός12 ἔχει  δυστυχῶς καταστραφεῖ σέ μεγάλο βαθμό‧ σώζονται στήν θέση τους μόνο τμήματα τοῦ στερεοβάτη καί διάσπαρτα κομμάτια ἀρχιτεκτονικῶν μελῶν. Οἱ διαστάσεις του ἦταν 10,35Χ19,20 μέτρα περίπου, ὁ τύπος του ἁπλοῦς τετρακιόνιος 13 ἤ δικιόνιος ἐν παραστᾶσιν καί ὁ ρυθμός δωρικός. Τό πίσω μέρος τοῦ σηκοῦ χωριζόταν ὡς αὐτοτελής χῶρος, ἀγνώστου προορισμοῦ14, ὅπως καί στούς ναούς τῆς Ἀκροπόλεως. Σέ χαμηλότερη στάθμη, δυτικῶς τοῦ ναοῦ, σώζεται ἡ θεμελίωση μεγάλου κτηρίου 15Χ8,50 μέτρων περίπου, ἐπισης ἀγνώστου προορισμοῦ καί νοτίως, ἀρκετά ψηλότερα, ἐκεῖ πού βρίσκεται τώρα ὁ μεταβυζαντινός ναῒσκος τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὑποθέτουν ὅτι ὑψωνόταν ὁ βωμός τῆς θεᾶς15 ἤ ἕνα ἄλλο κτήριο. Ἔγινε δηλαδή ἀπό τόν ἀρχιτέκτονα πολύ καλή ἀξιοποίηση τῶν μικρῶν ὑψομετρικῶν διαφορῶν τοῦ φυσικοῦ ἐδάφους σέ συνδυασμό μέ τήν γενική λειτουργική διάταξη τοῦ συγκροτήματος.


Η πομπή των μικρών άρκτων Φωτογραφία: 
Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO Πηγή: www.lifo


Μέ ἀφετηρία τήν ἀνεύρεση τμημάτων ἀπό λατρευτικά ἀγάλματα περισσότερα τοῦ ἑνός, ὁ Γ. Δεσπίνης16 ὑποθέτει τήν ὕπαρξη καί ἑνός δευτέρου ναοῦ, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν Παρθενών, ἀναφέρεται στίς ἐπιγραφές καί ἦταν οἶκος τῆς Παρθένου, δηλαδή τῆς Ἄρτεμης. Ἡ ἄποψη αὐτή ὑποστηρίζεται ἀπό τό ὅτι στίς ἴδιες ἐπιγραφές ὁ γνωστός ναός χαρακτηρίζεται «ἀρχαῖος ναός» σέ ἀντιδιαστολή πρός κάποιον νεώτερο,ἴσως τόν Παρθενῶνα. Στήν περίπτωση αὐτή ἡ μόνη κατάλληλη θέση του ἦταν αὐτή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.
         Τό οἰκοδομικό ὑλικό τῆς στοᾶς εἶναι ὁ ἐντόπιος ψαμμίτης, πού εἶχε χρησιμοποιηθεῖ καί γιά τόν ναό. Ἀπό πεντελικό μάρμαρο κατασκευάσθηκαν μόνον τά κιονόκρανα, οἱ ἀκόσμητες μετόπες καί τά κατώφλια τῶν δωματίων. Παρά τήν χρηστική λειτουργία της ἡ στοά εἶχε μνημειακό χαρακτῆρα, μέ πλήρη μορφολογικἠ ἀνάπτυξη τοῦ δωρικοῦ ρυθμοῦ τῶν κλασικῶν χρόνων. Ἀπό τυπολογικῆς πλευρᾶς ἦταν ἕνα ἔργο πρωτοποριακό17.


      Ἡ πλατεία, τήν ὁποία ὁρίζουν οἱ τρεῖς πτέρυγες, δέν δημιουργοῦσε τήν ἐντύπωση κλειστοῦ συγκροτήματος, γιταί οἱ πτέρυγες εἶχαν σχετικῶς μικρό ὕψος, πρός τά νότια ἡ θέα ἦταν ἐλεύθερη καί ἡ πρόσβαση ἀπό τό πρόπυλο πρός τήν κύρια ἀνατολική ὄψη τοῦ ναοῦ γινόταν μέσα ἀπό τήν πλατεία.

Τά δωμάτια διαμονῆς τῶν ἐπισκεπτῶν, ἕξη στήν βόρεια πτέρυγα καί τρία ἤ τέσσερα στήν δυτική, εἶναι τετράγωνα, φωτίζονταν μόνον ἀπό τήν θύρα εἰσόδου καί εἶχαν ὅλα ὅμοια τήν κάτοψη, μέ ἕνδεκα ἀνάκλιντρα περιμετρικά καί μικρά τραπέζια. Πρόκειται γιά τήν τυπική κάτοψη ἀνδρῶνος γιά συμπόσια καί διερωτᾶται κανείς γιατί δέν ὑπῆρξε διαφορετικἠ διάταξη ἄν τό κτήριο προοριζόταν πράγματι για γυναῖκες μέ μικρά παιδιά ἤ γιά τά κορίτσια καί ἄν ὄντως ἡ στοά ταυτίζεται μέ τόν «Παρθενῶνα» πού ἀναφέρει ἡ ἐπιγραφή18.


Ἀρχιτεκτονική ἰδιορρυθμία τοῦ ἐξεταζομένου μνημείου ἀποτελεῖ ἡ «παραστάς», μιά ἐλαχίστου πλάτους στοά, ἡ ὁποία ἀναπτύσσεται πραλλήλως μέ τήν βόρεια πτέρυγα, ἕνα εἶδος στεγάστρου. Μέ λίθινες πλάκες διαμορφώνονται στό ἔδαφος 37 βαθειές ἐγκοπές γιά τήν στήριξη ξυλίνων πινάκων, πάνω στούς ὁποίους γινόταν ἡ ἔκθεση τῶν ἀφιερωμάτων.
Οἱ ἐπιγραφές19 καί πάλι μᾶς κατατοπίζουν γι’ αὐτά. Οἱ γυναῖκες προσέφεραν στήν Ἄρτεμη φορέματα, πολύχρωμα, πολύτιμα, ἄξια νά προσφερθοῦν. Φαίνεται ὅμως ὅτι μαζί ἦταν ἀναρτημένα καί φορέματα γυναικῶν πού πέθαναν κατά τήν γέννηση τῶν παιδιῶν τους20 (κάτι ὄχι σπάνιο κατά τήν ἀρχαιότητα), ὅπως ὑπῆρχαν καί ἄλλα μέ τά ὁποῖα ντύνονταν τά λατρευτικἀ ἀκρόλιθα ἀγάλματα τῆς θεᾶς21. Τά δύο πρόπυλα στήν ἄκρη τῆς παραστάδος καί ἕνα θυρωρεῖο (;) στήν δυτική εἴσοδο δείχνουν τήν ἐπισημότητα τοῦ χώρου, ἄν καί ἀπορεῖ κανείς κατά πόσον τά φορέματα παρέμεναν σέ καλή κατάσταση ὑπό συνθῆκες ἡμιυπαίθρου μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου22. Ἐννοεῖται ὅτι ὑπῆρχαν καί σπουδαιότερα ἀφιερώματα στήν στοά, κυρίως γλυπτά, ξεχωριστά ἔργα τοῦ 4ου αἰ. π.Χ.23.


Η ανεύρεση του αναγλύφου των Θεών. Βραυρώνα, 1958,
φωτογραφία του Νικόλαου Τομπάζη. Πηγή: www.lifo.gr


      Ὅπως σημειώθηκε, τά τελευταῖα χρονολογικῶς εὑρήματα στήν Βραυρῶνα ἀνάγονται στόν 3ο αἰ. π.Χ. Οἱ περιπέτειες τῶν Ἀθηνῶν, τά οἰκονομικά προβλήματα καί ἡ ἀνάπτυξη τῆς λατρείας τῆς Ἄρτεμης  στό Βραυρώνειο τῆς Ἀκροπόλεως τῶν Ἀθηνῶν24 ἔφεραν γρήγορα  τήν παρακμή, τήν διακοπή τῶν ἑορτῶν καί τελικῶς τήν ἐγκατάλειψη τοῦ ἱεροῦ. Τά κτήρια ἐρειπώθηκαν καί τό οἰκοδομικό τους ὑλικό ἔγινε εὔκολη λεία τῶν κατοίκων τῶν πέριξ ἀγροτικῶν οἰκισμῶν. Τέλος ὁ Ἐρασῖνος μέ τίς προσχώσεις του ἦλθε καί ἐκάλυψε ὅλη τήν ἔκταση καί ἡ βλάστηση σκέπασε τήν εὔφορη κοιλάδα.



Ἐπί αἰῶνες τά θηράματα τοῦ ὑγροτόπου ἔφερναν κυνηγούς στήν Βραυρῶνα. Ἴσως μεταξύ τους ἦταν καί ὁ Ἠρώδης Ἀττικός, ὁ ὁποῖος ἔστησε στό ἔρημο καί γαλήνιο φυσικό περιβάλλον ἕνα ἀναμνηστικό μνημεῖο25 γιά τόν ἀγαπημένο του μαθητή τόν Πολυδευκίωνα, μέ τήν παράσταση νεκροδείπνου, στά μέσα τοῦ 2ου αἰ. μ.Χ. Ἕνα ὡραῖο ἔργο κλασικιστικῆς τεχνοτροπίας, ἀλλά ὄχι ἀταίριαστο μέ τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς του καί μέ τό πνεῦμα τοῦ τόπου.

Χ. Μπoύρας
31 Δεκεμβρίου 2013


Ὑποσημειώσεις

1.        Στήν Βραυρῶνα ἔφερε τό ἀρχαῖο ξὀανο τῆς θεᾶς ἡ Ἰφιγένεια φεύγοντας, μέ τήν βοήθεια τοῦ ἀδελφοῦ της Ὀρέστη ἀπό τήν χώρα τῶν ταύρων. Ἐδῶ τιμοῦσαν την Ἰφιγένεια ὡς ἡρωῒδα καί πρώτη ἱέρεια τῆς Ἄρτεμης.
2.        Γενικά γιά τό ἱερό τῆς Βραυρῶνος βλ. J. Travlos, Brauron, Bildlexikon zur Topogrpahie des Antiken Attika, Tübingen, 1988, σ. 55-80, Idem, Τρεῖς ναοί τῆς Ἀρτέμιδος, Αὐλιδίας, Ταυροπόλου, Βραυρωνίας, Neue Forschungen in Griechischen Heiligtümern, Tübingen, 1976, σ. 197-205, Π. Θέμελης, Βραυρών, Ὁδηγός χώρου καί Μουσείου, Ἀθήνα, 1971, Ν. Παπαχατζῆς, Παυσανίου Περιήγησις - Ἀττικά, Ἀθήνα, 1974, σ. 426-435, Α. Ἀντωνίου, Βραυρών. Συμβολή στήν ἱστορία τοῦ ἱεροῦ τῆς Βραυρωνίας Ἀρτέμιδος, Ἀθήνα, 1990, X. Μπούρας, Ἡ ἀναστήλωσις τῆς στοᾶς τῆς Βραυρῶνος, Ἀθῆναι, 1965.
3.        Ἰ. Κοντῆς, Ἄρτεμις Βραυρωνία, Ἀρχ. Δελτίον, 22, 1967, σ. 156-206, L. Kahil, L’ Artemis de Brauron, Rites et mystère, Ant. Kunst, 20, 1977, σ. 86-98.



Iωάννης Παπαδημητρίου 
Πηγή: www.lifo.gr


4.        O ἐπί μέρους ἐτήσιες ἀνακοινώσεις γιά τήν ἀνασκαφή τοῦ ἱεροῦ γίνονταν ἀπό τόν . Παπαδημητρίου στά Πρακτικά τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας  τῶν ετῶν 1948-1959 καί στό Ἔργον τῆς Ἑταιρείας  τῶν ἐτῶν  1954-1962, τίς ὁποῖες παρουσίαζε . Ὀρλάνδος.
5.        Σουῒδα Λεξικόν, Β. Κατσαρός ἐπιμ., Θεσσαλονίκη, 2002, σ. 200.
6.        Ἀ. Ὀρλάνδος, Τό Ἔργον τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, 1961, σ. 24 κ.ἑ., J. RobertL. Robert, REG  LXXV, 1963, σ. 135, Ἰ. Κοντῆς, ὅ.π., σ. 169-170.
7.        Ὅπως ἑνός τοίχου παραλλήλου πρός τό ἀνάλημμα τοῦ ναοῦ, μέ ἀρχαϊκή πολυγωνική τήν θεμελίωση. Χ. Μπούρας, ὅ.π., σ. 9-13, σχέδιο 2.
8.        Χ. Μπούρας, ὅ.π., σ. 149-159.
9.        Μέ βάση τεχνοτροπικές συγκρίσεις τῶν ἀρχιτεκτονικῶν μελῶν πού ἔχουν βρεθεῖ. Ὑπάρχει ἡ ἄποψη ὅτι ὁ ναός καταστράφηκε τό 480 π.Χ. ἀπό τούς Πέρσες καί ἀναστηλώθηκε εὐθύς μετά.
10.     Χ. Μπούρας, ὅ.π., σ. 25, 26.
11.     Ἰ. Κοντῆς, ὅ.π., σ. 163, 166.
12.     Ὁ ναός τῆς Ἄρτεμης ἔχει ἐλάχιστα μελετηθεῖ. Ἕνα σχέδιο κατόψεως τῶν σωζομένων λειψάνων του, τό ὁποῖο ἀναδημοσιεύθηκε ἐπανειλημμένως, ἀνῆκε στόν Δημ. Θεοχάρη. Γιά τόν ναό βλ. Ἰ. Παπαδημητρίου, ΠΑΕ, 1949, σ. 75 κ.ἑ.
13.     Ἡ ἑξακιόνιος κατά τόν E.L. Schwandner, βλ. Die ältere Porostempel der Aphaia auf Aegina, Berlin, 1985, σ. 108  σημ. 131.
14.     Ἴσως ἄδυτον. M.B. Hollinshead, Adyton in three Temples, American Journal of Archaeology, 89, 1985, σ. 419-440.
15.     Ἰ. Κοντῆς, ὅ.π., σ. 205.
16.     Γ. Δεσπίνης, Ἄρτεμις Βραυρωνία, Ἀθήνα, 2010, σ. 22-30 καί 40-44.
17.     Χ. Μπούρας, .π., σ. 160-162, . Κοντῆς, .π., σ. 172, J. Coulton, The Architectural Development of the Greek Stoa, London, 1977, σ. 42, 118, 119, 132, 135, 226-227, R. Martin, Greek Architecture, Milano, 1980, σ. 120.
18.     Ὅπως πίστευε ὁ Ἰ. Παπαδημητρίου (βλ. Ἰ. Κοντῆς. ὅ.π., σ. 170 σημ. 55) καί ὁ Ν. Παπαχατζῆς (ὅ.π., σ. 433). Βλ. καί τήν ἀνωτέρω σημ. 16.
19.     Ὑπάρχουν κατάλογοι γιά τό εἶδος τοῦ ἐνδύματος καί τό ὄνομα αὐτῆς πού τό ἀφιέρωσε. Φαίνεται ὅτι ἐπί τῶν ἐνδυμάτων ὑπῆρχε πάλι τό ὄνομα τῆς ἀφιερώτριας, ὑφαντό ἤ κεντημένο.
20.     Ἰ. Κοντῆς. ὅ.π., σ. 160-162.
21.     Γ. Δεσπίνης, ὅ.π., σ. 16 σημ. 17.
22.     Στούς καταλόγους τῶν ἀφιερωμάτων ἀναφέρεται ἕνα φόρεμα «ράκος». Ὅ.π., σ. 49 σημ. 210.
23.     J. Travlos, ὅ.π., σ. 72, 73, εἰκ. 77-80, Ἰ. Κοντῆς. ὅ.π., πίν. 10-12, 23-26.
24.     Μ. Μπρούσκαρη, Τά μνημεῖα τῆς Ἀκρόπολης, Ἀθήνα, 1996, σ. 90-94. Γ. Δεσπίνης, ὅ.π., σ. 151 κ.ἑ., πίν. 42.
25.     Ἀ. Ὀρλάνδος, Τό Ἔργον τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, 1961, σ. 35, εἰκ. 39.


Πηγές εικόνων


  1. Άγγελος Αρναουτέλης, Ο Αρχαιολογικός χώρος της Βραυρώνας ΑΝΩΘΕΝ - Aerial video by drone Dji Phantom 4 (για να το δείτε κάντε ΚΛΙΚ εδώ)



Monday, July 9, 2018


Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ 
ΤΩΝ ΑΡΧΕΙΩΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 
1984 -2018 

Πρόσωπα και φορείς 
στο διάστημα των 35 ετών

Ερνέστος Τσίλλερ, Παραλλαγή όψεως οικίας Δ.Γουδή επί της οδού Πανεπιστημίου
Ευγενική παραχώρηση από τα  A.N.A.


Με αφορμή το τελευταίο δημοσίευμα για τα Αρχεία Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής, άνοιξε μια σειρά νέων τοποθετήσεων από συναδέλφους σχετικά με το πότε και από ποιους ξεκίνησε για πρώτη φορά στην Ελλάδα η συστηματική επεξεργασία αυτής της υπόθεσης των αρχείων και πως ακριβώς συνεχίστηκε και πέρασε στο Μουσείο Μπενάκη. 



Μέσα μάλιστα από νέα τεκμήρια φαίνεται ότι η υπόθεση των Αρχείων Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής ξεκινά στην Ελλάδα πριν το 1984 (;). 



Επίσης  θα πρέπει να επισημανθεί και η σχετικά πρόσφατη σημαντική πρωτοβουλία των ΔΟΜΩΝ που με το εν εξελίξει ψηφιακό Αρχείο παρέχουν την δυνατότητα εύκολης και τεκμηριωμένης πρόσβασης.
Διαβάστε στην συνέχεια τις νεώτερες τοποθετήσεις:

1.


Η πρώτη τοποθέτηση έγινε από την Ράνια Κλουτσινιώτη που στο email της που μου απέστειλε σημειώνει ότι «η δημιουργία των Αρχείων Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής άρχισε το 1990, όταν ήταν Πρόεδρος του ΣΑΔΑΣ – ΠΕΑ.» 
2. 


Στην συνέχεια ακολούθησε ενημερωτικό email από τον Παναγιώτη Τουρνικιώτη που συμμετείχε στην αρχική επιστημονική επιτροπή και έδωσε αναλυτικές πληροφορίες για την όλη πορεία.

3. 

Παράλληλα ο Δημήτρης και η Σουζάνα Αντωνακάκη μου υπενθύμισαν ότι όπως φαίνεται σε πρακτικό της 1/12/1984 της Ε.Τ.Α. του ΤΕΕ, που βρέθηκε στα χέρια τους, ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε η πρώτη φάση για την συγκρότηση του Αρχείου Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής από την ομάδα εργασίας στο πλαίσιο της Ε.Ε.Σ.Α. (Επιστημονική Επιτροπή Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής) και με συντονιστές τους  Γιώργο Τριανταφύλλου και Ουρανία Στεφανοπούλου-Πλατανιώτη
Ευρισκόμενος εκτός Αθηνών και μακριά από αρχεία μου επιφυλάσσομαι για περισσότερα στοιχεία μόλις επανέλθω. Προς το παρόν παραθέτω στην συνέχεια απόσπασμα από το εν λόγω Πρακτικό με περισσότερα στοιχεία.

4. 

Μου απέστειλαν επίσης και το κείμενο της διάλεξης της Σουζάνας Αντωνακάκη στον ΣΑΔΑΣ τον Μάϊο του 1993 όπου είχε ήδη ξεκινήσει η δημιουργία των Αρχείων Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής από το 1990, με τίτλο: 

ΑΡΧΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ 
ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ 

που παραθέτω στην συνέχεια.


Συνοψίζοντας τα ανωτέρω επιδιώκεται η πιό αναλυτική περιγραφή  με χρονολογική σειρά που αφορά την ιστορική διαδρομή των αρχείων Ελληνικής αρχιτεκτονικής, σε σχέση με το υλικό που έχει παραληφθεί.

Λύσανδρος Καυταντζόγλου, Σκαρίφημα όψης του Πολυτεχνείου, 1865
Ευγενική παραχώρηση από τα  A.N.A.


2. 
1983-84

Μια πραγματικά πρωτοποριακή για τα ελληνικά δεδομένα πρωτοβουλία  ξεκίνησε όταν η Σουζάνα Αντωνακάκη ήταν εκλεγμένη υπεύθυνη του Τμήματος Αρχιτεκτόνων (Ε.Τ.Α) του Τ.Ε.Ε. μαζί με τον Δημήτρη Κονταργύρη, και τον Σωτ. Κουκή. 

Υπό την εποπτεία τους συγκροτείται η Επιστημονική Επιτροπή Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής (Ε.Ε.Σ.Α.) με μέλη τους: Αντωνακάκη Δημήτρη, Στεφανοπούλου Πλατανιώτη Άννυ (επιμελήτρια Ε.Ε.Σ.Α.) και Τριανταφύλλου Γιώργο.

Με συντονιστές τους Γιώργο Τριανταφύλλου και Α. Στεφανοπούλου-Πλατανιώτη, συγκροτείται ομάδα εργασίας με στόχο την συγκρότησης του Αρχείου Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής. Στην ομάδα αυτή συμμετείχαν επίσης και οι Ανδρομάχη Καραλή, Νίκος Μπόγδανος, Ιφιγένεια Σκαμνάκη και .....

Με πολύ λίγα μέσα δουλέψαμε τότε και προβληματιστήκαμε πάνω στο θέμα παραδίδοντας ένα τεύχος της Α΄ Φάσης. 

Το πρακτικό που ακολουθεί αναφέρεται σε αυτή την παράδοση του Τεύχους Ανάλυσης με Καρτέλες, όπου τα μέλη της Ε.Τ.Α. αξιολογούν και προτείνουν: 


ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΠΡΑΚΤΙΚΟ Νο 88
Συνεδρίαση της 1/12/1984

Παρόντες: Σουζάνα Αντωνακάκη, Δημήτρης Κονταργύρης, Σωτ. Κουκής 
Γραμματέας: Ελευθέριος Κουμάνης

Θέμα 1ο 
Ε.Ε.Σ.Α. (Επιστημονική Επιτροπή Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής) και Ο.Ε. (Ομάδας Εργασίας για την συγκρότηση Αρχείου Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής

Στην Συνεδρίαση παρίστανται τα μέλη της Επιτροπής Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής, Αντωνακάκης Δημήτρης, Στεφανοπούλου Πλατανιώτη Άννυ (επιμελήτρια Ε.Ε.Σ.Α.), Τριανταφύλλου Γιώργος. 

Το Ε.Τ.Α. ενημερώνεται από τους παραπάνω συναδέλφους για την εξέλιξη της συγκρότησης του Αρχείου Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής που γέται από δύο ομάδες εργασίας στο πλαίσιο της Ε.Ε.Σ.Α. και με συντονιστές τους συναδέλφους Γιώργο Τριανταφύλλου και Στεφανοπούλου Πλατανιώτη Άννυ.
Στο Ε.Τ.Α. κατατίθεται και το πρώτο μέρος της παραπάνω εργασίας που αποτελείται από τεύχος 58 σελίδων προκαταρκτικής φάσης με κείμενο και υποδείγματα καρτελών τόσο για το Αρχιτεκτονική Έργο όσο και για τα θεωρητικά κείμενα.

Το Ε.Τ.Α. θεωρεί την εργασία πολύ σοβαρή και πρωτότυπη και κρίνει ότι θα πρέπει να προχωρήσει στην ταχεία υλοποίησή της. Το Ε.Τ.Α. επίσης κρίνει ότι η παραπάνω εργασία:
  • Θα πρέπει να προβληθεί σαν παράδειγμα και ως κίνητρο για άλλη ομάδα εργασίας του Τ.Ε.Ε. 
  •  Εκτός από την έγκριση του προϋπολογισμού από το Ε.Τ.Α. οι συνάδελφοι Δ.Κονταργύρης και Σ.Κούκης να προτείνουν στην Διοικούσα Επιτροπή να εκφράσει την ευαρέσκειά της για το παραχθέν έργο.
  • Το Ε.Τ.Α. θεωρεί σκόπιμο μετά από τα παραπάνω να διατεθεί χώρος περίπου 2 σελίδων για τη δημοσίευση της συνημμένης πρόσκλησης και περιληπτικής εισήγησης με τα δείγματα των καρτελών. Παρακαλούμε η δημοσίευση των παραπάνω στοιχείων να γίνει σε συνεννόηση με τον συνάδελφο Γιώργο Τριανταφύλλου.
  • Το Ε.Τ.Α. καταθέτει το τεύχος της προκαταρκτικής φάσης του Αρχείου της Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής στη Διοικούσα Επιτροπή και προτείνει να καταβληθεί το σύμφωνα με το συνημμένο προϋπολογισμό ποσό στους μελετητές.
[...] 

1.
 1990 


Ράνια Κλουτσινιώτη 

H δημιουργία των Αρχείων Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής, σύμφωνα με το email της Ράνιας Κλουτσινιώτη άρχισε το 1990, όταν ήταν Πρόεδρος του ΣΑΔΑΣ – ΠΕΑ, σε συνεργασία με ΣΑΔΑΣ – ΠΕΑ, ΕΜΠ – Τμήμα Αρχιτεκτόνων, Γενική Γραμματεία Έρευνας Τεχνολογίας και με επιστημονική επιτροπή κατά σειράν τους: 
Ουρανία Κλουτσινιώτη, Σοφία Εμμανουηλίδου, Αμαλία Κωτσάκη, Σόνια Χαραλαμπίδου, Παναγιώτη Τουρνικιώτη και Σάββα Τσιλένη. 

Είχε υποβληθεί Τεχνικό Δελτίο στη ΓΓΕΤ και δόθηκε κάποια χρηματοδότηση, με την οποία τυπώθηκαν φάκελλοι και γενικά γραφικό υλικό. Στάλθηκαν επιστολές σε όλους τους συναδέλφους – μέλη του ΣΑΔΑΣ. Και με αυτήν την χρηματοδότηση στάλθηκε ο Παναγιώτης Τουρνικιώτης στα διεθνή αρχεία σύγχρονης αρχιτεκτονικής DO.CO.MO.MO., ως εκπρόσωπος. 

Ή ανταπόκριση ήταν πολύ καλή και σιγά – σιγά άρχισε στο ειδικό γραφείο που είχε διαμορφωθεί στον Σύλλογο, να αρχειοθετείται το υλικό. Γρήγορα όμως φάνηκε πως δεν διέθεταν τις προϋποθέσεις για την ικανοποιητική συντήρησή του. Μετά από συνεννόηση του Νικόλα Φαράκλα, συζύγου της Ράνιας Κλουτσινιώτη με τον πραγματικό φίλο και συνάδελφο του Άγγελο Δεληβορριά, αποφασίστηκε να πάρει το υλικό, να το αναπτύξει και να το ενσωματώσει στις συλλογές του Μπενάκη. 

Η Σόνια Χαραλαμπίδου ανέλαβε ως Πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής στη συνέχεια και η Ράνια Κλουτσινιώτη δεν γνωρίζει πως και πότε το αρχείο πέρασε στην ‘αρμοδιότητα’ της Μάρως Καρδαμίτση-Αδάμη. 

Γεώργιος Παπαδάκης, Αγία Νάπα, Λεμεσός,
Ευγενική παραχώρηση από τα  A.N.A.
3
3.
1990-1995

Κατά τον Παναγιώτη Τουρνικιώτη τα πράγματα είναι λίγο πιο μπερδεμένα. 

Το θέμα του Αρχείου πήρε τη μορφή ερευνητικού προγράμματος σε συνεργασία ΕΜΠ – ΣΑΔΑΣ – ΓΓΕΤ με χρηματοδότηση ΕΜΠ, ΓΓΕΤ, ΤΕΕ και επιστημονικό υπεύθυνο τον Γιάννη Λιάπη. 


Σύμφωνα μάλιστα με το επισυναπτόμενο εξώφυλλο ενός τόμου με 205 καρτέλες σε οριζόντιο σχήμα, που εκδόθηκαν το 1993 μετά από δύο χρόνια συστηματικής δουλειάς: 

Η ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΟΜΑΔΑ αποτελείτο από τους 
Γιάννης Λιάπης, Σοφία Εμμανουηλίδου Ουρανία Κλουτσινιώτη, Αναστασία Πεχλιβανίδου – Λιακατά, Παναγιώτης Τουρνικιώτης και Σόνια Χαραλαμπίδου – Διβάνη, 

Με ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ τους 
Ιωάννα Καρανή, Νάντια Κούλα, Αμαλία Κωτσάκη και Κωστής Περράκης 

Ακολούθησε υποβολή πρότασης για συνέχιση του προγράμματος για άλλα δύο χρόνια, με επιστημονικό υπεύθυνο τον Διονύση Ζήβα, λόγω θανάτου του Λιάπη. 

Εγκρίθηκε από τη ΓΓΕΤ, και το ΤΕΕ κατέβαλε τα χρήματα στο ΕΜΠ, και τότε περίπου ανέλαβε γενικός γραμματέας της ΓΓΕΤ ο Νίκος Χριστοδουλάκης, ο οποίος ακύρωσε το εγκεκριμένο πρόγραμμα. Το ΕΜΠ αναγκάστηκε να επιστρέψει τα χρήματα στο ΤΕΕ και έτσι διεκόπη άδοξα η αρχική προσπάθεια πιθανότατα το 1994. 
Τότε ανακινήθηκε το ενδιαφέρον και πάλι από το ΕΜΠ, αλλά και τον ΣΑΔΑΣ, για άλλες κατευθύνσεις που απέδωσαν την ίδρυση του Αρχείου και μετέπειτα Αρχείων Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής του Μουσείου Μπενάκη, που είχαν αρκετά διαφορετικό και ευρύτερο στόχο από την αρχική πρωτοβουλία. Ο Άγγελος Δεληβορριάς ήταν προφανώς το κλειδί της αποδοχής από το Μπενάκη. 



Τα μέλη της πρώτης επιστημονικής επιτροπής ήταν κυρίως καθηγητές του ΕΜΠ. Η ιδρυτική ομάδα, αποτελείτο από τον Χαράλαμπο Μπούρα, τον Μάνο Μπίρη, την Τεα Παπανικολάου- Κρίστενσεν, την Μάρω Καρδαμίτση Αδάμη, τον Στάθη Φινόπουλο  και τον Άγγελο Δεληβορριά, αυτόν τον μοναδικό άνθρωπο που κατάλαβε αμέσως την χρησιμότητά τους και στάθηκε δίπλα αρωγός και συνεργάτης. 

Τα τελευταία 10 χρόνια στην Επιτροπή έχουν ενταχθεί ο Δημήτρης Φιλιππίδης, o Γιώργος Πανέτσος, η Αλέκα Καραδήμου- Γερολύμπου και ο Παναγιώτης Τουρνικιώτης. Η Επιτροπή έχει να συγκληθεί περίπου 4 χρόνια. 


4. 
ΜΑΪΟΣ 1993

Η ΔΙΑΛΕΞΗ ΤΗΣ ΣΟΥΖΑΝΑΣ ΑΝΤΩΝΑΚΑΚΗ

Σουζάνα Αντωνακάκη

Η Σουζάνα Αντωνακάκη τον Μάϊο του 1993, όσο προχωρεί η πρωτοβουλία του ΣΑΔΑΣ για την συγκρότηση του Αρχείου Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής, δίνει διάλεξη στον ΣΑΔΑΣ με τίτλο: 
ΑΡΧΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ / ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ 

Στην διάλεξη αυτή αναφέρεται στην αντίστοιχη προηγούμενη πρωτοβουλία της Επιστημονικής Επιτροπής Σύγχρονής Αρχιτεκτονικής και του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του ΤΕΕ, για την συγκρότηση των Αρχείων Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής μέσα από μια ενδιαφέρουσα θεωρητική προσέγγιση για την αρχιτεκτονική και την μνήμη. Σχολίασε το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιήθηκε ουσιαστικά αυτή η προηγούμενη εμπειρία. 

Έχοντας μάλιστα επισκεφτεί τότε το αρχείο της Αρχιτεκτονικής στο Ε.Τ.Η. στη Ζυρίχη, συνειδητοποίησε όχι μόνο τις ειδικές απαιτήσεις οργάνωσης του συγκεκριμένου αρχείου, αλλά και την ιδιαίτερη ανάγκη της ακτινοβολίας του κλίματος εμπιστοσύνης και αντικειμενικότητας που απαιτεί το εγχείρημα αυτό. Αναφέρεται στις προϋποθέσεις που αποτελούν και τους άξονες του προβληματισμού για ένα Αρχείο Αρχιτεκτονικής και καταγράφει σε ποιους θα πρέπει να απευθύνεται και ποιους θα εξυπηρετεί. 

Διαβάστε στην συνέχεια όλη την ενδιαφέρουσα διάλεξη που εξακολουθεί να είναι επίκαιρη:



ΑΡΧΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ 

ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ 


Σουζάνα Αντωνακάκη 

Μάιος 1993 



Για τους αρχιτέκτονες η καταχώρηση του έργου τους στο Αρχείο Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής αποτελεί ένα γεγονός μεγάλης σημασίας. Το κάθε έργο καθρεφτίζεται 


έτσι μέσα στα έργα των άλλων, οι οποίοι στον ίδιο τόπο σε ανάλογες συνθήκες δηλώνουν την ξεχωριστή παρουσία τους. Η ιδιαιτερότητα ενός έργου πραγματώνεται όταν ενταχτεί σε ένα σύνολο και όταν γίνεται ορατή η σχέση του με τα αντίστοιχα έργα της εποχής που τα γέννησαν, όταν δηλαδή το έργο «Κοινωνικοποιεί» την ιδιαιτερότητά του, για να παραφράσουμε την Agnes Heller και να προσδώσουμε στο αρχιτεκτονικό έργο χαρακτηριστικά ζωντανού όντος. 

Όμως το ερώτημα είναι: τι θέλουμε και τι πρέπει να περιέχει αυτό το αρχείο; Και επειδή οι ερωτήσεις δουλεύουν για την κατασκευή μιας πορείας, μιας «οδού» (Heidegger), ας πυκνώσουν οι ερωτήσεις γύρω από την αρχή: την αφορμή και την αιτία που βρίσκεται στη βάση της δημιουργίας του αρχείου Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής. Ίσως έτσι οδηγηθούμε και σε τεχνικές οι οποίες αποκαλύπτουν τις πραγματικές ανάγκες της αρχιτεκτονικής. 

Η αρχιτεκτονική οφείλει να θυμάται γιατί είναι η περισσότερο εξαρτημένη τέχνη, η μνήμη φωλιάζει μέσα στο χρόνο και ο χρόνος είναι ένα πρωταρχικό υλικό της αρχιτεκτονικής. Η αρχιτεκτονική χτίζει με τον «άλλο» και για τον «άλλο», είναι καθοριστική για το αρχιτεκτονικό έργο, η παρουσία του γείτονα, του χρηματοδότη, του εργολάβου, του οικοδόμου όπως και η παρουσία της ιστορίας, της κάθε ιστορίας, όπως της απλής ιστορίας της καθημερινής ζωής, καθώς και της εγγύτερης χτισμένης ιστορίας της γειτονιάς και της πόλης. Κι ακόμα, παρούσα είναι η μνήμη της κάθε αρχιτεκτονικής που προηγήθηκε ή που προτείνεται τη στιγμή του σχεδιασμού του έργου σε παγκόσμια κλίμακα. 

Ο Flaubert γράφει γι’ αυτό αναφερόμενος στη λογοτεχνία: «Όταν θα έχεις αποκτήσει τις βασικές σου γνώσεις για την ιδιαιτερότητα του τόπου σου, άφησε τα βιβλία κι άρχισε τη σύνθεση, ας μην χανόμαστε στην αρχαιολογία που είναι, καθώς πιστεύω, γενική και ολέθρια στάση της γενιάς που έρχεται». 

Η αρχιτεκτονική θα πρέπει, για να ανθίσει, να διαχειρίζεται με έναν παράξενο τρόπο τη μνήμη. Η αρχιτεκτονική έχει μια σχέση με τη μνήμη που μοιάζει λίγο με τη σχέση του έρωτα και της γνώσης, έτσι όπως την περιγράφει η Διοτίμα στο Σωκράτη, στο Συμπόσιο του Πλάτωνα. Η αρχιτεκτονική με την παράδοση με τη γνώση του παρελθόντος, θα πρέπει όπως και ο Έρωτας, να βρίσκεται ανάμεσα στη γνώση και στην άγνοια, ανάμεσα στον Πλούτο της γνώσης και στην Πενία της άγνοιας. 

Έτσι, ανάμεσα στη λήθη και την αλήθεια, επιλέγοντας με λόγο την ενάργεια ή την απώλεια της μνήμης, κινείται συχνά η αρχιτεκτονική για να είναι δυνατό να καταλύσει όταν χρειάζεται τα στερεότυπα και να αποκαταστήσει μια σχέση ιδιόμορφη ανάμεσα στη δέσμευση και την ελευθερία σε σχέση με την παράδοση και την ιστορία. Η μνήμη για την αρχιτεκτονική πράξη για τη συνθετική διαδικασία ,θα πρέπει -για να παραφράσω τον ποιητή- να μη λειτουργεί ως «άγκυρα», αλλά ως «κατάρτι» : ως πρόκληση για ταξίδια για εξερεύνηση και περιπέτειες . 

Όμως, το αρχείο της Αρχιτεκτονικής που δεν σχεδιάζει και δεν χτίζει τον χρόνο, αλλά τον συγκρατεί, θα πρέπει να έχει άμεση, διαρκή και άρρηκτη σχέση με τη μνήμη. Γιατί αυτό που μας χρειάζεται πριν απ’ όλα και που θα πρέπει να είναι η κύρια φροντίδα εκείνων που θα αναλάβουν το Αρχείο Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής είναι η ενεργοποίηση της μνήμης. 

Γι’ αυτό, επιτρέψτε μου μόνο ν’ αναφέρω χωρίς να επιθυμώ καμιά συνέχεια, ιδιαίτερα σήμερα, επάνω σ’ αυτό το θέμα ένα εκπληκτικό γεγονός. Στην αρχή της δημιουργίας του αρχείου της Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής, σημειώθηκε ένα κενό μνήμης που δεν δικαιολογείται με όλες τις γνωστές δυσκολίες που έχει το ξεκίνημα ενός τόσο δύσκολου εγχειρήματος. 

Αναφέρομαι στην παρόμοια πρωτοβουλία της Επιτροπής Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής και του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του Τ.Ε.Ε., όπου με πολύ λίγα μέσα οι αρχιτέκτονες της Επιτροπής δούλεψαν και προβληματίστηκαν πάνω στο θέμα –εμπειρία πολύτιμη που δεν θα έπρεπε να πάει χαμένη κατά την άποψή μου. Εμπειρία που δεν πρέπει να συνδέεται με τους φορείς, αλλά μόνο με το χρέος μας προς την αρχιτεκτονική. Ο Δημήτρης Αντωνακάκης αναφέρθηκε στο θέμα αυτό και στις λεπτομέρειές του σε επιστολή του που δημοσιεύτηκε στο δελτίο του ΣΑΔΑΣ 

Δεν θα ήθελα σ’ αυτήν τη συγκέντρωση να δώσω συνέχεια στο γεγονός ότι δεν χρησιμοποιήθηκε ουσιαστικά αυτή η εμπειρία, απλώς θεωρώ χρέος μου να το αναφέρω και σαν ενδεικτικό παράδειγμα για την ιδιαίτερη απαίτηση για ενεργό μνήμη στις καταγραφές του Αρχείου Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής. 


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ 
ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΤΙΣΜΑ

Δεν είναι δυνατόν να μιλάμε γι’ αυτό το θέμα, δηλαδή της καταχώρησης της αρχιτεκτονικής στο Αρχείο και να μην αναφερθούμε στη σχέση του κτηρίου και του βιβλίου, όπου το «βιβλίο» θα μπορούσε να είναι κάθε λόγος που αναφέρεται στο κτήριο και στο σχέδιο. Ο παράλληλος αυτός λόγος έχει διευρυνθεί στις μέρες μας (φωτογραφία, video, slides κλπ). 

Πρόκειται για τον χώρο που χτίζεται με τείχη με πλήρη και κενά από τη μια, και για το χρόνο που ιστορείται με γραπτά ή σχέδια ή άλλα υποκατάστατα του κτίσματος από την άλλη. Μήπως, όμως, μιλάμε για τις δύο όψεις του ίδιου προσώπου, για τις δύο όψεις της μνήμης; Το απόφθεγμα του Victor Hugo ότι «το βιβλίο θα σκοτώσει το κτήριο» είναι πάλι επίκαιρο και παίρνει άλλες διαστάσεις αν σκεφτεί κανείς τις δυνατότητες που έχουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τις παρανοήσεις και διαστρεβλώσεις που οφείλονται σ’ ένα βαθμό στην ταχύτητα της πληροφόρησης. 

Ας μην είμαστε τόσο απαισιόδοξοι, αλλά ας παραδεχτούμε μια σχέση ιδιαίτερα δύσκολη ανάμεσα στο κτήριο και στο «βιβλίο», η παραδοχή αυτή οδηγεί αυτούς που διαχειρίζονται και προβάλουν αυτήν τη σχέση στην επαγρύπνηση και σε μια ειδική στάση απέναντι στο αντικείμενο της δουλειάς τους. Όπως είπε και ο Lyotard αυτό που βρίσκεται στο βάθος κάθε τέχνης δεν είναι η αναπαράσταση (representation), αλλά η παράσταση (presentation) και στην αρχιτεκτονική η παράσταση παίζεται μέσα στον χτισμένο χώρο. 


Ο Μπόρχες στο βιβλίο του Οι μεταμορφώσεις της χελώνας, στο κείμενό του «Το τείχος και τα βιβλία» σκέφτεται μ’ έναν συναρπαστικό τρόπο πάνω στο ίδιο θέμα. Αναρωτιέται, δηλαδή, αν είναι τυχαίο που ο Κινέζος αυτοκράτορας Σιχ Χουάγκ Τι είναι το ίδιο πρόσωπο που διέταξε να κτιστεί το Σινικό Τείχος και να καούν τα βιβλία που είχαν γραφτεί πριν απ’ αυτόν. Έτσι, γράφει ο Μπόρχες το κάψιμο των βιβλίων και το χτίσιμο του τείχους μπορεί να είναι πράξεις που κατά κάποιο τρόπο αλληλοακυρώνονται. 

Δύο είναι, νομίζω, οι προϋποθέσεις που αποτελούν και τους άξονες του προβληματισμού: 

1. Το αρχείο είναι μέσο, είναι εργαλείο, όχι σκοπός, αυτό σημαίνει μια ιδιαίτερη στάση στις αποφάσεις σε κάθε βήμα προς την πραγμάτωση του. 

2. Το αρχείο αρχιτεκτονικής συλλέγει αναπαραστάσεις κτηρίων και όχι άλλα αντίστοιχα αρχεία, τα ίδια τα αντικείμενα –δηλαδή τα κτήρια. Αυτή η σμίκρυνση της πραγματικότητας έχει εγγενείς δυσκολίες και προϋποθέτει κάποιες παραδοχές τόσο στις πρώτες επιλογές όσο ιδιαίτερα αργότερα στην επεξεργασία των δεδομένων. 

Τα ερωτήματα που τίθενται αμέσως είναι: 

Αυτό το εργαλείο που ονομάζουμε Αρχείο Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής σε ποιους θα απευθύνεται και ποιους θα εξυπηρετεί: 

-τους κριτικούς της αρχιτεκτονικής; 
-τους αρχιτέκτονες; 
-τους σπουδαστές και τους διδάσκοντες; 
-τους ερευνητές γενικότερα; 
-τους νομοθέτες, τους προγραμματιστές, την Πολιτεία; 
-Τι υλικό επιλέγει για καταχώρηση; 
-Πώς το επιλέγει και πώς το καταχωρεί; 
-Και το πιο σημαντικό, ποιους χώρους και ποιες τεχνικές χρησιμοποιεί; 

Για ποιο λόγο, άραγε, δημιουργήθηκε η ανάγκη και μπήκε σε εφαρμογή το Αρχείο της Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής; Δεν είναι τυχαίο ότι από πολλές μεριές είχε εκφραστεί η ανάγκη δημιουργίας που κάποιοι μάλιστα, όπως αργότερα θα αναφέρω, είχαν θέσει σε εφαρμογή τις πρώτες προτάσεις. 

Αυτά τα ερωτήματα θα απασχόλησαν φυσικά την αρμόδια επιτροπή και είναι προφανές ότι οι απαντήσεις δεν είναι πάντα τόσο απλές και δεν εξαρτώνται μόνο από τις προθέσεις, αλλά σε ένα μεγάλο βαθμό από τις δυνατότητες που προσφέρονται. 

Η επίσκεψή μας πριν από χρόνια στο αρχείο της Αρχιτεκτονικής στο Ε.Τ.Η. στη Ζυρίχη, με έκανε να συνειδητοποιήσω όχι μόνο τις ειδικές απαιτήσεις οργάνωσης του συγκεκριμένου αρχείου, αλλά και την ιδιαίτερη ανάγκη της ακτινοβολίας του κλίματος εμπιστοσύνης και αντικειμενικότητας που απαιτεί το εγχείρημα αυτό. 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό το χαρακτηριστικό δημιούργησε τις προϋποθέσεις ώστε στο αρχείο του Ε.Τ.Η. να παραδίνονται πολύτιμα αρχεία αρχιτεκτόνων από άλλες χώρες της Ευρώπης. 

Όπως όλοι γνωρίζουμε η αρχιτεκτονική, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, είναι μια δραστηριότητα που χαρακτηρίζεται από την αποσπασματικότητα τόσο στα προγράμματα όσο και στις εφαρμογές. Το κάθε έργο απαιτεί χρόνο και υπομονή. Ανάμεσα στο σχέδιο και στην πραγματοποίηση: αντιξοότητες, περιπέτειες, απογοητεύσεις. Η αρχιτεκτονική απαιτεί τεράστια αποθέματα θέλησης, γιατί όπως γράφει ο Νίτσε «Η αρχιτεκτονική δεν αντιπροσωπεύει ούτε μια διονυσιακή ούτε μια απολλώνια κατάσταση, είναι δέσμια της εξουσίας, της κάθε εξουσίας και γι’ αυτό απαιτεί τη θέληση που κινεί βουνά, τη φρενίτιδα της μεγάλης θέλησης» (Νίτσε, Το λυκόφως των ειδώλων, σ. 64, εκδ. Θεσ/κης). Στην Ελλάδα χρειάζεται η δύναμη που μετακινεί βουνά για να κινήσεις ένα πετραδάκι. 

Μέσα στην κατακερματισμένη πραγματικότητα της εποχής μας, η οποία είναι ιδιαίτερα έντονη στον Ελληνικό χώρο, το Αρχείο Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής ίσως με μια κατάλληλη προβολή διαθέτει τις δυνατότητες να παίξει ένα ρόλο συνοχής και επαγρύπνησης της αρχιτεκτονικής μνήμης 

Έργο, λοιπόν, του Αρχείου Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής θα πρέπει να είναι, νομίζω, και η παρακολούθηση όχι μόνο η καταγραφή των έργων του Δημοσίου –πόσες καρτέλες άραγε θα μείνουν ανοιχτές από τη μελέτη ως την εφαρμογή και με ποια σχέδια και ποιες διαδικασίες πραγματοποιείται αυτή η εφαρμογή; 

Είναι ενδιαφέρον να σκεφτεί κανείς, όχι μόνο πάνω στις μεθόδους και στα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν σήμερα στην ανάγκη συστηματικής καταχώρισης της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής, κι αν θα πρέπει να σκεφτούμε λίγο πάνω σ’ αυτά τα αίτια δεν είναι για να αμφισβητήσουμε την επιτακτική ανάγκη της δημιουργίας του αρχείου, αλλά για να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό που ενδιαφέρει στο τέλος, σε μια εποχή όπου η πληροφορία μας κατακλύζει, δεν είναι η συσσώρευση πληροφοριών, αλλά η σωστή κατεύθυνση της πληροφόρησης. 

Η πληροφόρηση εργαλείο και όχι αυτοσκοπός, εργαλείο για τη μάθηση. 

Ο Lyotard είπε ότι στόχος μας σήμερα δεν θα πρέπει να είναι η information (συσσώρευση πληροφοριών), αλλά η formation (δηλαδή η μόρφωση, η εκπαιδευτική διαδικασία την οποία η πληροφορία απλώς εξυπηρετεί). 

Θα μπορούσε κανείς ν’ αναφερθεί σε πολλά επίπεδα στο Αρχείο Αρχιτεκτονικής, θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι στο χώρο του αρχείου, όπου πανεπιστημιακοί και αρχιτέκτονες συνομιλούν, ίσως να υπάρξει κάποια ελπίδα για επαγρύπνηση σε θέματα καθοριστικά για το περιβάλλον και τις πόλεις μας. 

Για παράδειγμα αναφέρομαι στους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς, προγράμματα, κριτικές επιτροπές, κρίσεις, αποτελέσματα. Και μετά η επαγρύπνηση για την πορεία του κάθε διαγωνισμού μετατροπές στο πρόγραμμα, συνοπτική παρουσίαση μελέτης εφαρμογής και ολοκλήρωσης του έργου, αν το έργο υλοποιηθεί. Έχω την εντύπωση ότι θα έχουμε πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία από τη συλλογή αυτού του υλικού. Και θέματα συναρπαστικά για ερευνητικά προγράμματα. 

Μια και μιλώ για ερευνητικά προγράμματα –κι αυτά θα πρέπει να καταγραφούν έτσι θα γίνεται σ’ ένα βαθμό γνωστό και στους μη πανεπιστημιακούς ποιον τομέα της έρευνας εξυπηρετούν. Και να πρόκειται για πραγματικά ερευνητικά προγράμματα να αντλήσουν από τα συμπεράσματά τους γνώση κι εμπειρία. 

Άλλος τομέας είναι τα κτήρια που λόγω του «επείγοντος» προκηρύσσονται με μελετοκατασκευή. Γνωρίζω ένα τέτοιο πανεπιστημιακό κτήριο στο Ρέθυμνο, το ονόμασαν «ταχύρρυθμο» το 1984 και έκτοτε δεν έχει απ’ όσο γνωρίζω ακόμη τελειώσει. Ποιος φορέας θα καταγράψει επιτέλους την τύχη όλων αυτών των ανοικτών γιαπιών ή των άγονων προκηρύξεων. Και δεν μιλώ μόνο για την Αθήνα, στην επαρχία υπάρχουν πολλές τέτοιες περιπτώσεις που η καταγραφή τους και μόνο δίνει την έκταση του προβληματισμού. Πώς θα είναι δυνατόν, αλλιώς, χωρίς ακριβή στοιχεία να αναζητήσει ο Σύλλογος πχ κάποιες υπευθυνότητες για την κακή διαχείριση του χρόνου και του χρήματος στα δημόσια έργα; 

Θα μου πείτε αυτό είναι δουλειά του Αρχείου της Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής; Νομίζω πως η σχέση του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων και της Αρχιτεκτονικής Σχολής είναι η μεγάλη ευκαιρία για σύνδεση της θεωρητικής σκέψης και της καθημερινής πράξης 

Και εμείς με τη σειρά μας, λοιπόν, διαπιστώνουμε πέρα από τα όσα γράφει ο Μπόρχες για τη σχέση κειμένου ή καλύτερα γραφής της κάθε γραφής και της κτισμένης πραγματικότητας, τον δραματικό ρόλο της εξουσίας πάνω σ’ αυτήν τη σχέση. Σχέσεις που παραμορφώνονται και αλλοιώνονται από τις σκοπιμότητες και τη δύναμη της εξουσίας. Σχέσεις δραματικές επιθυμίας, ανασφάλειας, φόβου, ανταγωνισμού, τελικά σχέσεις απελπισίας. Σχέσεις δύσκολες κι εύθραυστες: τα τείχη χωρίς ιστορία ή η ιστορία χωρίς τείχη. Το δίλλημα το έλυσε με αυταρχισμό ο αυτοκράτορας Σιχ Χουάγκ Τι. 

Όταν το ύφος και το ήθος του κειμένου ή του κτίσματος διαβρώνονται από εξουσιαστικές δυνάμεις, τότε ο χρόνος αιχμαλωτίζεται και ο χώρος μεταμορφώνεται σε τείχος θανάτου. Είναι το τέλος: «Η σκληρή κατάργηση της ιστορίας» κι αν σκεφτεί κανείς ότι το τείχος, τα κάθε τείχος στο χώρο, και η φωτιά στο χρόνο δεν ήταν, κατά τον Μπόρχες, παρά «φράγματα μαγικά, που σκόπευαν στην παρεμπόδιση και την προφύλαξη από το θάνατο…». Τελειώνοντας μ’ αυτήν τη μικρή ιστορία θέλησα να τονίσω τις περιοχές που θα όφειλε να συμφιλιώσει το Αρχείο Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής: το κείμενο και το κτίσμα. Θα έπρεπε να επαγρυπνήσει ώστε ν’ αποφεύγει τις δυνάμεις της εξουσίας να προσβάλλουν αυτή τη σχέση. Λόγος αυταρχικός και κτίσματα εξουσιαστικά, δύο δρόμοι που οδηγούν στην απόλυτη μοναξιά. 

Ένα έργο που συλλέγει και διαχειρίζεται με λόγο τις πληροφορίες, οδηγεί κατευθείαν στον πολιτισμό. Γιατί ο χρόνο χτίζεται και ιστορείται με τον λόγο. Η μνήμη χρειάζεται και τα κείμενα και τα τείχη για να «συγκρατηθεί». Ας ελπίσουμε ότι το Αρχείο Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής με τις ψηφίδες της μνήμης που θα επιλέξει θα φτιάξει το παζλ που λέγεται νεοελληνική αρχιτεκτονική, αρκεί να συνειδητοποιηθεί από την αρχή πόσο δύσκολο είναι να εξημερωθεί και να ελευθερωθεί ο χρόνος ο παρελθών, ο παρών και μέλλων 


Σας ευχαριστώ 

Διάλεξη στο ΣΑΔΑΣ 
Σουζάνα Αντωνακάκη 
Μάιος 1993