ΗΜΕΡΙΔΑ ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ



ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΟΜΙΛΙΩΝ





Ο Εκδοτικός Οίκος «Μέλισσα» και 
ο Ιστότοπος: triantafylloug.blogspot.com
οργάνωσαν Ημερίδα για τον Δημήτρη Φιλιππίδη, Ομότιμου Καθηγητή του ΕΜΠ, με αφορμή τον τιμητικό τόμο του που εκδόθηκε  από τις εκδόσεις «Μέλισσα» και πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138, το Σάββατο 12 Μάϊου 2018.

Ο Δημήτρης Φιλιππίδης γεννήθηκε το 1938, είναι αρχιτέκτονας διπλωματούχος ΕΜΠ (1962). Το 1973 ολοκλήρωσε την διδακτορική του διατριβή στην Αρχιτεκτονική, στο University of Michigan. Διετέλεσε καθηγητής πολεοδομίας και σήμερα είναι ομότιμος καθηγητής της Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ. Εργάστηκε σε διάφορα γραφεία εκπονώντας αρχιτεκτονικές και πολεοδομικές μελέτες (1964-1995) και διακρίθηκε σε διαγωνισμούς. 
Έχει δημοσιεύσει άρθρα και κριτικές βιβλίων για την ελληνική παραδοσιακή και σύγχρονη αρχιτεκτονική, την πολεοδομία και την εκπαίδευση των αρχιτεκτόνων. 
Έχει επίσης γράψει μεγάλο αριθμό βιβλίων για την νεοελληνική αρχιτεκτονική, την πόλη και την πολεοδομία αλλά και την παραδοσιακή αρχιτεκτονική και έχει επιμεληθεί αφιερώματα και μονογραφίες ελλήνων και ξένων αρχιτεκτόνων. 

Ο τιμητικός τόμος που  παρουσιάστηκε στην Ημερίδα περιλαμβάνει 56 κείμενα διακεκριμένων επιστημόνων με ποικίλη και ενδιαφέρουσα θεματολογία. 
Στην Ημερίδα   προσκλήθηκαν 16 ομιλητές, καθηγητές Πανεπιστημίων, αρχιτέκτονες, εικαστικοί και αρχαιολόγοι.
Από του ομιλητές που είχαν προσκληθεί δεν παρέστει ο Χρήστος Μπουλώτης, Επιμελητής του τόμου, Αρχαιολόγος, για λόγους υγείας καθώς και Άγγελος Δεληβορριάς που είχε υποσχεθεί να κάνει ένα σύντομο "πέρασμα" αλλά δυστυχώς "άλλες ήταν οι βουλές του Κυρίου".

Οι ομιλίες που παρατίθενται στην συνέχεια και θα αναρτηθούν σταδιακά, κατανέμονται σε τέσσερεις θεματικές ενότητες που αφορούν τον Τιμητικό Τόμο, το Συγγραφικό Έργο, την Διδασκαλία και την Πολυσχιδή Διαδρομή του Δημήτρη Φιλιππίδη. Την Ημερίδα  έκλεισε με την ομιλία του ο Δημήτρης Φιλιππίδης.


ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

             Πρώτη Πρωινή Συνεδρία: 
12:00 – 13:00  

ΘΕΜΑΤΙΚH ΕΝΟΤΗΤA Α: Ο ΤΙΜΗΤΙΚΟΣ ΤΟΜΟΣ 
Συντονίστρια: Μπούκη Μπαμπάλου-Νουκάκη, Ομότιμη Καθηγήτρια ΕΜΠ

01. Ηλίας Κωνσταντόπουλος,
 Επιμελητής του τόμου, Αρχιτέκτων
      Καθηγητής, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Πατρών
            «Τοπ(ι)ογραφίας περιηγήσεις» 


02. Δημήτρης Κυρτάτας, Επιμελητής του τόμου, Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο            Θεσσαλίας.
            «Περιπατητής και συζητητής» 

03. Χρήστος Μπουλώτης,
 Επιμελητής του τόμου, Αρχαιολόγος,
            «Γόνιμες σταυροβελονιές με τον Δ. Φιλιππίδη» 


Προβολή Βίντεο 

            Δεύτερη Πρωινή Συνεδρία: 
13:00 – 14:00 

ΘΕΜΑΤΙΚH ΕΝΟΤΗΤA Β΄: ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓO
Συντονιστής: Νίκος Καλογεράς, Ομότιμος Καθηγητής ΕΜΠ

04. Δημήτρης Φατούρος,
 Ομότιμος Καθηγητής Α.Π.Θ.
            «Το Μεγάλο Ταξίδι. Η πολλαπλή μετάβαση» 


05. Νίκος Μαγουλιώτης,
 Υποψήφιος Διδάκτωρ, ETH Ζυρίχης (gta)
            «Aναθεωρώντας την Ανώνυμη Αρχιτεκτονική» 

06. Πάνος Τσακόπουλος, Δρ Αρχιτέκτων
            «Αναγνώσεις της 'Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής', 

            1984-2014» 

07. Παναγιώτης Τουρνικιώτης,
 Καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ
            «Ο ανθρωπολόγος της (νέο)-ελληνικής αρχιτεκτονικής» 

Μεσημεριανό Διάλειμμα: 14:00 - 15:30 
            Πρώτη Απογευματινή Συνεδρία: 15:30 – 16:45

ΘΕΜΑΤΙΚH ΕΝΟΤΗΤA Γ΄: Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ
Συντονιστής: Γιάννης Κίζης, Ομότιμος Καθηγητής ΕΜΠ

08. Νίκος Σκουτέλης, Αναπληρωτής Καθηγητής στην Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του        Πολυτεχνείου Κρήτης
            “Ο δάσκαλος των ανήσυχων τοπίων” 

09. Τηλέμαχος Ανδριανόπουλος,
 Επίκουρος Καθηγητής ΕΜΠ
            “Δαιδάλεο Φως” 

10. Στέλιος Γιαμαρέλος, Διδάσκων ιστορίας και θεωρίας της αρχιτεκτονικής, The                    Bartlett  School of Architecture UCL
            "Η φωνή του βοώντος" 

11. Μυρτώ Κιούρτη, Αρχιτέκτονας, Διδάκτωρ ΕΜΠ, Διδάσκουσα στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων        του Πανεπιστημίου Πατρών
            «Ο Μάγος» 

12. Δημήτρης Αντωνακάκης, Αρχιτέκτονας
            «Πολύτιμα ίχνη μιας σχέσης στον λαβύρινθο 

            των εκπαιδευτικών αναμνήσεων» 

Διάλειμμα για καφέ: 16:45 - 17:15 

            Δεύτερη Απογευματινή Συνεδρία: 17:15 – 18:15 

ΘΕΜΑΤΙΚH ΕΝΟΤΗΤA Δ΄: Η ΠΟΛΥΣΧΙΔΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗ
Συντονιστής: Αριστομένης Βαρουδάκης, Αναπληρωτής Καθηγητής στην Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Κρήτης

13. Μαρία Λοϊζίδου, Εικαστικός
            «Θα μπορούσαμε μαζί με τον Δημήτρη Φιλιππίδη 

             να αποτελέσουμε μέρος μιας μουσικής μπάντας;» 

14. Οδυσσέας Σγουρός, Αρχιτέκτονας
            «Άνδρα μοι έννεπε μούσα πολύτροπον...»
            ή ο Δ.Φ. στη χώρα των θαυμάτων 


15. Γιάννης Σκοπετέας, Επίκουρος Καθηγητής Σεναριoγραφίας και Σκηνοθεσίας                Πανεπιστημίου Αιγαίου
            «Απο τον Τόπο στο Τοπίο (της τηλεόρασης)»


16. Γιώργος Τριανταφύλλου, Αρχιτέκτονας
            «Χωρίς Τίτλο» 

18:15 - 19:00 Ομιλία Δημήτρη Φιλιππίδη
            «Οι καλοί λογαριασμοί» 
             

             Συζήτηση - Κλείσιμο Ημερίδας
________________________________

ΕΠΙΜΕΛΗΤΕΣ ΗΜΕΡΙΔΑΣ
Άννη Ραγιά, Ηλίας Κωνσταντόπουλος, Γιώργος Τριανταφύλλου, Πάνος Τσακόπουλος



ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΟΜΙΛΙΩΝ

Πρώτη Πρωινή Συνεδρία


ΘΕΜΑΤΙΚH ΕΝΟΤΗΤA Α΄ 
Ο ΤΙΜΗΤΙΚΟΣ ΤΟΜΟΣ 

Συντονίστρια: Μπούκη Μπαμπάλου-Νουκάκη

Ομότιμη Καθηγήτρια ΕΜΠ




Μπούκη Μπαμπάλου-Νουκάκη, Άννη Ραγιά, Ηλίας Κωνσταντόπουλος

01.



ΤΟΠ(Ι)ΟΓΡΑΦΙΑΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΕΙΣ



Ηλίας Κωνσταντόπουλος 

Επιμελητής του τόμου, Αρχιτέκτων

Καθηγητής, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Πατρών




Είναι χαρά μου να βρίσκομαι σήμερα εδώ ανάμεσα σε εκλεκτούς συναδέλφους με την ευκαιρία της έκδοσης του τιμητικού τόμου «Τόπος - Τοπίο» για τον Δημήτρη Φιλιππίδη, από τις εκδόσεις Μέλισσα. Ευχαριστώ για την πρόσκληση την Άννυ Ραγιά και τον εμπνευστή της ημερίδας Γιώργο Τριανταφύλλου για την όλη οργάνωση.


Άννη Ραγιά, Ηλίας Κωνσταντόπουλος



SCHOLAR & BIKER

Τον Δημήτρη Φιλιππίδη γνώρισα το 1981, όταν ξεκινούσα την έκδοση της πρώτης αγγλικής μονογραφίας για το έργο ενός Έλληνα αρχιτέκτονα, του Νίκου Βαλσαμάκη, μαζί με τους άλλους συντελεστές, την Λένα Φεσσά, τον Δημήτρη Πορφύριο και την Αναστασία Τζάκου.

Τότε ο Φιλιππίδης συγκέντρωνε υλικό για το πρώτο σημαντικό του πόνημα, την ιστορία της «Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής», που εκδόθηκε από τη Μέλισσα το 1984. Θυμάμαι μέχρι σήμερα την επίσκεψη μου στο γραφείο του στο Νέο Ψυχικό. Ένα γραφείο, χτισμένο ως επάνω με βιβλία, χειρόγραφες και δακτυλογραφημένες σημειώσεις και πολυάριθμες πλατικές θήκες με slides. Η εικόνα που έχω ακόμα στο μυαλό μου είναι σαν αυτές τις λιθογραφίες των στοχαστών του Μεσαίωνα, απορροφημένων στην ανάγνωση και την γραφή, μέσα σε χιλιάδες σελίδες συσσωρευμένης γνώσης. 


Μερικά χρόνια αργότερα, το 1988, συνεργάστηκα μαζί του σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα για την «Κατοικία στην Αθήνα τη δεκαετία του 1930», μαζί και με τον κοινό φίλο Μανόλη Μαρμαρά. Εκεί γνώρισα έναν άλλο Φιλιππίδη, διαφορετικόν από αυτόν που ήταν περιτοιχισμένος μέσα σε βιβλία. Όταν η κοπιώδης και ανιαρή καταγραφή των κατοικιών του 1930 από τα αρχεία της πολεοδομίας Αθηνών δεν έλεγε να τελειώσει και με είχε φέρει σε απόγνωση, με φώναξε και μου δήλωσε σε αυστηρό τόνο, να την ολοκληρώσω ή να την εγκαταλείψω. Αν και ως επιστημονικός υπεύθυνος ο ρόλος του ήταν μόνον συμβουλευτικός, ανέλαβε αμέσως δράση ο ίδιος. Πήρε ένα αντίγραφο του καταλόγου των κτηρίων που είχα, καβάλησε τη μηχανή του (Εικ. 2), και όργωσε κυριολεκτικά τις γειτονιές της Αθήνας, αναγνωρίζοντας και φωτογραφίζοντας ένα προς ένα, όλα εκείνα τα σπίτια και τις πολυκατοικίες που σωζόντουσαν ακόμα – φωτογραφικά ‘ημερολόγια μοτοσικλέτας’, της Αθήνας του ‘30.) Ήταν ένα τεράστιο σε έκταση έργο που δεν δημοσιεύτηκε ποτέ και επικαλύφθηκε εν μέρει τα επόμενα χρόνια από λευκώματα αρχιτεκτονικής του μεσοπολέμου.


Από τότε συναντηθήκαμε και συνεργαστήκαμε αρκετές φορές, ξανά στο περιοδικό που εκδίδαμε στο Λονδίνο, το «9Η», γα το οποίο συνέγραψε επίσης την πρώτη μονογραφία στα αγγλικά για τον Κλέωνα Κραντονέλλη το 1995, και αργότερα στα Αρχιτεκτονικά Θέματα, στο Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής, σε συνέδρια και ημερίδες 

Δημήτρης Φιλιππίδης , Περί Πικιώνη Λόγος, 5-6 / 2 / 2011, 
σκίτσο Ηλία Κωνσταντόπουλου

Εύα Μανιδάκη, Θανάσης Δεμίρης, Τηλ. Ανδριανόπυλος, Δ. Φιλιππίδης & Ειρήνη,
5 / 2 / 2016 στο ΕΜΠ

Μίμης Φατούρος, Σάββας Κονταράτος, Δημήτρης Αντωνακάκης, Δημήτρης Φιλιππίδης, Τάσος ...
29 / 10 / 2015 στο ΕΜΠ

στο Πολυτεχνείο και στο Πανεπιστήμιο, και αναπτύχθηκε μεταξύ μας μια φιλία που με τιμά, και έφθασε μέχρι την επιμέλεια του παρόντος τόμου˙ αν και εδώ πρέπει να ειπωθεί, και δεν νομίζω ότι θα διαφωνήσουν οι συνεπιμελητές, ο Δημήτρης Κυρτάτας και ο Χρήστος Μπουλώτης, ότι η πραγματική επιμέλεια του τόμου έγινε από τον ίδιο τον Δημήτρη Φιλιππίδη.

Παράλληλα με την διδασκαλία στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, και την εργασία του σε αρχιτεκτονικά γραφεία και σε απραγματοποίητα ρυθμιστικά σχέδια μίας εποχής με ελπίδες αστικής ανάπλασης, το πολυάριθμο συγγραφικό έργο του Φιλιππίδη καλύπτει  ολόκληρο το φάσμα της νέας ελληνικής αρχιτεκτονικής, πόλης και πολεοδομίας, αλλά και της «Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής», με την επιμέλεια της μνημειώδους οκτάτομης σειράς των εκδόσεων Μέλισσα.

Το ανεξάντλητο εύρος της θεματολογίας του, αρχιτεκτονικής κοινωνιολογικής και ανθρωπολογικής, περιλαμβάνει πλήθος αρχιτεκτονικών μονογραφιών, από τον Λύσανδρο Καυταντζόγλου μέχρι τους ISV, μελέτες ανώνυμης αρχιτεκτονικής, από τον «Αυτόνομο συνοικισμό του Ιλισού» μέχρι τους «Θυρωρούς πολυκατοικιών στο Κολωνάκι», και μαζί με την πολυετή μαχητική αρθρογραφία του για την επικαιρότητα στο «Αντί», χαρακτηρίζεται από μία αντισυμβατική προσέγγιση και μία σκωπτική διάθεση.


ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΣΤΟ ΜΙΣΙΓΚΑΝ

Το πρώτο βήμα γίνεται με την εγγραφή του στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, την πρώτη σχολή που προσέφερε διδακτορικό αρχιτεκτονικής στις ΗΠΑ το 1969. Ο Φιλιππίδης στην αίτηση του το 1971, θέτει ως προϋπόθεση να κάνει το διδακτορικό του, εκεί που έκανε και την στρατιωτική του θητεία, στην Κάρπαθο. Η παρουσία του, με την ιδιότητα του ερευνητή, στην απομακρυσμένη από τα αστικά κέντρα, Όλυμπο της Καρπάθου, αποδεικνύεται μια σημαντική εμπειρία αναστοχασμού, για την διαμόρφωση της αρχιτεκτονικής του σκέψης.

Αυτή η διττή αγάπη του Φιλιππίδη για την πόλη και το ύπαιθρο, και το αέναο ταξίδι από τον τόπο κατοικίας και εργασίας στα μοναδικά και ενίοτε σκληρά ορεινά τοπία των νησιών, δεν μπορεί παρά να σημαδέψει ένα καλλιτέχνη, αρχιτέκτονα, όπως κι έναν ερευνητή. Κατοικία και διδασκαλία στην καρδιά της Αθήνας, φυγή με κάθε ευκαιρία σε νησιωτικούς τόπους, άλλοτε στη Σαντορίνη (τη Santa-Irene, συνώνυμη της συντρόφου του Ειρήνης), και σήμερα στην Άνδρο. Από το υψόμετρο των 310 μέτρων της Ολύμπου, σε αυτό των 120 μέτρων της Οίας, στα 80 μέτρα στις Στενιές, η επισκόπηση του τοπίου από ψηλά αναγκαστικά μεταλλάσσει και εμπλουτίζει τις σκέψεις για την αρχιτεκτονική, που γεννιούνται στην πόλη.

Έργο κλειδί για την κατανόηση της σκέψης του Φιλιππίδη αποτελεί η μετάφραση του βιβλίου του Amos Rapoport, «House Form and Culture» του 1969. Η σημασία του βιβλίου, όπως δηλώνει και ο ελληνικός τίτλος του, «Ανώνυμη αρχιτεκτονική και πολιτιστικοί παράγοντες» που εκδίδεται το 1976, έγκειται στην σύνδεση της μορφής της κατοικίας με τις κλιματικές και κατασκευαστικές παραμέτρους, αλλά και με την κοινωνικοπολιτισμική ταυτότητα κάθε τόπου.


ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟΠΙΟ
Η συνύπαρξη και συνήχηση των αυτών δύο λέξεων, είναι μοναδική στην ελληνική γλώσσα και ο συσχετισμός τους είναι με βεβαιότητα αμφίβολος. Σκόπιμα ο τίτλος του τιμητικού τόμου, «Τόπος – Τοπίο»,  αντί για το συνδετικό ‘και’, βάζει ανάμεσα στις δύο λέξεις μία ‘παύλα’, αφήνοντας το θέμα ανοικτό προς ερμηνεία και την σχέση τους μετέωρη – ταύτιση ή διαφορά;
Σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες οι λέξεις και οι αντίστοιχες έννοιες είναι ξεκάθαρα διακριτές:
·        Locus, Lugar, Lieu, Place, Platz – σημαίνουν Τόπος,  
·        Paesaggio, Paysage, Landscape, Landschaft – σημαίνουν Τοπίο.
Στην ελληνική όμως γλώσσα υπάρχει μία διολίσθηση από τη μία στην άλλη – όπως και στο εξώφυλλο του τιμητικού τόμου. Τόπος και Τοπίο αναφέρονται σε μία κοινή ινδοευρωπαϊκή ρίζα, *top- ή *tek, που σημαίνει «κείμαι». Από εκεί και πέρα όμως, οι ερμηνείες διαφέρουν.
·        Ο τόπος αναφέρεται στον χώρο ή σε ένα σύνολο σημείων του χώρου με μια κοινή ιδιότητα,
·        Ενώ το τοπίο αναφέρεται σε μία έκταση που θεωρείται ως μια ενότητα από κάποιον παρατηρητή – παραδειγματικά στη ζωγραφική.
Έτσι ο τοπογράφος μετράει, ενώ ο τοπιογράφος ζωγραφίζει ή φωτογραφίζει και τα παράγωγα ξεδιαλύνουν κάπως την σύγχυση, όπως όταν λέμε τοπικός και τοπιακός μιλάμε για διαφορετικά πράγματα.

Και να όμως πάλι, που το νόημα τους μας διαφεύγει, καθώς οι αναφορές στον τόπο έχουν επιστρέψει στην αρχιτεκτονική συζήτηση, δεκαετίες μετά τον κριτικό τοπικισμό, μέσω της εκ νέου ανακάλυψης του Heidegger, ενώ το ενδιαφέρον των κοινωνιολόγων, ανθρωπολόγων και γεωγράφων για τα ‘πολιτισμικά τοπία’ συναντά τον αρχιτεκτονικό λόγο για τον χώρο και το περιβάλλον.  
Αυτό το συνεχές, ανεπαίσθητο αλλά υπαρκτό ολίσθημα ανάμεσα στις δύο έννοιες αποτελεί το πεδίο, μέσα στο οποίο στοχάζεται, συγγράφοντας και διδάσκοντας επί μισό αιώνα ο Δημήτρης Φιλιππίδης και στο οποίο θα ενσκήψουν πολλοί από τους σημερινούς εισηγητές και συγγραφείς των κειμένων που περιέχονται στον τιμητικό τόμο.
Στη έκδοση του ΜΙΕΤ με τα «Κείμενα» του Δημήτρη Πικιώνη, στη σκέψη του οποίου έχει εμβαθύνει ιδιαίτερα ο Φιλιππίδης, υπάρχουν δύο τίτλοι, που αναφέρονται συγκεκριμένα στον Τόπο και το Τοπίο: η «Συναισθηματική Τοπογραφία» του 1937 και η «Ομιλία για το Τοπίο» του 1958.

Στην «Ομιλία για το Τοπίο», ο Πικιώνης παραθέτει εισαγωγικά μία φράση του William Wordsworth, ‘Άνθρωποι που ποτέ δεν κοιτάζουν προς τα πίσω στους προγόνους τους δεν θα προσβλέπουν στο μέλλον’ – προκειμένου να μιλήσει ο ίδιος στη συνέχεια, για την αλλοίωση του τοπίου της Αθήνας με την λατόμηση των λόφων της και ‘… για τις καταστροφές που κάνει ο άνθρωπος στο φυσικό τοπίο’.
Η αναφορά στον προεξάρχοντα εκπρόσωπο του Ρομαντισμού δεν είναι διόλου τυχαία, καθώς ο Wordsworth θεωρούσε τον εαυτό του όχι μόνο ποιητή, αλλά και αρχιτέκτονα τοπίου, έχοντας σχεδιάσει με ιδιαίτερη φροντίδα τον κήπο του σπιτιού του, στο Rydal Mount, στη Lake District. Στο σονέτο του 1802, «The world is too much with us», η πικρή διαπίστωση για την δυσαρμονία του ανθρώπου με την φύση τον οδηγεί στην επίκληση: 
‘Μεγαλοδύναμε Θεέ! Μακάρι να ‘μουν
Ένας ειδωλολάτρης προσκολλημένος σε μια ξεπερασμένη πίστη˙
Έτσι ώστε να μπορούσα, σ’ αυτό εδώ το ευχάριστο λιβάδι,
Να είχα αναλαμπές που θα με έκαναν λιγότερο αδύναμο˙
Να είχα μιά θέα του Πρωτέα αναδυόμενου απ’ τη θάλασσα˙
Ή ν’ άκουγα τον γερο-Τρίτωνα να φυσά το στεφανωμένο κέρας.’

Ολόκληρη η φρασεολογία του Πικιώνη, στην «Ομιλία για το Τοπίο», θυμίζει τους στίχους αυτούς του Wordsworth˙ το σπάραγμα για την καταστροφή του φυσικού τοπίου και την επίκληση αρχαίων θεοτήτων, των Εννέα Μουσών που θα φυτεύσουν την Ξανθιά Αρμονία, τον Ιλισό και τον Κηφισό, ‘τόπους άβατους που ανήκαν σε φοβερές χθόνιες θεές’. Παρά το πέρασμα ενάμιση αιώνα, και οι δύο εκφράζουν μία κοινή, ρομαντική ευαισθησία για το τοπίο.

Στο παλαιότερο κείμενο, την «Συναισθηματική Τοπογραφία», ο Πικιώνης αναφέρεται εισαγωγικά σε μία φράση του Rodin, ο οποίος αναλύοντας την ανθρώπινη περπατησιά καταλήγει με θαυμασμό, ‘Ο άνθρωπος είναι ένας ναός που βαδίζει’ – για συμπληρώσει ο Πικιώνης, ‘Χαίρεται το προχώρεμα του κορμιού  επάνω απ’ την ανάγλυφη τούτη ταινία που είναι το έδαφος’.

Για το βάδισμα γράφει απρόσμενα κι ένας άλλος πληθωρικός στοχαστής, ο Νίτσε (Εικ. 6, 7), διατρανώνοντας την πίστη του ότι το βάδισμα, είναι η προϋπόθεση του έργου:
‘Δεν ανήκουμε σ’ εκείνους που σχηματίζουν σκέψεις μόνο όταν βρίσκονται ανάμεσα σε βιβλία, όταν ωθούνται από βιβλία - εμείς συνηθίζουμε και σκεφτόμαστε έξω στον  καθαρό αέρα καθώς περπατάμε …’ 
‘Να σκέφτεσαι ενώ περπατάς, να περπατάς ενώ σκέφτεσαι, και η γραφή να είναι μόνο μια σύντομη παύση, ακριβώς όπως στο βάδισμα το σώμα αναπαύεται ατενίζοντας τον ανοιχτό ορίζοντα. Επιπλέον, στους μεγάλους περιπάτους υπάρχει πάντοτε η απρόσμενη αλλαγή τοπίου… Από ψηλά είναι ορατή η κίνηση του τοπίου, το σχήμα των λόφων και μαζί της και η κίνηση της ιστορίας…’


Δημήτρης Φιλιππίδης -Friedrich-Nietzsche στην οθόνη


Και έτσι επιστρέφουμε στην αρχική μας διαπίστωση για τον μελετητή και περιηγητή τόπων και τοπίων, από την Κάρπαθο μέχρι το Καράτσι, για τον οποίο οι ευκαιρίες για νέες παραστάσεις μεταβάλλουν και τις σκέψεις, και τις ευαισθησίες μας.
Ο Δημήτρης Φιλιππίδης παραμένει πάντοτε ένας περιηγητής συγγραφέας, έτσι όπως προσέρχεται σε έναν άλλο Τρίτωνα, της Άνδρου αυτή τη φορά, για μία ακόμη αρχιτεκτονική συζήτηση για την Biennale Αρχιτεκτινικής της Βενετίας, με θέμα «Το Αιγαίο: Μια διάσπαρτη πόλη».


Αλλά γι’ αυτόν τον  Περιπατητή και Συζητητή, θα μιλήσει ο καλός μου φίλος και συνεπιμελητής, Δημήτρης Κυρτάτας.

Την ομιλία αυτή μπορείτε να την παρακολουθήσετε βιντεοσκοπημένη με την ευγενική προσφορά του ιστότοπου blod.gr κάνοντας ΚΛΙΚ εδώ

02.


ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΖΗΤΗΤΗΣ 

Δημήτρης Ι. Κυρτάτας 
Επιμελητής του τόμου, 
Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Δημήτρης Ι. Κυρτάτας 

Τι είδους τόμος θα ταίριαζε στον Δημήτρη Φιλιππίδη, τον οποίο θέλησε να τιμήσει η φίλη του Μέλισσα; Όπως όλα τα μεγάλα θέματα, το ερώτημα αυτό σηκώνει πολλή συζήτηση, αλλά ορισμένες του όψεις ήταν εξαρχής φανερές. Ούτε λόγος για αποτίμηση του έργου του ‒ μια αποτίμηση θα μπορούσε να υποκρύπτει επαίνους, και αυτό θα τον εξόργιζε. Τι θα πρωτοπεριλάμβανε άλλωστε μια γενική ανασκόπηση; Το έργο του είναι υπερβολικά πλούσιο και τα ενδιαφέροντά του πολυσχιδή. Στους επιμελητές του τόμου περιλαμβάνονται βεβαίως ένας αρχιτέκτονας, ένας αρχαιολόγος και ένας ιστορικός, αλλά μετά βίας θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν το απαραίτητο θεματικό εύρος. Τα πραγματικά προβλήματα ωστόσο ήταν ουσιαστικότερα. Ένας αξιοπρεπής τόμος για τον Δημήτρη θα έπρεπε να αγγίζει κάπως τον χαρακτήρα του και τα πάθη της ψυχής του.
          Γνώρισα τον Δημήτρη εν πλω και αντιλήφθηκα αμέσως ότι πρόκειται για ταξιδευτή, για άνθρωπο που βρίσκεται σε διαρκή κίνηση. Περιπλανιέται στην εφήμερη και αιώνια Αθήνα από άκρη σε άκρη, παρατηρώντας μνημειακά κτίρια και χαλάσματα, άλλοτε ερημικά και εγκαταλελειμμένα, άλλοτε με διαδηλωτές, περαστικούς ή διαβάτες. Γυροφέρνει οικοδομικά τετράγωνα επισκοπώντας την ιστορία της κατασκευής και της χρήσης τους. Επισκέπτεται την επαρχία καταγράφοντας τα όρια των διακοσμητικών τεχνών στις όψεις κτιρίων, δαπέδων, οροφών, θυρών και αυλών. Τον ενδιαφέρει η ελληνική αρχιτεκτονική στο σύνολό της και ειδικότερα η μεταμόρφωση και η επανάχρηση των κτισμάτων. Επιστρέφει σε τόπους γνώριμους και αναζητά νέους, κατά μόνας ή συνοδοιπορώντας με τον τηλεοπτικό φακό. Και καταλήγει διαρκώς στο νησί της καταγωγής και της επιλογής.
Συντροφιά με την Ειρήνη, κατηφορίζει από την κατοικία του στο χωριό και διαβαίνει ένα βουνό αναζητώντας εφημερίδες στην πόλη. Στη διαδρομή προσπερνά την πυρπολημένη και καταπατημένη ιστορική φάμπρικα του Εμπειρίκου, αλλά και το κουφάρι του εμβληματικού Ξενία. Στην επιστροφή ανιχνεύει και καταγράφει τα λιγοστά χνάρια του παλαιού μονοπατιού που δεν υπάρχει πια και εντοπίζει τη θέση του ξεχασμένου από τον 19ο αιώνα αρχοντικού Ροΐδη. Κοντοστέκεται στον ερειπωμένο πύργο Μουβελά όπου δέσποζαν για σχεδόν τρακόσια χρόνια οι τοπικοί άρχοντες. Εισέρχεται έρποντας και με κίνδυνο να καταπλακωθεί για να τον μετρήσει και να υπολογίσει τις διαδοχικές του μετασκευές. Κάνει δυο βουτιές στη θάλασσα, παρατηρώντας εφήμερες κατασκευές στην άμμο. Φωτογραφίζει προσεκτικά και επιλεκτικά για να διασώσει ό,τι κάποια στιγμή θα χρειαστεί σχολιασμό. Και πριν επιστρέψει σπίτι χασομερά για λίγο στη Φραγκούλα ή την ταβέρνα του Μπάλα που αγναντεύει το πέλαγος. Αλλά το φαγητό είναι πρόφαση. Πραγματική επιδίωξη είναι η συντροφιά, καθώς ο Δημήτρης, πέρα από ταξιδευτής και φωτογράφος, είναι παθιασμένος συζητητής.
          Ακούει τις πιο άσχετες και άκαιρες διηγήσεις με ειλικρινή περιέργεια και αφηγείται με λεπτομέρειες δικιές του ιστορίες. Ομιλεί με κριτική διάθεση και καυστικά σχόλια, με ειρωνεία και χιούμορ, αλλά επίσης με θαυμασμό για πολλά και για πολλούς, για παλαιούς δασκάλους, για συνομήλικους συνεργάτες και για πρωτοπόρους νέους. Μέσα από τις περιγραφές ζωντανεύουν εχθροί και φίλοι. Στιγμές ευτελείς και στιγμές ένδοξες. Ηρωικές μορφές της αρχιτεκτονικής και αγώνες ατελέσφοροι. Η συζήτηση καλύπτει μαζί παρελθόν και παρόν, πλουτίζει, ξεστρατίζει και επιστρέφει στη μεταπολεμική πορεία της ελληνικής πόλης και τις μελλοντικές προοπτικές της, σε αυτά που πρέπει να γίνουν από σεβασμό στην ιστορία, την καλαισθησία, τον πολιτισμό. Και σε αυτά που δεν θα γίνουν, από ιδιοτέλεια, αδιαφορία, αβελτηρία ή κακογουστιά.
Στο σπίτι τον περιμένει ο υπολογιστής. Διότι ο Δημήτρης είναι βεβαίως και συγγραφέας. Γράφει ασταμάτητα. Όχι μόνο τα πλούσια βιβλία που κυκλοφορούν ευρύτατα, αλλά επίσης άρθρα για τοπικά περιοδικά, σημειώματα, επιστολές, απόκρυφες ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Περιγράφει τους καιρούς, τα σύννεφα, τη βροχή, τα κύματα, τις ξαστεριές, τη λιακάδα και το φως. Τη νοσταλγία, την αγαλλίαση και τη χαρά μιας έστω και στιγμιαίας επαφής με την Άνδρο.

* * *

Είναι απολύτως σαφές. Ένας τόμος αφιερωμένος από τη Μέλισσα στον Δημήτρη πρέπει να ζωντανέψει κάπως τις πορείες και τις συζητήσεις του. Πρέπει να φέρει κοντά φίλους, συνεργάτες και συνομιλητές. Αλλά χωρίς προκαθορισμένους κανόνες. Ο τόμος θα πρέπει να συνεχίζει τη συζήτηση εκεί που είχε μείνει, εκεί που θα επιστρέψει σε πρώτη ευκαιρία.
Προσκλήθηκαν έτσι να πάρουν μέρος στη συντροφιά πολλοί. Και προσήλθε καθένας με τα ενδιαφέροντά του και τους εκφραστικούς του τρόπους. Άλλος ολιγόλογος και άλλος αναλυτικός. Άλλος με απλά κείμενα και άλλος με σχέδια και φωτογραφίες. Άλλος στην ώρα του και άλλος μετά από πολλαπλές υπενθυμίσεις. Άλλος σοβαρός και άλλος με αστεία ή υπερβολές. Κανείς δεν θέλησε να μείνει απέξω. Πώς να στερηθεί μια τέτοια συνομιλία, μια ευκαιρία κατάθεσης, μια διασκεδαστική ανταλλαγή απόψεων.
Η διαχείριση ενός τέτοιου τόμου δεν ήταν υπόθεση εύκολη. Είχε πολλές στροφές, πολλές επιστροφές, πολλές καθυστερήσεις και πολλές παλινδρομήσεις. Ήθελε υπομονή, από τον εκδότη και τους συνεργάτες, από τους επιμελητές και τους διορθωτές. Αλλά όλοι ήθελαν να συμβάλουν, να εκφραστούν και να καταγράψουν την παρουσία τους σ’ αυτό τον ζωντανό και διαρκή διάλογο.
Ο τόμος που παρουσιάζουμε σήμερα είναι μια στάση σε μια μακρά και συνεχιζόμενη διαδρομή. Μια κάπως τυχαία αλλά και ουσιαστική καταγραφή. Διότι ο δρόμος εξακολουθεί, με τις λεωφόρους, τα μονοπάτια και τις ατραπούς του. Ανηφορικός και δύσβατος, κατηφορικός και απότομος, πολυσύχναστος αλλά και ερημικός.
Η συνεργασία για την έκδοση του τόμου ήταν περίεργη και ενίοτε ανορθόδοξη, με πολλές διακοπές και ακόμα περισσότερες σιωπηλές στιγμές. Οι επιμελητές αντάλλασσαν κρυφές ματιές, ανησυχίες και επιφυλάξεις. Αλλά, φίλοι καθώς είναι, χάρηκαν κάθε αναποδιά. Γι’ αυτό και λείπει σήμερα η παρέα του ενός, τον οποίο ευχόμαστε να έχουμε πάλι σύντομα στη συντροφιά.

* * *

Περιγράφοντας το Ξενία του Κωνσταντινίδη πριν από χρόνια, ο Δημήτρης έγραφε ανάμεσα σε άλλα: «Το ξενοδοχείο αυτό δεν κάνει καμιά σχεδόν παραχώρηση ούτε στα αρχοντικά της Χώρας ούτε στα γραφικά αγροτικά συγκροτήματα του νησιού… Δεν προσπαθεί να «σεβαστεί» τις κλιματικές συνθήκες, αφήνοντας να ξεσπάσει επάνω του όλη η μανία της θάλασσας και του βοριά… Πεισματικά αντιβαίνει προς όλους τους κανόνες… και επιβάλλεται γι’ αυτό που πραγματικά είναι».
Κάτι μου θυμίζει αυτή η περιγραφή. Κάτι από μια προηγούμενη γενιά που ο Δημήτρης σέβεται και τιμά. Μια γενιά που τείνει να εκλείψει. Αλλά που δεν εκλείπει, εφόσον υπάρχουν άνθρωποι σαν αυτόν που εξακολουθούν να επιβάλλονται γι’ αυτό που είναι πραγματικά.
Παρουσιάζοντας σε άλλη ευκαιρία το έργο ενός άλλου μεγάλου αρχιτέκτονα, ο Δημήτρης βρέθηκε στην ανάγκη να αναμετρηθεί με μια κατεξοχήν σύνθετη και αντιφατική προσωπικότητα. Εξήγησε έτσι ότι για να αποτιμηθεί η συμβολή της θα έπρεπε «να εξεταστούν θέματα δομής του λόγου της αρχιτεκτονικής, του τρόπου συνήχησης με τη διαχρονική «παράδοση», και του τρόπου λειτουργίας των επιρροών από άλλους ως ηχώ μέσα στην ατομική δημιουργία». Και κλείνει την εργασία του για τον Δημήτρη Πικιώνη αναζητώντας τον τρόπο με τον οποίο συνομίλησαν μαζί του δυο άλλοι Δημήτρηδες.
Σκέφτομαι έτσι ότι για να καταλάβουμε καλύτερα τις ιδιαιτερότητες του Δημήτρη Φιλιππίδη δεν αρκεί να διαβάζουμε τα βιβλία του, να κοιτάζουμε τις φωτογραφίες του ή να ακούμε τις αφηγήσεις του. Θα πρέπει επίσης να συνομιλήσουμε με τους συνομιλητές του. Και αυτή είναι ίσως η καλύτερη υπηρεσία που προσφέρει ο τόμος τον οποίο παρουσιάζουμε σήμερα.
Ευχαριστούμε θερμά όλους για όσα κατέθεσαν και ιδιαιτέρως τον Δημήτρη γι’ αυτά που σκοπεύει να μας διηγηθεί και για τα ταξίδια στα οποία θα μας συντροφέψει. Γιατί πέρα απ’ όλα τα άλλα καλά, είναι και πολύτιμος φίλος.


Την ομιλία αυτή μπορείτε να την παρακολουθήσετε βιντεοσκοπημένη με την ευγενική προσφορά του ιστότοπου blod.gr κάνοντας ΚΛΙΚ εδώ

03.


Χρήστος Μπουλώτης 
Επιμελητής του τόμου, Αρχαιολόγος




Η απουσία του Χρήστου Μπουλώτη, έγινε αισθητή. Λόγοι υγείας τον κράτησαν μακριά από την Ημερίδα και η ομιλία του με τίτλο «Γόνιμες σταυροβελονιές με τον Δ. Φιλιππίδη» δεν πραγματοποιήθηκε, ίσως και να μην ολοκληρώθηκε ποτέ. Αντ΄αυτού ο Δημήτρης Φιλιππίδης, μετά από κάποιες συναντήσεις μαζί του, επέλεξε ένα μικρό απόσπασμα από το κείμενο του Μπουλιώτη στον Τιμητικό Τόμο που έχει σαν τίτλο:

ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ, 
ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΙΞ
Σε πρώτο πρόσωπο

Το κείμενο διάβασε η συντονίστρια της Α΄θεματικής ενότητας Μπούκη Μπαμπάλου-Νουκάκη, Ομότιμη Καθηγήτρια ΕΜΠ.





Μπούκη Μπαμπάλου-Νουκάκη, 



V. Πτερόεσσα διαδρομή απ' τον σφαγμένο κόκορα στα θεμέλια του σπιτιού ίσαμε τη φωλιά των αποδημητικών πελαργών στη στέγη του. Με το μαχαίρι στο λαιμό ο κόκορας -αναγκαίο αίμα χοϊκό, αποτροπαϊκό και ανεξίκακο- για να στεριώσει εθιμικά το σπίτι, κι όμως άτρωτος ο σφαγμένος κόκκορας, φύλακας αλώβητος. Μέσα απ' το νοτισμένο παράθυρο του τρένου προς Θεσσαλονίκη μετράω μακεδονίτικα τοπία που φεύγουν πίσω μου με τις ράγες, τους σταθμούς, τα σπίτια. Στον νου μου έρχονται στίχοι της Μπίλυς Βέμη από την πρώτη ποιητική της συλλογή Ο κόκορας των θεμελίων -δικτατορία τότε, αρχές του '70. Και με ένα πολυχιλιετές άλμα φθάνω στην αρχαιότερη τελετουργική θεμελίωση του ελληνικού χώρου, κάπου στις αρχές της νεότερης Νεολιθικής, όπου ένα τοσοδά πήλινο ομοίωμα οικίσκου βρέθηκε συμβολικά τοποθετημένο κάτω από το δάπεδο σπιτιού στην Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου (Θεσσαλία). Το μικρογραφικό, το αφανές κι ασήμαντο εκείνο ομοίωμα σπιτιού ευχή για το μεγάλο σπίτι. Και το 'φερε η τύχη να ανασκάψω, καλοκαίρι του '77, ένα ανάλογο “εγκαίνιο” τελετουργικής θεμελίωσης στο μινωικό ανάκτορο της Ζάκρου -κι ήταν το πρώτο μου δημοσίευμα με αρχιτεκτονικά σχέδια δικά μου, που πολύ σεμνύνομαι γι' αυτά σαν να έκανα μεγάλο κατόρθωμα, κάπως σαν να έπιασα απ' τα κέρατα μινωίτη ταύρο. 



Την ομιλία αυτή μπορείτε να την παρακολουθήσετε βιντεοσκοπημένη με την ευγενική προσφορά του ιστότοπου blod.gr κάνοντας ΚΛΙΚ εδώ



Δεύτερη Πρωινή Συνεδρία

ΘΕΜΑΤΙΚH ΕΝΟΤΗΤA Β΄ 
ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ 

Συντονιστής: Νίκος Καλογεράς, 
Ομότιμος Καθηγητής ΕΜΠ

Νίκος Καλογεράς


04.


«ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ. 
Η ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ»

Δημήτρης Φατούρος, 
Ομότιμος Καθηγητής Α.Π.Θ. 

Δημήτρης Φατούρος


Η πολλαπλότητα της μετάβασης σε διαφορετικές αναγωγές και παραδοχές, η διαρκής αναζήτηση, είναι το μεγάλο ταξίδι της αρχιτεκτονικής. 

Ο πυρήνας της κατοίκησης, η συνάντηση με τον άλλον και η συνάντηση με τον εαυτό συνεχώς παρεμβάλλονται σε οποιαδήποτε στιγμή του προσωπικού και του συλλογικού μίκρο-μάκρο χρόνου. Το μεγάλο ταξίδι της αρχιτεκτονικής μεταμορφώνεται σε προσωπική εμπειρία και προσωπική περιπέτεια του δημιουργού. 

Η αναγνώριση χαρακτηριστικών του έργου, οι ταξινομήσεις, οι πολλαπλότητες και οι αναγωγές, σύνθετες και ασταθείς, εύκολα μεταποιούνται, η συζήτηση περιορίζεται σε αντιπαραθέσεις ταξινόμησης λέξεων και διευκολύνσεων. Η δημιουργική πολλαπλότητα της αναζήτησης απομακρύνεται. 






Πολύ νέος ο Δημήτρης Φιλιππίδης, συζητά τον προσφυγικό συνοικισμό στον Ιλισό ως έναν τόπο που συνδέεται με τις συνθήκες επιβίωσης και συμβίωσης, μια ανθρωπολογία της κατοίκησης. Το μεγάλο ταξίδι του Φιλιππίδη στη ζώσα πραγματικότητα του κτισμένου κόσμου και στις πολλαπλότητες του τόπου, έχει αρχίσει. 


Ο Φιλιππίδης επιχειρεί την επανανάγνωση της κατοίκησης στις διαδρομές του κατοικημένου χρόνου, επιχειρεί να αναγνωρίσει τις δυνατότητες κατανόησης της πραγματικότητας, των συνθηκών, των επιλογών και των διατυπώσεών τους που αναπτύσσονται στη μικρή και μεγάλη κλίμακα της καθημερινότητας, σε συνεχείς συσχετίσεις, ανταλλαγές και διαφοροποιήσεις που δεν ανταποκρίνονται ούτε πάντοτε ούτε εύκολα σε ταξινομημένες κατηγοριοποιήσεις. 

Στον πυρήνα της κατοίκησης παρεμβάλλονται διαφορετικές διαμεσολαβήσεις, λέξεις και ad hoc εμπειρίες συχνά με υψηλό βαθμό ασάφειας, ελαστικότητας ή ρευστότητας, σιωπηλής διεισδυτικότητας και μονοσήμαντης αναφοράς. Διαχρονικές κατευθύνσεις, προσανατολισμοί, αναγωγές και προβολές της αρχιτεκτονικής και της πόλης, εύκολα αναφέρονται και κατατάσσονται σε καθιερωμένα λεξιλόγια, γενικεύοντας, παραμορφώνοντας ή υπερ-απλοποιώντας την πολλαπλότητα της δημιουργικής πραγματικότητας και των καθημερινών μεταποιήσεων. 

Σε περιόδους όπως στις δεκαετίες ’60, ’70 και μετά που αναπτύσσονται ιδιαίτερα επιθετικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και προτεραιότητες στις καθημερινότητες και στις διανθρώπινες σχέσεις, οι υποχρεώσεις της αρχιτεκτονικής βρίσκονται αντιμέτωπες με ιδιαίτερα σύνθετες επιλογές. Η δυναμική της πολυπαραγοντικής παρουσίας της αρχιτεκτονικής περιορίζεται και η δημιουργική πολλαπλότητα εύκολα υποχωρεί στις αναγωγές της εικόνας. 

Στις αναζητήσεις του έργου της αρχιτεκτονικής, οι παρατηρήσεις της Denise Scott Brown το 1996 είναι χρήσιμες, ανοίγουν δυνατότητες συζήτησης όχι μόνον για την περίοδο αυτήν 

«Ένας σημαντικός λόγος για τη χρησιμοποίηση αυτών των εμπορικών εικόνων (images) ήταν για να αμφισβητήσουμε τη Μοντέρνα ορθοδοξία από μια οπτική κοινωνικού ενδιαφέροντος, αυτό όμως λείπει από πολλούς αρχιτέκτονες και κριτικούς ακόμη και σήμερα. (Είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό να βλέπεις τη δουλειά μας και τη σκέψη μας να συνδέονται με την κραυγαλέα επιπολαιότητα του Μεταμοντερνισμού όταν, στην πραγματικότητα, προήλθε τόσο φανερά από την κριτική των social planners του 1960). Χαιρετίσαμε τον πρώιμο Μοντερνισμό κυρίως για το κοινωνικό του ενδιαφέρον. Καθώς οι Μοντέρνες εικόνες κινήθηκαν, κατά τα τελευταία ενενήντα χρόνια ανάμεσα σε ανατολή και δύση, Ευρώπη και Αμερική, η συμβολική τους σημασία μετατοπίστηκε με ενδιαφέροντες τρόπους. Η επίπεδη οροφή σήμαινε αριστερά ιδεώδη στη Γερμανία πολύ πριν προβάλει εταιρικό (επιχειρηματικό) διαφωτισμό στην Αμερική». 

Επιχειρώντας  ο Φιλιππίδης να απελευθερώσει την ανάγνωση του έργου από αγκυλώσεις και συμβατικές διατυπώσεις όχι μόνον του καθημερινού λεξιλογίου αναζητεί διευκρινήσεις στις συναναφορές της αρχιτεκτονικής με την καθημερινότητα. 



Με μια ιδιαίτερη προσέγγιση έρευνας πεδίου στο Εφήμερη και Αιώνια Αθήνα επιχειρεί μία πολυπρόσωπη επανανάγνωση ταξινομήσεων και συναναφορών στις προβολές του μελλοντικού, του υποθετικού μελλοντικού, στην κάθε φορά νεώτερη σύγχρονη αρχιτεκτονική και την πόλη. Αποφεύγοντας ταξινομήσεις και εγχειρίδια βεβαιότητας, αναθέτει στις λέξεις να ανταποκριθούν στη δυναμική τους: το εφήμερο, η ταυτότητα του φευγαλέου, η πόλη μέτοχος της φύσης, η μέτρηση του καθημερινού χρόνου, περιπλάνηση στους δρόμους, επίσημες τελετουργίες, κοινωνικοί χώροι, φλύαρες ανατροπές, το ευανάγνωστο ως καθεαυτή αξία και πολλές άλλες, προβάλλουν ορισμένες οδηγίες πλεύσης και προτρέπουν στην πιεστική, προσεκτική ανάγνωση της δυναμικής πολλαπλότητας. 



Με διαφορετικές διατυπώσεις και λέξεις οι κατηγορίες του προηγούμενου παρουσιάζονται συνεχώς σε κάθε αναζήτηση συγχρονικότητας, σε κάθε αναζήτηση ανάγνωσης και προβολής ενός μελλοντικού. Το προηγούμενο π.χ. ως προιστορικότητα ή το προηγούμενο ως μοντέρνο κίνημα, το προηγούμενο ως μεταμοντέρνο. 



Ο Φιλιππίδης, με διαφορετικές συσχετίσεις, συνεχώς επανέρχεται και συζητεί αναλυτικά ό,τι έχει ονομαστεί π.χ. ανώνυμη, γηγενής, λαϊκή, παραδοσιακή αρχιτεκτονική, ως έμμεσο ή άμεσο παράγοντα στις διαδρομές της ιστορίας της αρχιτεκτονικής, ως πεδίο κριτικής, πεδίο διαφορετικότητας, πεδίο μεταβαλλόμενης ιδιαίτερης ταυτότητας. 



Με διαφορετικές διατυπώσεις, ότι θα μπορούσε να ονομαστεί η δυναμική της πολυπρόσωπης ανωνυμότητας είναι συνεχώς αντικείμενο αναφοράς με ιδιαίτερες συσχετίσεις και αναγωγές ως έμμεσος ή άμεσος παράγοντας στις διαδρομές της ιστορίας του κατοικημένου τόπου, ως πεδίο κριτικής, ως πεδίο μεταβαλλόμενης ταυτότητας στις αναζητήσεις συγχρονικότητας. 



Ακόμη και ό,τι στο καθημερινό λεξιλόγιο συζητείται ως τοπικότητα ή ως περιφερειακή, regional ιδιαιτερότητα, είναι μία πολλαπλότητα με πυκνότητα εκδοχών αλλά και παραποιήσεων από καθιερωμένες ή επιβαλλόμενες ορολογίες. Οι αυθαίρετοι αυτογενείς οικισμοί σε διαφορετικές γεωγραφίες αλλά και οι απέραντες, οι άπειρες κατοικίες της καθημερινότητας χωρίς μεγαλοπρεπείς τίτλους, η ανώνυμη αρχιτεκτονική είναι πανταχού παρούσα με πυκνότητα εκδοχών. 






Η επίμονη, συστηματική συζήτηση και τα σχόλια του Φιλιππίδη στις ομιλίες του Πικιώνη αντιμετωπίζουν όχι μόνον ορισμένα κρίσιμα χαρακτηριστικά του έργου του Πικιώνη αλλά ασφαλώς και γενικότερα κριτήρια και αναφορές. Οι ‘συναντήσεις’ π.χ. της συνολικότητας του έργου με το θραύσμα και τις ‘συσσωρεύσεις’, οι συσχετίσεις ολικής συναναφοράς με τον σιωπηλό κόσμο του Πικιώνη στη διαμόρφωση της Ακρόπολης, στην πόλη ψηλά στον βράχο όπως την έχει περιγράψει ο Μέντελσον, και στην παιδική χαρά της Φιλοθέης. 

Γι’ αυτό οι συσχετίσεις του τόπου και της φύσης, άμεσες και έμμεσες σε κάθε έργο της αρχιτεκτονικής, σαφείς και ασαφείς, είναι διαρκείς, συγκροτούν την ταυτότητα, τη σύνθετη, πολλαπλή ταυτότητα της αρχιτεκτονικής, το λόγο ύπαρξης της αρχιτεκτονικής. Ο έλεγχος και η τεχνικοποίηση της φύσης διαμορφώνουν ιδιαίτερες κρίσιμες συνθήκες και υποχρεώσεις για το έργο της αρχιτεκτονικής. 



Ο Φιλιππίδης επισημαίνει την πολλαπλή και δυναμική παρουσία του θραύσματος, της συγκόλλησης και του κολλάζ, στο αρχιτεκτονικό έργο, του δίνεται μάλιστα η ευκαιρία να συζητήσει τη δυναμική του κολλάζ στον προφορικό λόγο που πραγματικά ανοίγει δυνατότητες για πολύ γενικότερες παρατηρήσεις. 



Το κολλάζ, οι επικολλήσεις και οι συσσωρεύσεις υλικότητας, τα assemblages, για τον Φιλιππίδη, δεν είναι μόνον ένα επιμέρους συνθετικό μέσο, πραγματοποιούνται και στις πιο τεχνικά εξελιγμένες συνθήκες. Τα κολλάζ προσανατολίζουν στην οργανικότητα των συσχετίσεων και των συναναφορών, διευκολύνουν τις συναντήσεις με διαφορετικές υλικότητες και το κενό, διαμορφώνουν με διαφορετικές συγκολλήσεις-αναφορές τη συνολικότητα του έργου. Η μικρή, ελάχιστη κλίμακα ‘συναντά’, το κενό, την αέναη θάλασσα, το αέναο κενό και τη μακρόστενη χαραμάδα-ίχνος διφορούμενης υλικότητας και κενού. Το κολλάζ υπενθυμίζει και πολλαπλασιάζει τα πεδία ανάγνωσης του έργου. Με διαφορετικές εκδοχές, η παρουσία του, στις διαδρομές της αρχιτεκτονικής στον ιστορικό χρόνο είναι συνεχής. 



Αγαπητοί φίλοι και φίλες, 



Διαχρονικές κατευθύνσεις, προσανατολισμοί, αναγωγές και προβολές της αρχιτεκτονικής και της πόλης, εύκολα συζητούνται και κατατάσσονται σε καθιερωμένα λεξιλόγια παραμορφώνοντας ή υπερ-απλοποιώντας την πολλαπλότητα, τις δημιουργικές πραγματικότητες, ακόμη και σύνθετων προσδιορισμών. Ακόμη και καθημερινές ατελείς περιγραφές, λέξεις ή όροι jargons της αρχιτεκτονικής, όπως νεωτερικότητα και μετανεωτερικότητα αναζητούν την ανάγνωσή τους στο καθημερινό λεξιλόγιο. Αναγνώσεις και αναδιατυπώσεις είναι αυτό που επιχειρεί ο Φιλιππίδης. 



Και στη μεγάλη και στη μικρή κλίμακα, η πολυπρόσωπη συγχρονικότητα, δηλαδή οι διαφορετικότητες της εσωτερικής πολλαπλότητας της κάθε φορά συγχρονικότητας, συγκροτούν τον κρίσιμο συντελεστή του έργου, αποφεύγουν τις αδρανείς επαναλήψεις, την πτώχευση της κατοίκησης και της εικόνας της και αποκαλύπτουν διαφορετικές κατηγορίες πολλαπλότητας. Ο Φιλιππίδης επιμένει σε μια ανοιχτή αναζήτηση και συζητεί προσεγγίσεις που επιχειρούν μια ειδική απομάγευση της αρχιτεκτονικής από κατηγορηματικές βεβαιότητες και ταξινομήσεις και όχι μόνον από επιλογές της εικόνας. Επιμένει ότι γενικές κατηγορίες δεν μπορεί παρά να είναι πολυπαραγοντικές, ότι το δημιουργικό έργο διαμορφώνεται από σαφείς ή ασαφείς, έμμεσες ή άμεσες συναναφορές και όχι από γενικεύσεις. Επιχειρεί μια προσέγγιση της ανάγνωσης του προηγούμενου και του παρόντος, της προβολής της υπόθεσης ενός μελλοντικού. Η επιμονή του Φιλιππίδη ίσως δίνει την εντύπωση μιας απόστασης από την καθημερινή συζήτηση αυτή όμως ακριβώς η στάση προτρέπει στη δημιουργική ανάγνωση της αρχιτεκτονικής και της πόλης, των δυσανάγνωστων συμβολικών διατυπώσεων της ιδιαίτερης ταυτότητας του έργου, της πολλαπλότητας του κόσμου που προτείνει η αρχιτεκτονική.

Την ομιλία αυτή μπορείτε να την παρακολουθήσετε βιντεοσκοπημένη με την ευγενική προσφορά του ιστότοπου blod.gr κάνοντας ΚΛΙΚ εδώ



05.



«AΝΑΘΕΩΡΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ» 

Νίκος Μαγουλιώτης, 
Υποψήφιος Διδάκτωρ, ETH Ζυρίχης (gta)





Νίκος Μαγουλιώτης








Καλησπέρα σας,
Χαίρομαι πάρα πολύ που είμαι εδώ, για να τιμήσουμε όλοι μαζί το Δημήτρη Φιλιππίδη. 

Ξεκινάω κατευθείαν, ανοίγοντας εισαγωγικά στο 1912:





          Εφ’ όσον ακόμη ο χωρικός κατεσκεύαζε τας οικοδομάς του μόνος [και] ανεπηρέαστος από τας έξεις των πόλεων, διετηρούντο ακόμη πλείστα χαρακτηριστικά της δημώδους τέχνης. Αφ’ ότου όμως κάθε κτίστης ή ξυλουργός παραμένει επί μακρόν εργαζόμενος εντός των πόλεων [...] καθίσταται το πράγμα μάλλον επικίνδυνον, καθ’ όσον παρουσιάζεται το αστικόν πρώτυπον δελεαστικώτερον είς τον χωρικόν. 

          Σκοπός της μελέτης της δημώδους τέχνης δεν είναι μόνον το να μάθωμεν την ιστορίαν της αλλά και το να διδαχθώμεν πώς να την συνδράμωμεν εις την περαιτέρω αυτής εξέλιξιν [...] προφυλάσσοντες αυτήν από εκτροχίασην




          Αυτά έγραφε ο Εμμανουήλ Κριεζής το 1912, σε ένα από τα πρώτα κείμενα που γράφτηκαν στην Ελλάδα για αυτό που αποκαλούμε "λαϊκή" ή "ανώνυμη" αρχιτεκτονική. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: Η μοντέρνα αρχιτεκτονική ήταν προνόμιο της πόλης. Η επαρχία δε μπορούσε να συμμετάσχει σε αυτήν ανεξέλεγκτα. Η λαϊκή αρχιτεκτονική όφειλε να αντισταθεί στον πειρασμό: Να παραμείνει παραδοσιακή και ανέγγιχτη από τη νεωτερικότητα.


Μπερντές Παραδοσιακός

          Σε μια πρόσφατη ομιλία του, ο Δημήτρης Φιλιππίδης μας είπε πως "Ο Καραγκιόζης, σαν γνήσιο θεατρικό σχήμα, [...] σχηματοποιεί [...] την πραγματικότητα, εξαφανίζει τα ενδιάμεσα «γκρίζα» και αφήνει να φαίνονται τα δύο άκρα: τα σαράγια δεξιά και την καλύβα αριστερά – ένα σχήμα αναλλοίωτο, αιώνιο, κενό." Όμως, στην εικόνα αυτή "έχουμε μια σειρά από νύξεις για όσα πράγματα υπάρχουν ανάμεσα στο καλύβι και στο σαράι αλλά δεν δείχνονται, δεν παριστάνονται στον μπερντέ.

          Αν ακολουθούσαμε την προαναφερθείσα συμβατική οπτική επί της λαϊκής αρχιτεκτονικής, θα λέγαμε πως τα καλύβια θα έπρεπε να παραμείνουν καλύβια, και τα σαράγια σαράγια. Το δίπολο πρέπει να διατηρηθεί. Τα υβρίδια απαγορεύονται.



          Όμως, όπως γνωρίζουμε, η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη:





 Μπερντές Συγχρονος.

          Στον 20 αιώνα τα μοντέρνα αστικά "σαράγια" μιμήθηκαν με διάφορους τρόπους τις παραδοσιακές, χωριάτικες καλύβες. Και αυτό θεωρήθηκε από την ιστοριογραφία ως θετική εξέλιξη για την επώνυμη αρχιτεκτονική. Όμως η αντίστροφη διαδικασία, δηλαδή τα λαϊκά, ανώνυμα σπίτια που διεκδίκησαν μοντέρνες μορφές και αστικά πρότυπα, θεωρήθηκε χυδαία.



          Γνωρίζουμε όμως πως, εν τέλει, η ανώνυμη αρχιτεκτονική ακολούθησε τη δική της περίπλοκη πορεία, πέρα από αυτή τη δεοντολογία, και "μολύνθηκε" από τη νεωτερικότητα και τα πολιτισμικά της πρότυπα. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, που συνήθως συνοψίζεται με τον όρο "μαζική κουλτούρα", ήταν, για αρκετό καιρό, ιδιαιτέρως ανησυχητικό για τους μελετητές του "λαϊκού".




Εκκλησάκι vs αυθαίρετο Ιλισού

          Το 1966, μια ομάδα ερευνητών, στην οποία συμμετείχε και ο Δημήτρης Φιλιππίδης, επιχείρησε να συγκρουστεί με αυτή τη συντηρητική λαογραφική οπτική επί της ανώνυμης αρχιτεκτονικής: Συμμετέχοντας σε ένα διαγωνισμό του Γραφείου Δοξιάδη με θέμα την "ανώνυμη αρχιτεκτονική", επέλεξαν να μελετήσουν έναν οικισμό αυθαιρέτων στις όχθες του Ιλισού.  

          Συνοψίζοντας αυτή την απόπειρα πρόσφατα, ο Φιλιππίδης μας είπε πως εξισώνοντας τον παράνομο προσφυγικό συνοικισμό με το "καθαγιασμένο" παραδοσιακό χωριό, θέλανε να συγκρουστούν με εδραιωμένες αξίες. Το 1966, η ομάδα του Ιλισού έγραφε προκλητικά και προφητικά πως "Όλα αυτά που σήμερα θεωρούμε άσχημα και εξοργιστικά, θα είναι 'εδραιωμένα' σε μια δεκαετία...



Και κάπως έτσι έγινε...




 ΔΣΑ 1975 και λοιπά.

          Μέσα στα επόμενα χρόνια, μια νέα γενιά αρχιτεκτόνων ασχολήθηκε εκτενώς με τα αυθαίρετα και πάλεψε για την πολιτισμική και ιστοριογραφική "νομιμοποίηση" τους.



          Όμως την περίοδο που η πρόβλεψή του για αυτή την πρώτη "εδραίωση" της μαζικής αρχιτεκτονικής δικαιώνονταν, ο ανήσυχος Δημήτρης Φιλιππίδης ήδη επιχειρούσε να διευρύνει περαιτέρω το φάσμα του ανώνυμου: Έστρεφε λοιπόν την προσοχή του στο μεσαίο φάσμα του μπερντέ της νεοελληνικής πόλης και σε πιο υβριδικές μεσο-/μικρο-αστικές αρχιτεκτονικές.




2 κείμενα.

          Δύο κείμενα του, δημοσιευμένα στα "Αρχιτεκτονικά Θέματα" στις αρχές της δεκαετίας του '70, αποτέλεσαν τα πρώτα βήματα σε αυτή την κατεύθυνση. Πρόκειται για δύο από τα σημαντικότερα "μανιφέστα" για την αναθεώρηση της ανώνυμης αρχιτεκτονικής και της ιστοριογραφίας της στην Ελλάδα.
          Και τα δύο κείμενα έχουν ως αφορμή την ίδια βασική διαπίστωση: Η ανώνυμη αρχιτεκτονική δεν είναι πλέον αυστηρώς "παραδοσιακή" ή προ-νεωτερική. Αντιθέτως, αφομοιώνει αστικά και λόγια πρότυπα, και βρίσκεται σε μια διαδικασία μετασχηματισμού, η οποία πρέπει να διερευνηθεί. 

Τεχνήτες 1.

          Στο κείμενό του "Τρεις Τεχνίτες της Καρπάθου", το 1974, ο Δημήτρης Φιλιππίδης επιχείρησε μια αναθεώρηση της περίφημης φιγούρας του "ανώνυμου τεχνίτη", γράφοντας τα ακόλουθα:
          "Συνηθίζεται να λέγεται ότι η ομοιογένεια, η αδιάρθρωτη δομή του "λαού" καθρεφτίζεται μέσα στη "λαϊκή" αρχιτεκτονική. Άρα [θεωρείται πως] ό,τι ξεφεύγει απ'αυτήν την κατάσταση δεν είναι λαϊκή αρχιτεκτονική. [...] [Όμως] έχουμε να κάνουμε με άτομα κι όχι με εκτελεστικά όργανα μιας μονολιθικής παράδοσης. [...]"
          Έτσι, ο Φιλιππίδης απομακρύνθηκε από ρομαντικές και ανιστορικές οπτικές, και μας μίλησε για τρεις συγκεκριμένους τεχνίτες, παραθέτοντας τα ονόματα και τις βιογραφίες τους, αλλά και εντοπίζοντας διαφορές στα έργα τους. 

Τεχνήτες 2.

          Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε μύθος γύρω από την "ανώνυμη" δημιουργία της παράδοσης καταρρίπτεται. Καταλαβαίνουμε πως οι τεχνίτες δρούσαν μεν μέσα σε μια παράδοση και ένα ορισμένο σύστημα αξιών, αλλά ταυτόχρονα αμφισβητούσαν τα όρια του.
          Ο Φιλιππίδης έβαλε στο στόχαστρο την αντίληψη ότι η "λαϊκή" αρχιτεκτονική πρέπει να είναι αυστηρά "τοπική" και ότι κάθε εξωτερική επίδραση είναι μολυσματική. Και τόνισε πως οι διάφορες περιοχές της Ελλάδας ήταν ανέκαθεν σε επαφή με τον υπόλοιπο μεσογειακό και βαλκανικό χώρο και "ποτέ δε σταμάτησε η ανταλλαγή αρχιτεκτονικών επιδράσεων".

          Έτσι, επέλεξε να ασχοληθεί με κτίσματα που ξεφεύγουν από το πλαίσιο μιας αυστηρά τοπικής παράδοσης, αναλύοντας το πως η λαϊκή χειροτεχνία αναπτύσσεται αλληλεπιδρώντας με λόγια αρχιτεκτονικά ρεύματα.

Τεχνήτες 3.

          Μελετώντας την εκλαϊκευσης του λόγιου αρχιτεκτονικού ρεύματος του Νεοκλασικισμού, ο Φιλιππίδης ανέδειξε το πως η υιοθέτηση "λόγιων" στοιχείων από τους λαϊκούς τεχνίτες δεν είναι μια παθητική διαδικασία
          Αντιθέτως, περιέγραψε τη διασκευή του Νεοκλασικού μορφολογικού λεξιλογίου μέσα από τη λαϊκή αρχιτεκτονική ως μια διαδικασία μετασχηματισμού και διαπραγμάτευσης τόσο της μορφής όσο και του νοήματος: Το εθνικό αφήγημα του Νεοκλασικισμού και οι συμβολισμοί του γίνονται αντικείμενο συζητήσεων ανάμεσα σε τεχνίτες και κατοίκους και διαπιστώνουμε έτσι ότι ο λαϊκός πολιτισμός έχει πάψει προ πολλού να είναι ένα "κλειστό σύστημα".

          Με αυτό το κείμενο, ο Φιλιππίδης άνοιξε έναν δρόμο που συνέχισε σε πολλά επόμενα κείμενα: Μια ιστοριογραφία που δεν διαχωρίζει το ανώνυμο από το επώνυμο, ή το λαϊκό από το λόγιο, αλλά τα εντάσσει σε ένα συνολικό φάσμα αλληλεπιδράσεων και αμοιβαίων ανταλλαγών.

Αναζητώντας 1.

          Το 1972, ο Φιλιππίδης έγραψε ένα ακόμη άρθρο σε παρόμοια κατεύθυνση, με το οποίο ασχολήθηκε με την εκλαΐκευση του δεύτερου σημαντικού επεισοδίου της Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής, δηλαδή του Μοντερνισμού.
          Το άρθρο κυκλοφορεί, κάπως σημαδιακά, την ίδια χρονιά με το περίφημο "
Learning from Las Vegas" των Venturi και Scott-Brown. Σε ένα βαθμό, ο Φιλιππίδης έμοιαζε να συμπλέει με τους προαναφερθέντες, στην προσπάθειά του να στρέψει την προσοχή στην τότε ακόμη αγνοημένη "μαζική αρχιτεκτονική". Όμως αντί για την θεαματική πλευρά της, με την οποία ασχολήθηκαν οι συγγραφείς του "Las Vegas", επέλεξε να ασχοληθεί με τις πιο άσημες εκφάνσεις της μικρο- και μεσο-αστικής αρχιτεκτονικής των προαστίων και της επαρχίας.

          Το κείμενο ξεκινά και πάλι με μια ριζική αναθεώρηση αυτού που αποκαλούμε "ανώνυμη" αρχιτεκτονική: Αφού διαπιστώσει πως το παραδοσιακό τοπίο της Ελλάδας ερευνάται σε συνθήκες αποστείρωσης ή εγκατάλειψης, ο Φιλιππίδης στρέφει το φακό του σε ανώνυμες αρχιτεκτονικές που ξεφεύγουν από το αμιγώς "παραδοσιακό". 

Αναζητώντας 2.

          Γράφοντας σε μια εποχή όπου η μαζική αρχιτεκτονική ακόμα προκαλούσε περιφρόνηση και οργή, ο Φιλιππίδης αναφέρει:
          "Πολλοί διαμαρτύρονται για την κατάπτωση του αισθητικού κριτηρίου [και] για τη βλάβη που προκαλεί πάνω στους ανθρώπους το περιβάλλον που δημιούργησε η μαζική αρχιτεκτονική. Ξεχνούν όμως ότι όλα αυτά είναι αποτέλεσμα διαλογής ανάμεσα σ’ ελάχιστο αριθμό από πιθανές καταστάσεις. Με άλλα λόγια, στην εποχή μας η αισθητική έχει ταυτιστεί σχεδόν αποκλειστικά με την πολυτέλεια. Δηλαδή η αισθητική πληρώνεται ακριβά και γι’ αυτό μένει προνόμιο των λίγων. Δεν έχουν λοιπόν καμία θέση οι «διαμαρτυρίες», γιατί είναι λίγο-πολύ ανεδαφικές. Μια και δεν υπάρχει τρόπος να απαλλαγούμε από τη μαζική αρχιτεκτονική, τουλάχιστο στο παρόν, μήπως τότε μπορεί να χρησιμέψει σε τίποτα;"



Αναζητώντας 3.

Ο Φιλιππίδης απομακρύνει τη μαζική αρχιτεκτονική από τον παθητικό ρόλο του θύματος της νεωτερικότητας και της δίνει ρόλο ενεργητικό και μεταμορφωτικό, λέγοντας:

          "Δε θα έπρεπε να παραβλεφθεί [...] ο τρόπος που διάφοροι αρχιτεκτονικοί νεωτερισμοί [...] γίνονται βαθμιαία δεκτοί στο πλατύ κοινό, οπότε εκλαϊκεύονται με τη διάδοσή τους. Ενώ όμως συνηθίζεται η εκλαΐκευση να λέγεται εκχυδαϊσμός, πιο σωστό θα ήταν να τη βλέπαμε σαν αναγκαία διαδικασία για να μπορέσει μια ιδέα να χρησιμοποιηθεί αποδοτικά κάτω από διαφορετικές συνθήκες. […] Η μελέτη της μαζικής αρχιτεκτονικής θα μπορούσε να εξετάσει [...] τις πρωτεϊκές μεταμορφώσεις που διανύουν οι νεωτερισμοί και οι μόδες καθώς περνούν διαδοχικά από τα διάφορα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας."

          Έτσι, ο Φιλιππίδης παρουσιάζει τη μαζική αρχιτεκτονική όχι μόνο ως το διάδοχο της παραδοσιακής, αλλά και ως το κριτικό αντίπαλο δέος της επώνυμης μοντέρνας. 



          Όπως ο Κλασσικισμός με το προαναφερθέν κείμενο, έτσι και ο Μοντερνισμός ιστοριογραφείται σαν ένα ευρύ κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο ξεφεύγει από την ιστορία των επώνυμων αριστουργημάτων, αλλά και επιστρέφει σε αυτήν ως κριτικός αντίλογος.



 Κενό

          Κάπου εδώ όμως, πρέπει να κάνω ένα άλμα από τη δεκαετία του '70 στο παρόν:

Για τη γενιά των λεγόμενων "ιθαγενών του ψηφιακού", δηλαδή των ανθρώπων που γεννήθηκαν μέσα στις τρεις δεκαετίες που μας χωρίζουν από τα προαναφερθέντα κείμενα, τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά. Όμως πολλές από τις προκαταλήψεις που ο Φιλιππίδης αντιμάχονταν συχνά επανέρχονται.




Biennale Αυθαιρέτων

          Η κατάσταση του καθημερινού χτισμένου περιβάλλοντος συζητιέται πλέον μέσα από ψηφιακά μέσα δικτύωσης, όπου φωτογραφίες από ανώνυμα κτίσματα δημοσιεύονται και σχολιάζονται επικριτικά ή σαρκαστικά.
Κρίνεται με όρους "κακογουστιάς" και χρησιμεύει κυρίως ως το αρνητικό ενός υπονοούμενου "καλού γούστου" αυτών που την σχολιάζουν.
          Όμως, παρότι εξακολουθεί να προκαλεί αρνητικά ή ειρωνικά σχόλια, η εικόνα της μαζικής αρχιτεκτονικής αναπαράγεται με ταχύτερους ρυθμούς από ποτέ.
          Σίγουρα δεν είναι πλέον ταμπού, αλλά εξακολουθεί να είναι φετίχ.
Δεκαετίες μετά τις διεθνείς και εγχώριες συζητήσεις γύρω από τη μαζική κουλτούρα και την αρχιτεκτονική, μια νεότερη γενιά φαίνεται να γιορτάζει σαρκαστικά το "Trash" το "Cult" και το "Kitsch" με τη μορφή μιας απενοχοποιημένης και ταυτόχρονα ενοχικής απόλαυσης.




Κενό

          Το παράδειγμα του Φιλιππίδη, τα κείμενά του και η γενικότερη του στάση ως ιστορικού, είχε σίγουρα σημαντική επίπτωση σε προηγούμενες γενιές. Όμως μπορεί ακόμη να βοηθήσει και αυτή τη νεότερη γενιά να ξεπεράσει τις δικές τις προκαταλήψεις:

          Ο Φιλιππίδης δεν αποστρέφεται, αλλά ούτε σαγηνεύεται από τη μαζική κουλτούρα. Αντιθέτως, την ερευνά ψύχραιμα, σαν αρχιτεκτονική μορφή αλλά και πολιτισμική έκφραση. Σαν καλός σημειολόγος και ανθρωπολόγος, βλέπει την αρχιτεκτονική παντού και την αντλεί από τα πάντα... Ταυτόχρονα, αναζητεί συνεχώς νέα μέσα και ακροατήρια, μιλώντας στην τηλεόραση για τον Καλλικράτη και τον Καλατράβα και
blogάροντας μέσα από "Ηλεκτρονικά Αναλόγια".



Πολλές φώτο ΔΦ.

          Η διαρκής αγωνία του για τον επαναπροσδιορισμό του φάσματος της ανώνυμης αρχιτεκτονικής επανεμφανίζεται διαρκώς στα κείμενά του. Σε μια πρόσφατη ομιλία του, μας αποκάλυψε τις απαρχές αυτού του μεγάλου σχεδίου:



          Εδώ και καιρό [...] φωτογράφιζα και κατέγραφα κτίσματα που έμοιαζαν άχρηστα ή αδιάφορα, περιθωριακά ή παράδοξα, και έξω από τους κανόνες. Τα μάζευα χωρίς να ξέρω πού ανήκαν ή σε τι θα μού χρησίμευαν. Αρκούσε η αόριστη σκέψη ότι ήταν αταξινόμητα κομμάτια ενός ανεξερεύνητου κόσμου, του ενοποιημένου πεδίου της αρχιτεκτονικής [...].







Nεοελ Αρχ. + Ροδακης 


          Η αναταξινόμηση των κομματιών αυτού του "ανεξερεύνητου κόσμου" απέκτησε την πρώτη ολοκληρωμένη μορφή της στις σελίδες της "Νεοελληνικής αρχιτεκτονικής", το 1984. 

          Σε μια από τις σελίδες του βιβλίου, ο Φιλιππίδης τοποθέτησε τα περίφημα αγάλματα του Ροδάκη στην Αίγινα δίπλα στους πελεκάνους που διακοσμούσαν την αυλή ενός σπιτιού στο Νέο Ψυχικό. Συναρμολογώντας έτσι διαφορετικούς τόπους και εποχές μέσα από μια απλή παράθεση δύο εικόνων, ο Φιλιππίδης για άλλη μια φορά υπερέβη τις καθιερωμένες μυθολογίες και δεοντολογίες, και μας έδειξε πως το φάσμα της ανώνυμης αρχιτεκτονικής, παραδοσιακής και μαζικής, είναι, εν δυνάμει, ένα.  



Για όλα αυτά αλλά και για άλλα που δεν προλαβαίνω να πω εδώ, 

Δημήτρη Φιλιππίδη, σε ευχαριστούμε πολύ.






Την ομιλία αυτή μπορείτε να την παρακολουθήσετε βιντεοσκοπημένη με την ευγενική προσφορά του ιστότοπου blod.gr κάνοντας ΚΛΙΚ εδώ


06.



«ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΤΗΣ 'ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ',
1984-2014»
Πάνος Τσακόπουλος, 
Δρ Αρχιτέκτων





Πάνος Τσακόπουλος




(σ.σ. Τεχνικές δυσκολίες και πιθανόν το μεγάλο μέγεθος της ανάρτησης μαζί με τις υποσημειώσεις, δημιούργησαν προβλήματα στην διαταξη και την όλη εικόνα του κειμένου που ακολουθεί. Γίνονται προσπάθειες αποκατάστασης)



«Δεν υπάρχουν γεγονότα ούτε αρχιτεκτονική: μόνο αφηγήσεις»

Παναγιώτης Τουρνικιώτης[1]



Ι.



Από την πληθωρική συγγραφική δραστηριότητα του Δημήτρη Φιλιππίδη, η Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, του 1984,[2] είναι αναμφισβήτητα το βιβλίο που απέκτησε αξία διαχρονική, αποτελώντας, 35 σχεδόν χρόνια μετά την έκδοσή του, το κορυφαίο ιστοριογραφικό έργο αναφοράς, τουλάχιστον για την ελληνική αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα. Όταν κυκλοφόρησε, οι δημοσιευμένες πηγές που αφορούσαν το συνολικό φαινόμενο της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής συνοψίζονταν σε ένα μικρό αριθμό άρθρων και σε ένα μόνο βιβλίο, τη Σύγχρονη Ελληνική Αρχιτεκτονική του Αντώνη Αντωνιάδη που είχε κυκλοφορήσει το 1979.[3]  Είχε όμως προηγηθεί, 20 σχεδόν χρόνια νωρίτερα, ένα εξαιρετικά φιλόδοξο συνθετικό πόνημα που γράφτηκε στα γαλλικά και παρέμεινε έκτοτε αδημοσίευτο, η έκτασης 1200 σελίδων διδακτορική διατριβή του François Loyer για την αρχιτεκτονική της σύγχρονης Ελλάδας, που υποστηρίχθηκε το 1966, και κάλυπτε το σύνολο της ιστορικής διαδρομής του νεοελληνικού κράτους.[4] Τόσο το βιβλίο του Αντωνιάδη όσο και η μελέτη του Loyer κατατίθενται, ως ιστορικοκριτικές μελέτες, η κάθε μια με δικό της ιστοριογραφικό άξονα. Ο Φιλιππίδης γνωρίζει καλά και τις δύο. Δεν τον αφήνει αδιάφορο ούτε η αφήγηση του Αντωνιάδη («μια διαλεκτική μεταξύ του “παραδοσιακού” και του “σύγχρονου”», όπως την προσδιορίζει ο συγγραφέας), ούτε η δομή και οι θεματικές της μελέτης του, ούτε  η σύνθεση του Loyer, «αποτέλεσμα απίστευτης υπομονής και ζήλου», όπως σχολιάζει ο Φιλιππίδης, μια σύνθεση από την οπτική γωνία του ιστορικού της τέχνης, που συναρτά όμως τη σύγχρονη ελληνική αρχιτεκτονική και με την πολυτάραχη πολιτικοκοινωνική διαδρομή του νεοελληνικού κράτους: «ό,τι γράφτηκε για την ελληνική αρχιτεκτονική ύστερα από το 1966», αναφέρει ο Φιλιππίδης, «δεν μπορούσε να αγνοήσει τον Loyer».[5]





 «Η ελληνικότητα, ακόμα περισσότερο, ήταν η νοσταλγία για κάτι ανύπαρκτο, ένα τεχνητό συναίσθημα για κάτι επείσακτο,

με τους όρους και τις συνθήκες που επέβαλαν οι έξω επιδράσεις»

Δ. Φιλιππίδης,

Νεοελληνική Αρχιτεκτονική[6]

Η Νεοελληνική Αρχιτεκτονική γράφτηκε στην περίοδο 1976-1982, εκκινώντας από μια αόριστη, όπως αναφέρει ο συγγραφέας «επιθυμία χαρτογράφησης της εθνικής ταυτότητας στην Ελλάδα»[7] και κατέληξε να κωδικοποιήσει το σύνολο της μέχρι τότε προβληματικής του για την ελληνική αρχιτεκτονική κουλτούρα, καθώς και των αναγνωστικών του ερεθισμάτων, όπως ιδιαίτερα το βιβλίο του Amos Rapoport Ανώνυμη Αρχιτεκτονική και Πολιτιστικοί Παράγοντες, του 1969,[8] για τη μετάφραση του οποίου είχε εργαστεί τα αμέσως προηγούμενα χρόνια.[9] «Ήμασταν στο καλοκαίρι του 1976», γράφει στο αυτοβιογραφικό του κείμενο o Φιλιππίδης, « Ήθελα να συνεχίσω όσα είχα σκεφθεί από τις αρχές του 1971 στην Αμερική και είχα λίγο αργότερα υποστηρίξει στο άρθρο “Αναζητώντας την ανώνυμη αρχιτεκτονική” (1972), […] αλλά και γενικότερα στον πρόλογο για το βιβλίο του Rapoport. Με δυο λόγια, ήθελα να καταλάβω πώς γεννήθηκε η αναζήτηση της ελληνικότητας στην αρχιτεκτονική, έχοντας δύο σημεία εκκίνησης: τη σημαδιακή παρουσία του Δημήτρη Πικιώνη στην Ελλάδα και το χωριό-παιχνίδι της Μαρίας Αντουανέτας στις Βερσαλλίες. Δύο πρόσωπα που ποτέ δεν συναντήθηκαν».[10] Το γράψιμο του βιβλίου θα τον απασχολήσει εντατικά τα επόμενα πέντε τουλάχιστον χρόνια: «Η Νεοελληνική Αρχιτεκτονική ήταν για μένα μια τρομακτική δοκιμασία. Έγραφα στα κρυφά, συνωμοτικά, μήπως κανείς μου κλέψει την ιδέα. Δεν ξαναέζησα τέτοια ένταση δουλειάς και μαρτυρικής απόλαυσης να με κρατάει ξάγρυπνο τις νύχτες και να δακτυλογραφώ τις μέρες ασταμάτητα […]».[11]

Ο Φιλιππίδης θέτει, τόσο με τον υπότιτλο του βιβλίου («Αρχιτεκτονική θεωρία και πράξη (1830-1980) σαν αντανάκλαση των ιδεολογικών επιλογών της νεοελληνικής κουλτούρας»), όσο και από την πρώτη σελίδα της «Εισαγωγής» του, τον στόχο του βιβλίου: «Σκοπός μας είναι η αναζήτηση και η διερεύνηση […] εκείνων των σταθερών που μπορούν να χρησιμεύσουν σαν ερμηνευτικό εργαλείο της πορείας της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής». Σταθερών που οδηγούν «στην εξέταση της αρχιτεκτονικής σαν ιδεολογίας, μια και η κρίσιμη σχέση ανάμεσα σε μορφή και περιεχόμενο καθορίζεται από ιδεολογικούς μηχανισμούς».[12] Θέτει λοιπόν ως βασική υπόθεση εργασίας την ύπαρξη «ενός κύριου κέντρου αναφοράς της κυρίαρχης αρχιτεκτονικής ιδεολογίας στην Ελλάδα: την αναζήτηση του εθνικού χαρακτήρα που συμβατικά ονομάζεται “αναζήτηση της ελληνικότητας”».[13] Με την υπόθεση αυτή συναρτά τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη γηγενή παράδοση και τις ξένες επιδράσεις,[14] το διαρκές δίπολο τοπικού-διεθνούς που, κατ’ αυτόν, καθορίζει διαχρονικά την ελληνική αρχιτεκτονική. Η υπόθεση εργασίας του τον υποχρεώνει να επιλέξει ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο εύρος πεδίου μελέτης που εκκινεί χρονολογικά από τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους –εξ ίσου φιλόδοξο με εκείνο του νεαρού François Loyer, περίπου είκοσι χρόνια νωρίτερα.

Διατρέχοντας το ιστορικό του διάγραμμα, ο Φιλιππίδης οργανώνει τον λόγο του, όπως το απαιτεί η ιστοριογραφική παράδοση, «πάνω σε έναν ιστό ονομάτων, γεγονότων και έργων».[15] Τεκμηριώνει την αρχική του υπόθεση προσεγγίζοντας παράλληλα και συνδέοντας διαφορετικά πεδία της ελληνικής αρχιτεκτονικής κουλτούρας: πολεοδομικός σχεδιασμός, κατασκευαστικές τεχνικές και οικοδομική πρακτική, θεσμικό πλαίσιο παραγωγής του χώρου, εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, οπτικές της παράδοσης, αρχιτεκτονικές σπουδές, επαγγελματική πρακτική, ιστοριογραφία - θεωρία - κριτική. Ενσκύπτει ευσυνείδητα στις σύγχρονές του κοινωνιολογικές και ιστορικές μελέτες που αποπειρώνται ερμηνείες του ελληνικού φαινομένου, τόσο δημοφιλείς στα χρόνια αμέσως μετά τη μεταπολίτευση (Σβορώνος, Δημαράς, Μουζέλης, Φίλιππος Ηλιού, Τσουκαλάς, Βεργόπουλος, Φίλιας). Αποδελτιώνει σχολαστικά τα δημοσιεύματα που αφορούν τις ιδεολογικές διαμάχες του μεσοπολέμου. Τολμάει για πρώτη φορά να μιλήσει για μια σύγχρονη ανώνυμη (μικροαστική) αρχιτεκτονική παράδοση συναρτημένη τόσο με την επίσημη αρχιτεκτονική του 19ου αιώνα, όσο και με τις δυο σημαντικές περιόδους του ελληνικού μοντερνισμού, πριν και μετά τον πόλεμο.[16]

ΙΙ.
«Έργα με τέτοια φιλοδοξία και με τέτοια αντικειμενικά ποσοτικά και ποιοτικά γνωρίσματα, περιέχουν από τις ίδιες τις προθέσεις τους και τη δομή τους, ζητήματα διαφωνίας όχι μόνο από άλλους μελετητές αλλά, νομίζω,
και από τον ίδιο τον συγγραφέα τους»
Δ. Φατούρος,
«Νεοελληνική Αρχιτεκτονική 2»[17]

Η έκδοση θα αποτελέσει, αμέσως μετά την κυκλοφορία της, το αντικείμενο τριών, απ’ όσο γνωρίζω,  βιβλιοκρισιών στον ειδικευμένο ή τον καθημερινό τύπο (Φατούρος, Κονταράτος, Γεωργιάδης) και μιας ακόμη που έμεινε τότε αδημοσίευτη (Τουρνικιώτης), καθώς και σποραδικών αναφορών στη συνέχεια σε ιστοριογραφικά κείμενα μέχρι και το 2014. Οι κριτικές προσεγγίσεις του βιβλίου συγκλίνουν όλες στο ότι πρόκειται για μια έκδοση-σταθμό για την ελληνική ιστοριογραφία και για ένα έργο αναφοράς, δεν συμφωνούν όμως πάντα σχετικά με την πειστικότητα του μεθοδολογικού σχήματος και της κεντρικής υπόθεσης εργασίας.

Η πρώτη, εκτενής βιβλιοκρισία για τη Νεοελληνική Αρχιτεκτονική οφείλεται στον Σάββα Κονταράτο και δημοσιεύεται στο αμέσως επόμενο, μετά την έκδοσή της, τεύχος των Αρχιτεκτονικών Θεμάτων, το 1985.[18] Ο Κονταράτος χαιρετίζει την υπόθεση εργασίας του συγγραφέα τονίζοντας «τη σημασία που έχει για την κατανόηση των αρχιτεκτονικών γεγονότων η διερεύνηση των ιδεολογιών με τις οποίες συνδέονται» και υποστηρίζοντας ότι το βιβλίο «αποκαλύπτει για μια ακόμη φορά την εμβέλεια αυτής της μεθόδου». Επαινεί ακόμη τη «διακριτική» του στάση απέναντι στην πρόσφατη επώνυμη αρχιτεκτονική παραγωγή, στάση που «αποφεύγει γενικά τους χαρακτηρισμούς που θα πρόδιδαν τη χρησιμοποίηση καθαρά υποκειμενικών κριτηρίων ή κάποια μονομέρεια οφειλόμενη σε προσωπικές κλίσεις». Αν και, όπως γράφει, ο Φιλιππίδης «δεν παραλείπει να εξάρει τη σημασία ορισμένων έργων και τον ρόλο κάποιων δημιουργών» [Πικιώνη – Κωνσταντινίδη – Βαλσαμάκη – Ζενέτου και εν μέρει Εργαστηρίου 66], χωρίς να «επιχειρεί να μεταβάλει τις καθιερωμένες αξιολογήσεις».[19] Σε κάθε περίπτωση και αν εξαιρέσουμε επιμέρους κριτικές παρατηρήσεις, ο Κονταράτος θεωρεί ότι ο συγγραφέας πέτυχε τον θεωρητικό του στόχο, κατορθώνοντας «να στήσει ένα ιστοριογραφικό σχεδίασμα που όχι μόνο αναπαριστάνει πειστικά […] την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής στον τόπο μας τα τελευταία 150 χρόνια, αλλά και φέρνει στην επιφάνεια την εσώτερη διαλεκτική αυτής της εξέλιξης», ενώ διαβλέπει ότι η έκδοση επιβάλλεται ως «βιβλίο-σταθμός», που θα αποτελέσει «μια νέα πρόσφορη αφετηρία για παραπέρα έρευνες και επανεκτιμήσεις».

Διαφορετική είναι η προσέγγιση της δεύτερης βιβλιοκρισίας που δημοσιεύεται από τον Σωκράτη Γεωργιάδη στο Δελτίο του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, επίσης το 1985.[20] Ο νεαρός τότε ιστορικός και θεωρητικός επισημαίνει αρχικά ότι η έκδοση, «έργο κριτικής ιστοριογραφίας εξαιρετικά πολυσύνθετο», αποτέλεσε «το σημαντικότερο αρχιτεκτονικό γεγονός της χρονιάς που πέρασε –και ίσως όχι μόνο αυτής», προσθέτοντας ότι «το υλικό συγκεντρώνεται [από τον συγγραφέα] με ρανκεϊκή –θάλεγε κανείς– ευσυνειδησία [αναφορά στον Γερμανό θεμελιωτή της σύγχρονης ιστορικής μεθοδολογίας], προσφέροντας τελικά μια συλλογή ανεκτίμητης αξίας». Θα αμφισβητήσει όμως, στη συνέχεια, τη βασική υπόθεση εργασίας του βιβλίου. Η «ελληνικότητα», γράφει, δεν έχει εδώ την έννοια της «“εθνικής σταθεράς” που αποτέλεσε για πολλά χρόνια (από το τέλος του 19ου αιώνα) βασική ερμηνευτική κατηγορία των φαινομένων της Τέχνης και της αρχιτεκτονικής» –και αναφέρεται εδώ χαρακτηριστικά στο βιβλίο του Nikolaus Pevsner The Englishness of English Art (1955).[21] Αντίθετα, γράφει, «όπως την τοποθετεί ο Φιλιππίδης, έχει μάλλον τον χαρακτήρα “αντισώματος” [δηλαδή “αμυντικού μηχανισμού”] που παρεμβάλλεται κατά την “μεταγραφή των ξένων ρευμάτων στην ελληνική αρχιτεκτονική” χωρίς, όπως φαίνεται τελικά, να την προφυλάσσει από έναν περιθωριακό ρόλο». Ο Γεωργιάδης υποστηρίζει ότι ο  ιστοριογραφικός άξονας του βιβλίου αδυνατεί να ερμηνεύσει πολλά από τα αρχιτεκτονικά φαινόμενα, ενώ κινδυνεύει να οδηγήσει σε ένα φαύλο κύκλο «χειρισμού» του ιστορικού υλικού και, παραπέμποντας στο κριτικό σημείωμα του Δημήτρη Φατούρου στην εφημερίδα Το Βήμα (5-5-1985), αντιπροτείνει «την εξέταση της ιστορίας της αρχιτεκτονικής πριν απ’ όλα μέσα από το πρίσμα  των ίδιων της των εσωτερικών προϋποθέσεων και ιδιαιτεροτήτων».

Είχε προηγηθεί η ολοσέλιδη, εξάστηλη επιφυλλίδα του Δημήτρη Φατούρου στο κυριακάτικο Βήμα της 5ης Μαΐου 1985,[22] δεύτερο μέρος μιας παρουσίασης που, ένα μήνα πριν, είχε αφιερώσει στον Οδηγό Μεταπολεμική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, του Ορέστη Δουμάνη, έκδοση ταυτόχρονη σχεδόν με εκείνη του Φιλιππίδη.[23] Και στα δύο του κείμενα, ο Φατούρος εστιάζει την κριτική του στις περιόδους του μοντερνισμού του 20ού αιώνα, σχολιάζοντας ταυτόχρονα ότι:  «Η μεταπολεμική περίοδος από το 1945 έως σήμερα που παρουσιάζεται στο τρίτο μέρος του βιβλίου [του Φιλιππίδη] πρέπει να διαβαστεί παράλληλα με την σύντομη κριτική εισαγωγή του Αλέκου Τζώνη και της Liane Lefaivre στον Οδηγό». Στο πρώτο σημείωμά του εντοπίζει αρχικά δύο ζητήματα: τις πολιτικές συνθήκες κάτω από τις οποίες παρήχθη ο ελληνικός μεταπολεμικός μοντερνισμός και την εμπορευματοποίηση της αρχιτεκτονικής στις μεταπολεμικές δεκαετίες που μείωσε στο ελάχιστο την παρέμβαση του κράτους στον τομέα της κατοικίας. «Η απογραφή, η ανάλυση και η αξιολόγηση της μεταπολεμικής ελληνικής αρχιτεκτονικής, δηλαδή των 40 τελευταίων χρόνων», γράφει, «δεν μπορεί να ξεχάσει την μακροχρόνια πολιτική περιπέτεια του τόπου μας, τον εμφύλιο πόλεμο και τα χρόνια που τον ακολούθησαν. Από το 1944 έως το 1952, και μετά έως τα τέλη της δεκαετίας του 1950, δεν ήταν δυνατόν να αναπτυχθεί ένας αρθρωμένος, πολιτικά ελεύθερος και κοινωνικά προσανατολισμένος αρχιτεκτονικός λόγος».[24]
Με το ερέθισμα που του δίνει η βιβλιοκρισία, και αφού πρώτα επισημάνει «τα σοβαρά προβλήματα στη διατύπωση των κριτηρίων και στις συγκριτικές κατατάξεις και αξιολογήσεις» του αρχιτεκτονικού έργου εν γένει, προβλήματα που σχετίζονται, όπως γράφει, με τα θεωρητικά ζητήματα της αρχιτεκτονικής, ο Φατούρος συντάσσει στην ουσία, στο πρώτο μέρος του κειμένου του, ένα μεθοδολογικό δοκίμιο για την κριτική ανάλυση του αρχιτεκτονικού έργου, προτείνοντας ο ίδιος ένα σύστημα κριτηρίων για την κατάταξη και αξιολόγησή του:[25] «Ένα κριτήριο», γράφει, «ιδιαίτερο, σταθερό […] είναι η οργάνωση του χώρου, οι σχέσεις και ο τρόπος κατανομής του χώρου […].  Ένα κριτήριο λοιπόν πρωτοτυπίας ή συμφωνίας με τις αρχιτεκτονικές αρχές ή τους τρόπους που κυριαρχούν σε μια περίοδο είναι βασισμένο σ’ αυτά τα ζητήματα του χώρου», και ακόμη: «Το πρώτο, το κύριο κριτήριο [πρωτοτυπίας] είναι η δημιουργία, η επιμονή και η επεξεργασία του παραδείγματος, της νέας λύσης χώρου […]». Με βάση ένα τέτοιο κριτήριο, θα μπορούσε, κατά τον Φατούρο, «να συζητηθεί, να διαβαστεί η ελληνική αρχιτεκτονική των τελευταίων 40-50 χρόνων και παλαιότερα».[26] Προτείνοντας μια τέτοια ανάγνωση του σύγχρονου αρχιτεκτονικού φαινομένου στην Ελλάδα, ο Φατούρος αποφεύγει να τοποθετηθεί ευθέως πάνω στον ιστορικό-κριτικό άξονα του Φιλιππίδη, σημειώνοντας παράλληλα ότι: «Έργα με τέτοια φιλοδοξία και με τέτοια αντικειμενικά ποσοτικά και ποιοτικά γνωρίσματα, περιέχουν από τις ίδιες τις προθέσεις τους και τη δομή τους, ζητήματα διαφωνίας όχι μόνο από άλλους μελετητές αλλά, νομίζω, και από τον ίδιο τον συγγραφέα τους», χωρίς βέβαια  να παραλείπει και αυτός να τονίσει τη σημασία του βιβλίου («έργο μεγάλης προσπάθειας και ικανότητας, σοβαρής συγκέντρωσης υλικού, ταξινόμησης και μελέτης»).

Σε ένα άρθρο του με τίτλο «Ιστοριογραφικός ετεροχρονισμός», γραμμένο κατά το μεγαλύτερο μέρος του ως βιβλιοκρισία το 1985, αλλά δημοσιευμένο το 2006 στο περιοδικό Αρχιτέκτονες,[27] ο Παναγιώτης Τουρνικιώτης επισκέπτεται εκ νέου τη Νεοελληνική Αρχιτεκτονική του Δημήτρη Φιλιππίδη. «Η συνολική αντιμετώπιση του θέματος, η σοβαρότητα και η έκταση της μελέτης, […] το υψηλό επίπεδο της παρουσίασης, περιόριζαν στο ελάχιστο», γράφει, «τις αναστολές του κριτικού εμπρός σ’ ένα παράτολμο εγχείρημα κάλυψης της αρχιτεκτονικής ιστορίας ενός τόπου […] από τόσο πολλές και σύνθετες πλευρές». Ο Τουρνικιώτης θεωρεί «πειστικό» το μεθοδολογικό σχήμα του βιβλίου, επισημαίνοντας ότι «ήταν βεβαίως φυσικό να μην εξαντληθούν οι όροι που καθόριζαν την ιστορική και κριτική αξιολόγηση των έργων, αφού έλειπε ένα πλήθος πρωτογενών στοιχείων και το σώμα της βασικής έρευνας που προϋποτίθεται», συγκλίνοντας ίσως εδώ με τις προηγούμενες κριτικές τοποθετήσεις.  «Η Νεοελληνική αρχιτεκτονική», θα υποστηρίξει κλείνοντας το κείμενό του, «αναδείχθηκε σε κάτι πολύ περισσότερο από μια σημαντική κριτική μελέτη. Ήταν βιβλίο παιδαγωγικό, είτε χρησιμοποιήθηκε ως πηγή πληροφορίας είτε ως πηγή ερεθισμάτων», και θα διαπιστώσει ότι, 22 χρόνια μετά τη δημοσίευσή της «είναι φρέσκια σαν να γράφτηκε χθες», ενώ «η ιστοριογραφία της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής δεν έχει εμπλουτιστεί με βιβλία που να αντιμετωπίζουν το συνολικό πρόβλημα ή να στηρίζονται σε ουσιαστικά καινούργια τεκμηρίωση».

III.
«η τάση για τα “μεγάλα αφηγήματα” πρέπει να έπεται της σχολαστικής βιβλιογραφικής επεξεργασίας της μικροϊστορίας,
της εύστοχης επισήμανσης του επί μέρους
και της αποκωδικοποίησής του»
Ανδρέας Γιακουμακάτος[28]

Το ζήτημα της πρωτογενούς τεκμηρίωσης θέτει και η Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ. Στο δοκίμιό της «Ζητήματα αρχιτεκτονικής ιστορίας και κριτικής» που γράφτηκε σε πρώτη μορφή το 1986,[29] η Φεσσά θα αναφερθεί στην ιστοριογραφική μεθοδολογία του Δημήτρη Φιλιππίδη τον οποίο [μαζί με τους Σημαιοφορίδη, Τζιρτζιλάκη, Γιακουμακάτο] κατατάσσει στους «οπαδούς» του «συρμού», όπως γράφει, των «ιστορικοκριτικών και μεταϊστορικών [ή αλλιώς “μεταμοντέρνων”] προσεγγίσεων», που στη διεθνή σκηνή αντιπροσωπεύονται, κατ’ αυτήν, από τους Banham, Benevolo, Venturi, Frampton, Tafuri, Dal Co, Jencks, για τις οποίες εκφράζει τον σκεπτικισμό της.[30] «Το ξαναγράψιμο της αρχιτεκτονικής ιστορίας από τους αποδομητές κριτικούς ή τους μεταμοντέρνους ιστορικούς», γράφει, «λειτούργησε εις βάρος της παραγωγής νέων ιστορικών γνώσεων», κάτι ίσως αποδεκτό στις χώρες της Δύσης, «όπου το κτιριακό παρελθόν είναι επαρκώς τεκμηριωμένο και μελετημένο», όχι όμως και στην Ελλάδα, όπου «η τεκμηρίωση, η παραγωγή νέων γνώσεων και η αυτογνωσία αποτελούν […] πρωταρχικές ανάγκες της ελληνικής αρχιτεκτονικής».[31]
           
Ιδιαίτερη αναφορά στη Νεοελληνική Αρχιτεκτονική κάνει και ο ομιλών στο πρώτο μέρος του βιβλίου Αναγνώσεις της ελληνικής μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής.[32] Η μελέτη, γράφω, αποτελεί σε κάθε περίπτωση, «μια εξαιρετική κωδικοποίηση ιδιαίτερα της ελληνικής αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα και των ιδεολογικών, αισθητικών και θεσμικών συνιστωσών της». Προχωρώ όμως παράλληλα σε δύο επισημάνσεις. Πρώτα ότι ο συγγραφέας δεν επιχειρεί πρωτογενή αρχειακή έρευνα αρχιτεκτονικού έργου (κάτι που παραδέχομαι ότι θα ήταν αδύνατο αν λάβει κανείς υπόψη του το εκτεταμένο χρονικό εύρος του αντικειμένου του), και ύστερα ότι υποφωτίζει προσωπικότητες, όπως για παράδειγμα ο Ιωάννης Δεσποτόπουλος και αρχιτέκτονες και έργα που διαμόρφωσαν το ελληνικό μεταπολεμικό μοντέρνο. Πράγματι, αν στο καταληκτικό κεφάλαιο του βιβλίου του, ο Δημήτρης Φιλιππίδης απορρίπτει αφοριστικές κατηγοριοποιήσεις της ελληνικής αρχιτεκτονικής, επικαλούμενος την πολυπλοκότητα μιας ελληνικής πραγματικότητας διχασμένης ανάμεσα σε θεωρία και πράξη («Το ελληνο-ελβετικό στυλ», γράφει χαρακτηριστικά, «το ρουστικ, η μοντέρνα αρχιτεκτονική του προπολεμικού πουρισμού ή του μεταπολεμικού high tech είναι ελληνική αρχιτεκτονική –είναι η ελληνική αρχιτεκτονική»[33]), αυτή η ευρεία αποδοχή δεν φαίνεται να αντιστοιχεί στην επιλογή του να προβάλει με αντίστοιχα υποκεφάλαια το έργο τεσσάρων μόνον «ηρωικών προσωπικοτήτων» της μεταπολεμικής περιόδου (Πικιώνης, Κωνσταντινίδης, Βαλσαμάκης, Ζενέτος), να κατασκευάσει δηλαδή γενεαλογίες, όπως έκανε στο παρελθόν και η διεθνής ιστοριογραφική παράδοση του μοντέρνου[34] –αν και χωρίς να «επιχειρεί να μεταβάλει τις καθιερωμένες αξιολογήσεις», σύμφωνα με τη χαρακτηριστική διατύπωση του Σάββα Κονταράτου.[35] 

Θα πρόσθετα σήμερα ότι ο ερμηνευτικός άξονας του Φιλιππίδη, με «κέντρο αναφοράς της κυρίαρχης αρχιτεκτονικής ιδεολογίας την αναζήτηση της ελληνικότητας υποβαθμίζει αντίστοιχα φαινόμενα δυαδικών μηχανισμών (νεωτερισμού-παράδοσης) σε χώρες της Δύσης, όπως το κίνημα του «τραντισιοναλισμού» στη μεσοπολεμική Γερμανία, στο οποίο αναφέρεται στην κριτική του ο Σωκράτης Γεωργιάδης, ή αποφεύγει να εξετάσει την εξέλιξη της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής στο πλαίσιο μιας ευρύτερης γεωγραφικής ενότητας (των νότιων Βαλκανίων και της Μεσογειακής λεκάνης), όπου μια προσεκτική έρευνα θα αποκάλυπτε αντίστοιχες «αντιδράσεις» σε όμοιους εξωτερικούς ερεθισμούς, είτε αναφερόμαστε στους δυτικόστροφους εθνικισμούς του 19ου αιώνα, είτε στο διεθνιστικό, αλλά κοινωνικά απονευρωμένο, μεσοπολεμικό μοντέρνο, είτε στο προσανατολισμένο στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής μεταπολεμικό «διεθνές στυλ» που μοιράζονται οι χώρες που δέχθηκαν τη βοήθεια του σχεδίου Μάρσαλ –Ελλάδα και Τουρκία, αλλά και Γιουγκοσλαβία του Τίτο–, όπου το δίπολο διεθνούς/τοπικής ταυτότητας βρίσκεται και εκεί στο κέντρο της συζήτησης για την αρχιτεκτονική κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.[36]


Παρ’ όλα αυτά, η έννοια της «ελληνικότητας» φαίνεται να γοητεύει και πάλι σήμερα μια νέα γενιά ερευνητών και η ισχυρή θεωρητική αφήγηση να θέλει να υποκαταστήσει την προϋπόθεση της ευρύτερης ιστοριογραφικής τεκμηρίωσης.  Ήδη από τον τίτλο που δίνει ο Κώστας Τσιαμπάος στην πρόσφατη συλλογή κειμένων του –Αμφίθυμη Νεωτερικότητα,[37] διαβλέπουμε μια επιθυμία ανάγνωσης των ίδιων διπόλων. Στο βιβλίο, εξηγεί ο συγγραφέας, «χαρτογραφούνται μετατοπίσεις ανάμεσα στο τοπικό και το διεθνές, εντοπίζονται ασυνείδητες αντιδράσεις και αντιστάσεις στη νεωτερικότητα», «μια βαθειά και διάχυτη αμφιθυμία» ως «διαχρονικά “συμπτώματα” της αρχιτεκτονικής θεωρίας και πρακτικής στην Ελλάδα του 20ού αιώνα».[38] Και όχι τυχαία, η Τίνα Καραλή, στη βιβλιοκριτική της, θεωρεί την έκδοση ως «μια συγκομιδή των πιο ανθεκτικών εμμονών της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής σκέψης και κριτικής».[39] Ο Τσιαμπάος, ήδη από το σημείωμα που συνοδεύει την έκδοση προτείνει την ανάγνωση της συλλογής των κειμένων του ως «μιας εναλλακτικής, συνοπτικής ιστορίας αρχιτεκτονικής», κάτι που η Τίνα Καραλή, μαθήτριά του στη Σχολή Αρχιτεκτόνων της Αθήνας, φαίνεται να αποδέχεται, γράφοντας ότι «ο Τσιαμπάος αναποδογυρίζει την ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής κρατώντας σημειώσεις πάνω στις πιο επίμονες όψεις της, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι τις μέρες μας». Φαίνεται έτσι να γίνεται έμμεσα αποδεκτό ότι η έμφαση πρέπει να δίνεται στις θεωρητικές αφετηρίες της ιστοριογραφίας, στις «μεγάλες αφηγήσεις», και ότι η διεύρυνση της τεκμηριωτικής βάσης της ελληνικής αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα δεν αναμένεται να μεταβάλει τις υπάρχουσες αξιολογήσεις και συνεπώς δεν είναι απαραίτητη όταν πρόκειται να γραφτεί η «μείζων» ιστορία της. Έχω ήδη διατυπώσει την ένστασή μου σε μια τέτοια προσέγγιση.[40]






ΙV.

«Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε ότι κάθε σημάδι του χτισμένου τοπίου,

και το πιο ταπεινό, επικοινωνεί μέσα από αόρατες ρίζες με το παρελθόν

και ότι πίσω από την πιο άψογα σύγχρονη επιδερμίδα κρύβονται τα ίδια φαντάσματα και οι ίδιες ψευδαισθήσεις, που πλανιόνταν εξακολουθητικά

πάνω στο πρόσωπο της ελληνικής αρχιτεκτονικής μετά το 1830»

Δ. Φιλιππίδης,

Νεοελληνική Αρχιτεκτονική[41]



«Πρέπει να δεχθούμε», γράφει ο Παναγιώτης Τουρνικιώτης στην Ιστοριογραφία της Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής, «πως υπάρχουν πολλές αφηγήσεις, δηλαδή πολλές ιστορίες που παρουσιάζουν την ίδια σειρά γεγονότων με πολύ διαφορετικούς τρόπους».[42] Η Νεοελληνική Αρχιτεκτονική είναι λοιπόν μία από τις εν δυνάμει πολλές αφηγήσεις για τη σύγχρονη ελληνική αρχιτεκτονική. Ο Φιλιππίδης κατασκευάζει εδώ, για να αναφερθώ πάλι στον Τουρνικιώτη, «την απάντηση στο ερώτημα από το οποίο ξεκίνησε» – «μια θεωρία προηγείται της ιστορίας του».[43] Για μένα παραμένει ωστόσο ασαφές αν η «ιστορία» του αυτή υποκρύπτει και τη διατύπωση μιας επιθυμητής «επικείμενης αρχιτεκτονικής πράξης», αν δηλαδή μπορούμε σ’ αυτή να διαβλέψουμε τον «ενεργητικό λόγο» που ο Τουρνικιώτης αποδίδει στους ιστορικούς της αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα.[44] Γιατί ο Φιλιππίδης αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην υπερβατική αρχιτεκτονική των «δασκάλων» και τη γοητεία που του ασκούσε ανέκαθεν ο περιθωριακός αρχιτεκτονικός λόγος.



Η έκδοση της Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής υπήρξε εξαιρετικά σημαντική γιατί μπόρεσε να κωδικοποιήσει 150 χρόνια αρχιτεκτονικής παραγωγής και να πειθαρχήσει έναν τεράστιο όγκο υλικού σε έναν ισχυρό ερμηνευτικό άξονα. Σημαντική επίσης γιατί επιχείρησε να εξετάσει το αρχιτεκτονικό φαινόμενο πολύπλευρα, να το ανοίξει προς συνιστώσες που παρέμεναν μέχρι τότε στο περιθώριο. Σημαντική ακόμη γιατί συγκροτήθηκε, παράλληλα, ως «κατάλογος» και μπόρεσε να αποτελέσει αδιαμφισβήτητο έργο αναφοράς. Το ατύχημα είναι ότι, για τουλάχιστον μια εικοσαετία, αν όχι εικοσιπενταετία μετά την κυκλοφορία της, δεν υπήρξε άλλη[45] –το βιβλίο δεν υπήρξε δηλαδή «αφετηρία για παραπέρα έρευνες και επανεκτιμήσεις» όπως πρόβλεψε ο Κονταράτος, αντίθετα αποτέλεσε (όχι άδικα!) ένα ιστοριογραφικό τοτέμ, αφού η ένδεια της αρχειακής έρευνας σε όλο αυτό το διάστημα δεν επέτρεψε νέες θεωρήσεις βασισμένες σε μια περισσότερο ολοκληρωμένη γνώση αυτού που συνέβη, ή αυτού που παρήχθη. Θα έπρεπε γι’ αυτό να αναμένουμε την τελευταία δεκαετία που αποδείχτηκε πολύ πιο παραγωγική στην έρευνα της «μικροϊστορίας» και κατά την οποία η γνώση μας για τις περιόδους και τους πρωταγωνιστές του ελληνικού μοντέρνου του 20ού αιώνα διευρύνθηκαν σημαντικά.



Η Νεοελληνική Αρχιτεκτονική αναμένει λοιπόν τώρα τους συνομιλητές της.






[1] Π. Τουρνικιώτης, Ιστοριογραφία της Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής (1999), Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2002, σελ. 218.

[2] Δ. Φιλιππίδης, Νεοελληνική Αρχιτεκτονική. Αρχιτεκτονική θεωρία και πράξη (1830-1980) σαν αντανάκλαση των ιδεολογικών επιλογών της νεοελληνικής κουλτούρας, Αθήνα: Μέλισσα, 1984.

[3] Α. Αντωνιάδης, Σύγχρονη Ελληνική Αρχιτεκτονική Αθήνα: «Άνθρωπος +Χώρος», 1979.

[4] François Loyer, Architecture de la Grèce contemporaine 1834-1966, διδακτορική διατριβή στη Faculté des Lettres et Sciences Humaines, Université de Paris Ι, Παρίσι, 1966.

[5] Δ. Φιλιππίδης, Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, σελ. 323. Όχι τυχαία, με μια αναφορά στη μελέτη του Loyer κλείνει την επιφυλλίδα του για τη Νεοελληνική Αρχιτεκτονική στο Βήμα και ο Δημήτρης Φατούρος: «Μια λεπτομερής καταγραφή, με γνώση, με αντίληψη των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών συνθηκών, περίπου 1400 σελίδες πολυγραφημένες. Μια πολύ σοβαρή μελέτη. Αυτή είναι η πηγή που ανατρέχουν όλες οι μελέτες για τη νεοελληνική αρχιτεκτονική» (Δ. Φατούρος, «Νεοελληνική Αρχιτεκτονική 2», εφημ. Το Βήμα, 5-5-1985. Περισσότερα από 30 χρόνια μετά, η Τίνα Καραλή διαπιστώνει ότι η διατριβή του François Loyer υπήρξε «στρατηγικής σημασίας για την θεμελίωση των όρων με τους οποίους συνδέθηκε ο μοντερνισμός με την ελληνικότητα στην σύγχρονη ελληνική ιστοριογραφία». «Η μελέτη αυτή που ουδόλως συμπωματικά προήλθε από έναν Γάλλο ιστορικό αρχιτεκτονικής», υποστηρίζει, «καλλιέργησε το θεωρητικό υπέδαφος πάνω στο οποίο κινήθηκαν πολλές μείζονες μελέτες έκτοτε, όπως η Νεοελληνική Αρχιτεκτονική του Δημήτρη Φιλιππίδη», βλ., Τίνα Καραλή, «Αμφίθυμη νεωτερικότητα (Βιβλιοκριτική)», ανάρτηση στο, Archetype.gr, Απρίλιος 2018.

[6] Δ. Φιλιππίδης, Νεοελληνική Αρχιτεκτονική,  σελ. 399.

[7] Δ. Φιλιππίδης, Εγώ γράφω. Η ζωή μέσα από τα βιβλία, Αθήνα: Μέλισσα, 2018.

[8] Amos Rapoport, Ανώνυμη αρχιτεκτονική και πολιτιστικοί παράγοντες, μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια Δ. Φιλιππίδη, Αθήνα: έκδοση Αρχιτεκτονικά Θέματα, 1976.

[9] «Η ευρύτητα της ματιάς αυτού του βιβλίου, που διάβασα λίγο πριν αρχίσω τις μεταπτυχιακές σπουδές μου και ενόσω ακόμα έψαχνα να βρω το δρόμο μου, με επηρέασε βαθιά», Δ. Φιλιππίδης, Εγώ γράφω, ό.π.

[10] Ibid.

[11] Ibid.

[12] Νεοελληνική Αρχιτεκτονική,  σελ. 13.

[13] Ibid, σελ. 14.

[14] Ibid, σελ. 14, 16.

[15] Π. Τουρνικιώτης, Ιστοριογραφία της Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής, σελ. 214.

[16] Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, σελ. 245-249, 382-388. Κλείνοντας την «Εισαγωγή» του στο βιβλίο του Rapoport, ήδη το 1976, ο Φιλιππίδης προαναγγέλλει έναν από τους βασικούς άξονες της δικής του «ιστορίας»: Με την ίδια λογική, η ιστορία της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής δεν θα έπρεπε να συγκεντρώνει όλο το ενδιαφέρον της στα πέντε δέκα σύγχρονα έργα που μιμούνται με επιτυχία ξένα πρότυπα, αλλά να εξετάζει και «ανώνυμα» κτίσματα, φτιαγμένα από τεχνίτες εμπειρικούς και «λαϊκούς» εργολάβους, ή ακόμα και από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες τους. Έτσι, η ιστορία της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής θα έμπαινε σε σωστότερη βάση, γιατί θα έδινε μια πιο αντιπροσωπευτική εικόνα της πραγματικότητας» (Δ. Φιλιππίδης, «Εισαγωγή», στο: Amos Rapoport, Ανώνυμη αρχιτεκτονική και πολιτιστικοί παράγοντες, σελ. 6-13, 13).
[17] Δ. Φατούρος, «Νεοελληνική Αρχιτεκτονική 2», εφημ. Το Βήμα, 5-5-1985.

[18] Σ. Κονταράτος, «Νεοελληνική Αρχιτεκτονική», Αρχιτεκτονικά Θέματα, 19/1985, σελ. 10-11.

[19] «Δύσκολα όμως», προσθέτει, «θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει μια τέτοια επιλογή υποκειμενική». Απόδειξη, κατά τον συγγραφέα, οι παρόμοιες επιλογές του Οδηγού Μεταπολεμική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, 1945-1983, σε επιμέλεια του Ορέστη Δουμάνη, που είχε κυκλοφορήσει σχεδόν ταυτόχρονα με τη Νεοελληνική Αρχιτεκτονική (Βλ., Ο. Δουμάνης [επιμ.], Μεταπολεμική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, 1945-1983, Αθήνα: Αρχιτεκτονικά Θέματα, 1984).

[20] Σ. Γεωργιάδης, Δελτίο του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, τ. 4-5/1985, σελ. 12-13.
[21] Πρβλ., το μεταγενέστερο άρθρο του William Whyte, «The Englishness of English Architecture. Modernism and the Making of a National International Style, 1927-1957», στο, Journal of British Studies, Volume 48, Issue 2, April 2009 , σελ. 441-465.
[22] Δ. Φατούρος, «Νεοελληνική Αρχιτεκτονική 2», εφημ. Το Βήμα, 5-5-1985.
[23] Δ. Φατούρος, «Νεοελληνική Αρχιτεκτονική», εφημ. Το Βήμα, 7-4-1985.
[24] Δ. Φατούρος, «Νεοελληνική Αρχιτεκτονική», εφημ. Το Βήμα, 7-4-1985.
[25] Ο Φατούρος θα διατυπώσει με συνεκτικό τρόπο μια θεωρία για την κριτική της αρχιτεκτονικής 18 χρόνια μετά, στο βιβλίο του Η Επιμονή της αρχιτεκτονικής, Αθήνα: Καστανιώτης, 2003.
[26]
«Ένα κριτήριο ιδιαίτερο, σταθερό […] είναι η οργάνωση του χώρου, οι σχέσεις και ο τρόπος κατανομής του χώρου. Πώς συνδέονται, οριζόντια και κατακόρυφα, πώς διακρίνονται και τι σημαίνουν εσωτερικοί, εξωτερικοί, κλειστοί, υπαίθριοι και ημιυπαίθριοι χώροι, κτλ. […] Ένα κριτήριο λοιπόν πρωτοτυπίας ή συμφωνίας με τις αρχιτεκτονικές αρχές ή τους τρόπους που κυριαρχούν σε μια περίοδο είναι βασισμένο σ’ αυτά τα ζητήματα του χώρου». και συνεχίζει: «Πόσο ένα έργο αρχιτεκτονικής είναι ένα καινούργιο παράδειγμα στην οργάνωση του χώρου; […] Η επεξεργασία μιας πρωτότυπης, λιγότερο ή περισσότερο, αρχής ή συστήματος χώρου, γίνεται με περισσότερη ή λιγότερη συνέπεια στις αρχές, στους τρόπους του συστήματος, με περισσότερη ή λιγότερη πολυπλοκότητα, κτλ. […] Το πρώτο [όμως], το κύριο κριτήριο [πρωτοτυπίας] είναι η δημιουργία, η επιμονή και η επεξεργασία του παραδείγματος, της νέας λύσης χώρου […]». Με βάση αυτό το κριτήριο, λοιπόν, «θα μπορούσε να συζητηθεί, να διαβαστεί η ελληνική αρχιτεκτονική των τελευταίων 40-50 χρόνων και παλαιότερα», Δ. Φατούρος, «Νεοελληνική Αρχιτεκτονική 2», ό.π.




[27] Π. Τουρνικιώτης, «Νεοελληνική αρχιτεκτονική. Ζητήματα ιστοριογραφίας», Αρχιτέκτονες ………/2006, σελ. 67–69. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο πλαίσιο του αφιερώματος «Νεοελληνική αρχιτεκτονική. Ζητήματα ιστοριογραφίας».
[28] Α. Γιακουμακάτος, «Για μια μακρινή αρχιτεκτονική», Αρχιτεκτονικά Θέματα 22/1988, σελ. 10–11, 11.
[29] Περίληψη του κειμένου δημοσιεύθηκε στα Θέματα Χώρου+Τεχνών 18/1987, σελ. 13-21, ενώ στο σύνολό του το δοκίμιο περιελήφθη στο βιβλίο της Δοκίμια για τη Νέα Ελληνική Αρχιτεκτονική, το 2001 (σελ. 119-137).
[30] Ε. Φεσσά-Εμμανουήλ, Δοκίμια για τη Νέα Ελληνική Αρχιτεκτονική, σελ. 125, 127 και 382, σημ. 20, 24 και 25. Πολύ αργότερα, στο αυτοβιογραφικό του κείμενο, ο Φιλιππίδης θα σημειώσει: «Διάβαζα φιλότιμα ότι γραφόταν για τον κλάδο μου, την αρχιτεκτονική, αλλά ταυτόχρονα διαπίστωνα ότι ήμουν αλλεργικός σε πολλά από αυτά τα κείμενα, εκτός από λιγοστές εξαιρέσεις που μπορούσαν να με τραβήξουν: ανέφερα πριν τον Robert Venturi, ας προσθέσω τώρα τους Reyner Banham, Kevin Lynch και Aldo Rossi που ήθελα στα κρυφά να μιμηθώ» (Εγώ γράφω, ό.π.).
[31]
Ibid, σελ. 131.



[32] Π. Τσακόπουλος, Αναγνώσεις της ελληνικής μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής, σελ. 194.

[33] Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, σελ. 399.

[34] «Με την εξαίρεση του Collins και του Tafuri, που μετατόπισαν το επίπεδο της ιστορικής ανάλυσης, η μορφολογική περιγραφή της μοντέρνας αρχιτεκτονικής αποτελεί έναν κανόνα, σε όλες τις ιστορίες, επιτρέποντας τον προσδιορισμό ενός συνόλου διακριτικών σημείων που λειτουργούν ως στερεότυπα, τη συγκρότηση ενός καταλόγου παραδειγματικών κτιρίων που σηματοδοτούν το μοντέρνο κίνημα, και την εξύμνηση του έργου και του πνεύματος ενός, δύο, τριών ή τεσσάρων δασκάλων που αποκάλυψαν τις θεμελιώδεις αρχές της μοντέρνας αρχιτεκτονικής», Π. Τουρνικιώτης, Ιστοριογραφία της Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής, σελ. 206-207.

[35] «Στη δεκαετία του ’30, ο Pevsner, ο Kaufmann και ο Giedion εγκαθίδρυσαν τα ιστορικά θεμέλια του μοντέρνου κινήματος, κατασκευάζουν γενεαλογίες που το παρουσίαζαν ως ριζική αλλά δικαιολογημένη επανάσταση, στην προοπτική μιας ανιούσας κλίμακας της ιστορίας», Π. Τουρνικιώτης, ό.π., σελ. 209.

[36] Θα θυμίσω εδώ τις αντιπαραθέσεις για τα Hilton της Κωνσταντινούπολης και του Καΐρου, παράλληλα με εκείνες για το Hilton της Αθήνας.

[37] Κ. Τσιαμπάος, Αμφίθυμη νεωτερικότητα. 9+1 κείμενα για τη μοντέρνα αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2017.


[38] Μια μάλλον «περιγραφική» βλιοκρισία για το βιβλίο δημοσίευσε ο Δημήτρης Φιλιππίδης, βλ., Δ. Φιλιππίδης, «Κριτικές όψεις της νεωτερικότητας», Εφημερίδα των Συντακτών, 10-2-2018.

[39] Βλ., «Αμφίθυμη νεωτερικότητα (Βιβλιοκριτική)», ανάρτηση στο, Archetype.gr, Απρίλιος 2018. Σύμφωνα με τη διατύπωση της Καραλή, «το ζήτημα της επινοημένης κληρονομιάς μέσα από το τριμερές σχήμα “μοντέρνα αρχιτεκτονική/ ελληνικότητα/ αρχαιότητα”, διατρέχει το σύνολο του βιβλίου ως ένα επίμονο basso continuo».

[40] «Η ελληνική ιστοριογραφία αναζήτησε συστηματικά στην αρχιτεκτονική παραγωγή μεμονωμένα “έργα τέχνης” και ισχυρά θεωρητικά/ιδεολογικά υπόβαθρα, με κυριότερο το δίπολο τοπικού-μοντέρνου ή παραδοσιακού-διεθνιστικού, προτίμησε να αναδείξει σχεδόν αποκλειστικά τις “ηρωικές” προσωπικότητες της αρχιτεκτονικής σκηνής, δεν εστίασε αρκετά στην αρχιτεκτονική σύνταξη και δεν μελέτησε σε βάθος τα ρεύματα και τους αρχιτέκτονες που τα υπηρέτησαν, ούτε τα θραύσματα ποιότητας στη μαζική αρχιτεκτονική παραγωγή του μεταπολεμικού μοντερνισμού», βλ., Π. Τσακόπουλος, Αναγνώσεις της ελληνικής μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής, σελ. 188.

[41] Δ. Φιλιππίδης, Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, σελ. 409.

[42] Π. Τουρνικιώτης, «Νεοελληνική αρχιτεκτονική. Ζητήματα ιστοριογραφίας», σελ. 205.

[43] Π. Τουρνικιώτης, ό.π., σελ. 216. «Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε», διαβάσουμε στην καταληκτική φράση της Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής, «ότι κάθε σημάδι του χτισμένου τοπίου, και το πιο ταπεινό, επικοινωνεί μέσα από αόρατες ρίζες με το παρελθόν και ότι πίσω από την πιο άψογα σύγχρονη επιδερμίδα κρύβονται τα ίδια φαντάσματα και οι ίδιες ψευδαισθήσεις, που πλανιόνταν εξακολουθητικά πάνω στο πρόσωπο της ελληνικής αρχιτεκτονικής μετά το 1830», Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, σελ. 409.

[44] Ιστοριογραφία της Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής, σελ. 209-211.


[45] To 2003 εκδόθηκε το βιβλίο του Ανδρέα Γιακουμακάτου, Ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής 20ος αιώνας (εκδόσεις Νεφέλη), ως μια «οργανική ιστοριογραφική σύνθεση», σύμφωνα με τον συγγραφέα του, «που επιδιώκει να αναδείξει διαχρονικές αξίες και πρότυπα αναφοράς για τον σημερινό σχεδιαστικό προβληματισμό». Το βιβλίο αποτελούσε ωστόσο, κατά βάση, επεξεργασμένη έκδοση ενός προηγούμενου εκτεταμένου άρθρου του συγγραφέα στα Αρχιτεκτονικά Θέματα. Το 2013 εκδίδεται στο Λονδίνο, στην αγγλική γλώσσα, το βιβλίο των Αλέξανδρου Τζώνη και Άλκηστης Ρόδη, Greece. Modern architectures in history (London: Reaction Books), που αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη, μετά την έκδοση της Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής, ανάλογη απόπειρα, με πεδίο που εκτείνεται επίσης από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους μέχρι τις μέρες μας. Όπως έχω γράψει, «Το βιβλίο εστιάζει ιδιαίτερα στο ιστορικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο και πολύ λιγότερο σε συντακτικές και υφολογικές συναρτήσεις (αποφεύγεται γενικά η άρθρωση με την παράλληλη διεθνή αρχιτεκτονική παραγωγή), ερμηνεύοντας τις διαφορετικές περιόδους της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής μέσα από αυτό το πρίσμα και κρατώντας ως άξονα αναφοράς τις «μεγάλες προσωπικότητες» (Καυταντζόγλου, Τσίλλερ, Κοντολέοντα, Μητσάκη, Πικιώνη, Κωνσταντινίδη, Ζενέτο, Βαλσαμάκη, Δ. και Σ. Αντωνακάκη, Τ. και Δ. Μπίρη) και ακόμα περισσότερο τα επιλεγμένα έργα τους. […] Παρά την απουσία πρωτογενούς έρευνας για την αρχιτεκτονική παραγωγή (οι συγγραφείς δέχονται ότι βασίζονται στις προγενέστερες τεκμηριώσεις), το βιβλίο αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα θεώρηση, θα έλεγα συμπληρωματική του “ιδεολογικού” άξονα ερμηνείας του Φιλιππίδη στη Νεοελληνική Αρχιτεκτονική του, τριάντα χρόνια πριν», βλ., Π. Τσακόπουλος, Αναγνώσεις της ελληνικής μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής, σελ. 188-189.


Την ομιλία αυτή μπορείτε να την παρακολουθήσετε βιντεοσκοπημένη με την ευγενική προσφορά του ιστότοπου blod.gr κάνοντας ΚΛΙΚ εδώ




07.


«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΟΣ 

ΤΗΣ (ΝΕΟ)-ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ» 



Παναγιώτης Τουρνικιώτης
Καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ



Σε αναμονή αποστολής της εισήγησή του.

Την ομιλία αυτή μπορείτε να την παρακολουθήσετε βιντεοσκοπημένη με την ευγενική προσφορά του ιστότοπου blod.gr κάνοντας ΚΛΙΚ εδώ




Πρώτη Απογευματινή Συνεδρία

ΘΕΜΑΤΙΚH ΕΝΟΤΗΤA Γ΄
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

Συντονιστής: 
Γιάννης Κίζης, 
Ομότιμος Καθηγητής ΕΜΠ


Γιάννης Κίζης

08.

  
“Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΩΝ ΑΝΗΣΥΧΩΝ ΤΟΠΙΩΝ” 

Νίκος Σκουτέλης, 

Αναπληρωτής Καθηγητής στην Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών 
του Πολυτεχνείου Κρήτης

Νίκος Σκουτέλης



      Το θέμα του Ελεύθερου Σχεδίου στις πρώτες Πανελλήνιες Εξετάσεις το 1980, εκεί που περιμέναμε μια σύνθεση αντικειμένων για να την μεταφέρουμε σε σχέδιο στο χαρτί, ζητήθηκε να αντιγραφεί ασπρόμαυρη φωτογραφία της εισόδου του Πολυτεχνείου από την οδό Στουρνάρη. Ήταν πρώτη φορά που σε διαγώνισμα έπαιρνα μη προβιβάσιμο βαθμό, γεγονός που δεν μου επέτρεψε να σπουδάσω στο Μετσόβιο κι έτσι δεν είχα ποτέ τον Δημήτρη Φιλιππίδη καθηγητή. Η μαθητεία μου κοντά του προέκυψε πολύ αργότερα, όταν πλέον ήμουν ελεύθερος επαγγελματίας στο Ηράκλειο, θέμα που θα παρουσιαστεί παρακάτω.

Η είσοδος του Ε.Μ.Π. από την οδό Στουρνάρη, ως θέμα στην εξέταση του Ελεύθερου Σχεδίου, στις πρώτες Πανελλήνιες Εξετάσεις το 1980.







      Οι σπουδές μου έγιναν εξολοκλήρου στην Βενετία, στο Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής, από το 1981 έως το 1987. Η διδασκαλία στην Σχολή εκείνη, με καθηγητές κάποιες από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της τότε διανόησης στην Αρχιτεκτονική, για μένανε πλαισιωνόταν παράλληλα από τις γνωριμίες και την μελέτη της Ελληνικής Ιστορίας στο Ελληνικό Ινστιτούτο της Βενετίας, όπου γνωρίστηκα με τους Νίκο Παναγιωτάκη, Θαλή Αργυρόπουλο, Διονύσιο Ζήβα, Νίκο Χατζηνικολάου και με όλους τους τότε υπότροφους, πολλοί από τους οποίους είναι σήμερα οι καλύτεροι φίλοι μου.

     Η μητέρα μου έστελνε βιβλία κάθε τόσο, ποίηση και λογοτεχνία, και μαζί την Νεοελληνική Αρχιτεκτονική του Φιλιππίδη, που μελέτησα παράλληλα με την Μοντέρνα Ιταλική Αρχιτεκτονική του Manfredo Tafuri, το 1986. Κάθε καλοκαίρι η βιβλιοθήκη μου εμπλουτιζόταν κι από ένα νησάκι της Μέλισσας, κι εκεί πάντα πρώτο πρώτο, διάβαζα αυτό το όνομα: Δημήτρης Φιλιππίδης. Άρχισα να πιστεύω, κι ακόμη σήμερα δεν νομίζω να έσφαλα, ότι η μισή ελληνική βιβλιογραφία περί Αρχιτεκτονικής ήταν μάλλον γραμμένη από τον ίδιο άνθρωπο, κι έτσι φτάνουμε στο 1ο συμπέρασμα, πώς ο Δημήτρης Φιλιππίδης είναι ο πρώτο δάσκαλος εξ’ αποστάσεως, ο δάσκαλος των απανταχού αρχιτεκτόνων της διασποράς.

       Τα πράγματα της πατρίδας με ακολουθούσαν μέσω του Ελληνικού Ινστιτούτου, και οραματίστηκα μιαν ιστορία της επίδρασης των Βενετών στις πόλεις και στην ύπαιθρο, σε Κέρκυρα, Κρήτη, Τήνο, Κήθυρα, Κύπρο, Αστυπάλαια, μιαν αναπαράσταση του συνόλου για το φαινόμενο της καθ’ ημάς Αναγέννησης. Πέρναγα τον ελεύθερο χρόνο μου στο Κρατικό Αρχείο συλλέγοντας πληροφορίες, ώστε στο τέλος μαζί με το πτυχίο του αρχιτέκτονα θα μπορούσα να πω ότι πήρα και εκείνο του ιστοριοδίφη. Παρόλο που δεν είχα συγκροτήσει ένα σχέδιο εργασίας, ο Θαλής Αργυρόπουλος με είχε πείσει να υποβάλλω αίτημα εκπόνησης διδακτορικής διατριβής στο Αριστοτέλειο, γεγονός που προωθήθηκε το 1991, τότε που το καλοκαίρι στην 5η Διεθνή Biennale έφτασε στην Βενετία το έργο του Πικιώνη και μαζί του ο Αλέξανδρος Τομπάζης, ο Νίκος Βαλσαμάκης, η Σουζάνα και ο Δημήτρης Αντωνακάκης.

       Πάρα πολύ τυχαίες και απροσδόκητες συγκυρίες με έφεραν τον Νοέμβριο του 1993 πίσω στην Κρήτη, με βαλίτσες γεμάτες βιβλία για την Βενετοκρατία. Η επαγγελματική πρακτική όμως κάλυψε τα υπόλοιπα ενδιαφέροντα και ο ιστορικός που εκκολαπτόταν μέσα μου πάγωσε για πολύ, έως το 1998. όταν μέσα από την παράδοση, τα καραγκούνικα, τις φουστανέλες και το τουρκομπαρόκ που ανέλυε η ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ της ΜΕΛΙΣΣΑΣ, αναδύθηκε το θαύμα: Οι Διακοσμητικές Τέχνες στην Ελληνική Αρχιτεκτονική. Ένα θέμα και μία ορολογία τόσο ταμπού για τους σύγχρονους αρχιτέκτονες, υπήρχε λοιπόν άνθρωπος που τόλμησε να το επαναφέρει. Εκεί διάβασα τα εξαιρετικά κεφάλαια με τίτλους: 5 μύθοι για την διακόσμηση, τα όρια των διακοσμητικών τεχνών, ιστορική συνέχεια και ρήξεις, σταθερότητα και αλλαγή, . . . το περιεχόμενο της διακόσμησης. Λυπούμαι στην σκέψη ότι κάποιοι ακόμη σήμερα, αυτό το βιβλίο το θεωρούν παραπαίδι του. Εκεί διάβασα στην σελίδα 246, για την «. . . έκφραση ενός απτού κόσμου σαν σμίκρυνση της τότε ζωής μέσω της τέχνης, ώστε να μπορέσει να χωρέσει στους τοίχους και στις οροφές ενός σπιτιού» και στην σελίδα 247 ότι «. . . ο χρόνος είναι στην πραγματικότητα άχρονος, η ροή του έχει σταματήσει' πουθενά δεν υπάρχουν ενδείξεις για τις εποχές ή τις ώρες της ημέρας». Ερχόταν τέτοιες σκέψεις να επιβεβαιώσουν άλλες που είχα βρεί διαβάζοντας τον Jorge Louis Borges, τον Giulio Carlo Argan, τον Jacques Le Goff.

       Φτάνουμε στο 2ο συμπέρασμα, σχετικά με την διδασκαλία του Δημήτρη Φιλιππίδη: δια της αρχιτεκτονικής μπορεί κανείς να φιλοσοφεί. Τότε κατάλαβα ότι οι σκόρπιες σκέψεις για την δική μου Βενετοκρατία θα μπορούσαν να ειδωθούν μέσα από διαφοροποιημένα πρίσματα και όχι ένα μόνο, καθαρά επιστημονικό. Αυτό θα μπορούσε να γίνει με τις οδηγίες αυτού του ανθρώπου. Τον έψαξα, του τηλεφώνησα, τον γνώρισα σε μια συζήτηση που κράτησε τρείς ώρες. Έτσι κατάφερα μετά από λίγο να περάσω αυτή την πόρτα της οδού Στουρνάρη, υποψήφιος διδάκτωρ στα 36. Ως δάσκαλος ο Φιλιππίδης αυτό που έκανε ήταν να με ρωτάει.


Εγώ απαντούσα από το 1998 έως το 2006, όταν παρουσίασα την διατριβή. Πρέπει να βρεθήκαμε τουλάχιστον δέκα φορές στην Αθήνα και στο Ηράκλειο και πολλές φορές στο τηλέφωνο. Ενδιάμεσα όταν σχεδίαζε τον τόμο «ΑΙΓΑΙΟ - αρχιτεκτονική» με έβαλε στα δύσκολα. Ενώ δεν είχα ακόμη δείξει κάτι ολοκληρωμένο σε γραπτό, αυτός μου ζήτησε να περιγράψω σε δέκα σελίδες την Κρήτη και τις ιδιομορφίες της αρχιτεκτονικής της, μονορούφι. Οδηγούμαι στο 3ο συμπέρασμα: η μέθοδος Φιλιππίδη έγκειται σε πονηρές ερωτήσεις και σε σπρώξιμο σε βαθειά νερά. Αργότερα επιβεβαίωσε το σχήμα που θα ελάμβανε η διατριβή μου, την διόρθωσε σε κάθε της λεπτομέρεια, δύο φορές και εκείνος με παρότρυνε να χτυπήσω πόρτες εκδοτών. 

4ο συμπέρασμα: ο Φιλιππίδης είναι δάσκαλος και οδηγός σε δύσβατους τόπους, καταπιάνεται με τα περιφερειακά γεγονότα όσο και με τα επίσημα, τα κεντρικά, τα ευδιάκριτα, ασχολείται με ό,τι βρίσκεται γύρω του όσο δύστροπο και ανεπίσημο, μπορεί και δυσάρεστο να φαίνεται, κόντρα στις μόδες φτιάχνει την δική του μόδα, εκτίθεται στις αντιφάσεις, γιατί δεν φοβάται τα ανήσυχα τοπία. Έτσι και διδάσκει, δίνοντας ασκήσεις θάρρους.

Σε αυτόν οφείλω μιαν αίσθηση σιγουριάς για όσα γνωρίζω, για εκείνα που λέω, και τώρα μετά από δώδεκα από την ολοκλήρωση τυπικά της μαθητείας μου, η σιγουριά αυτή πήρε χαρακτήρα σταθερότητας, επιμονής και δύναμης που μου επικοινωνεί όταν τον βρίσκω τα πρωινά στο 2106711030.

Ηράκλειο Κρήτης, Απρίλιος 2018


Την  ομιλία αυτή, μπορείτε να την παρακολουθήσετε βιντεοσκοπημένη με την ευγενική προσφορά του ιστότοπου blod.gr κάνοντας ΚΛΙΚ εδώ



09.


“ΔΑΙΔΑΛΕΟ ΦΩΣ” 



Τηλέμαχος Ανδριανόπουλος, 

Επίκουρος Καθηγητής ΕΜΠ


Τηλέμαχος Ανδριανόπουλος

Κάντε ΚΛΙΚ εδώ για να δείτε το σχετικό βίντεο που προετοίμασε ο ίδιος ο ομιλητής


10.


"Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΒΟΩΝΤΟΣ" 

Στέλιος Γιαμαρέλος, 
Διδάσκων ιστορίας και θεωρίας της αρχιτεκτονικής, The Bartlett School of Architecture UCL

Στέλιος Γιαμαρέλος

Ευχαριστώ πολύ τον Γιώργο Τριανταφύλλου, τους επιμελητές και τις εκδόσεις Μέλισσα για την πρόσκληση. Ευχαριστώ επίσης τον Δημήτρη Φιλιππίδη, τον Παναγιώτη Τουρνικιώτη, την Μάρω Καρδαμήτση-Αδάμη και την Αθηνά Αγγελοπούλου για την βοήθεια που σε ανύποπτους χρόνους μου παρείχαν για να εντοπίσω το αρχειακό υλικό που θα σας παρουσιάσω σήμερα εδώ.

Η εισήγησή μου έχει τίτλο «Η φωνή του βοώντος», και ναι, όπως σωστά καταλάβατε, έχει θρησκευτικό χαρακτήρα. Μαζευτήκαμε σήμερα εδώ για να τιμήσουμε τον «Άγιο Δημήτριο». Όπως και ο δικός μας Δημήτρης, ο Άγιος γεννήθηκε και δραστηριοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη (του τρίτου αιώνα μ.Χ.). Μολονότι εκείνη την εποχή η χριστιανική διδασκαλία διωκόταν από τον Μαξιμιανό Γαλέριο, εκείνος επιδόθηκε στο έργο του με παρρησία. Σήμερα είναι τόσο καταξιωμένος που τιμάται ως πολιούχος της Θεσσαλονίκης. Καλείται έτσι «μεγαλομάρτυς», «φιλόπολις» και «σωσίπολις», τρία κατηγορούμενα που θα μπορούσαν εύκολα να αποδοθούν και στον Δημήτρη Φιλιππίδη σήμερα τόσο από τον ίδιο όσο και από άλλους.


O Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης (αριστερά) και ο ίδιος σε νεαρή ηλικία (δεξιά).





Οι αφηγήσεις της αγιογραφικής καταξίωσης έχουν, όμως, ένα ελάττωμα. Από την στιγμή που εγκαθίστανται, τείνουν να θέτουν ένα σημείο καμπής ως το πιο καθοριστικό για την εξέλιξη του πρωταγωνιστή τους. Το σημείο αυτό καταλήγει να ακτινοβολεί τόσο ισχυρά ώστε να επισκιάζει πολλά επίσης σημαντικά τέτοια σημεία που συνήθως εμείς οι ίδιοι επαναπροσδιορίζουμε καθώς ζούμε τη ζωή μας και ξαναδιηγούμαστε την ιστορία της. Ένα από αυτά τα λιγότερα γνωστά σημεία καμπής θέλω λοιπόν να ξαναφωτίσω εγώ εδώ σήμερα. Θα ξεκινήσω να μιλάω για τον Φιλιππίδη περίπου δέκα χρόνια πριν γίνει «ο Φιλιππίδης» και περίπου δέκα χρόνια αφού συνέγραψε την Νεοελληνική αρχιτεκτονική που τον καθιέρωσε ως «τον Φιλιππίδη». Δεν θα ασχοληθώ λοιπόν με την ανακάλυψη του Ιλισού και της κοινωνικής ανθρωπολογίας, ούτε με τις μεταπτυχιακές σπουδές στο Μίσιγκαν, όπως οι προηγούμενοι ομιλητές. Θα σας μιλήσω για τον Φιλιππίδη από την στιγμή που επιστρέφει στην Αθήνα και διορίζεται έμμισθος επιμελητής στην έδρα της Πολεοδομίας του Πολυτεχνείου το 1975.

Ξεκινώντας να διδάσκει, ο Φιλιππίδης προσπαθεί να καταλάβει πώς μπορούν να σχετιστούν οι εξιδανικευμένες πολεοδομικές θεωρίες του Δυτικού κόσμου, που πραγματεύεται στις διαλέξεις του, με την συγκεκριμένη χειροπιαστή πραγματικότητα της Ελλάδας. Σπουδαστικές διαλέξεις που επιβλέπει εκείνη την περίοδο πιστοποιούν αυτή την κεντρική μέριμνα της δουλειάς του: να καταγραφεί και να μετρηθεί, όσο γίνεται, η ιδιαίτερη πρακτική πραγματικότητα της Ελλάδας.


Α. Δελέρνιας, Α. Κακαλέτσης, Α. Σολωμός, 1981 «Δίδεται εις αντιπαροχή» (αριστερά) και Π. Αμπελιώτου, Δ. Ησαΐας, Ε. Καλαφάτη, Ο. Καρρά, Σ. Παπαευστρατίου, Τ. Παπαϊωάννου, Γ. Παπακωνσταντίνου, Δ. Παπαλεξόπουλος, Ε. Στρουσοπούλου, 1976 «Διατήρηση παραδοσιακών οικισμών» (δεξιά), σπουδαστικές διαλέξεις με επιβλέποντα τον Δ. Φιλιππίδη, Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ, έδρα Πολεοδομίας.


Ταυτόχρονα, ο Φιλιππίδης σταχυολογεί έντυπα δημοσιεύματα που σχετίζονται με την πολεοδομική πραγματικότητα της Αθήνας. Αυτό το μικρό αρχείο που συγκροτείται έτσι σταδιακά το μοιράζει επίσης ως υλικό στα φροντιστήριά του. Μέσω αυτού, οι σπουδαστικές του ομάδες μπορούν να παρακολουθήσουν δημόσιες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις για την πολεοδομική πραγματικότητα της Αθήνας, όπως αυτές αναπτύσσονται και μετατοπίζονται με την πάροδο του χρόνου. Το υλικό μαζεύεται στοχευμένα και επιλέγεται ιδίως ό,τι αφορά το  κέντρο της Αθήνας και την παρουσία της ιστορίας σε αυτό. Εκκινεί έτσι από τα διατηρητέα της Πλάκας την δεκαετία του 1970, και φτάνει μέχρι τις προτάσεις για πεζοδρομήσεις της Μητροπόλεως, της Ερμού και της Πανεπιστημίου την δεκαετία του 1980.

Σ. Αλεξανδροπούλου, «Αθήνα: Πολιτεία χωρίς ιστορικό πρόσωπο», Η Καθημερινή, 24 Νοεμβρίου 1974.



Είναι αυτή η διδακτική του εμπειρία στα εργαστήρια της Πολεοδομίας της Σχολής με τον Θεόδωρο Πάνζαρη, όσο και η πρακτική του ενασχόληση με πολεοδομικές μελέτες του δημοσίου (σε συνεργασία με τον Δημήτρη Σταματογιαννόπουλο) την δεκαετία του 1980, που εκβάλλουν στην συγγραφή του λιγότερο ίσως διαβασμένου βιβλίου του το 1990, Για την ελληνική πόλη: Μεταπολεμική πορεία και μελλοντικές προοπτικές. Σε αυτό, ο Φιλιππίδης συνοψίζει τα συμπεράσματά του για την ελληνική πόλη και ανασυγκροτεί τον τρόπο της να αναπτύσσεται μέσα από τον μηχανισμό της «παρα-πολεοδομίας».
Κατασταλαγμένων βιβλίων όπως αυτών, ωστόσο, προηγούνται οι περισσότερο αβέβαιες δοκιμές του Φιλιππίδη να συντάξει τεύχη σπουδαστικών σημειώσεων στα τέλη της δεκαετίας του 1970.

Δ. Φιλιππίδης, 1979, Σχεδιασμός περιοχών κατοικίας. Τεύχος σπουδαστικών σημειώσεων, Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ, Έδρα Πολεοδομίας.

Ο ίδιος βρίσκει τα εγχειρίδια αυτά απογοητευτικά από την ίδια σχεδόν στιγμή που ολοκληρώνει την συγγραφή τους. Του φαίνεται ότι παγιώνουν καταστάσεις και ιδέες μιας σκέψης για την πόλη που θα όφειλε να παραμένει διαρκώς σε εγρήγορση και ανοιχτή σε εξέλιξη. Παρά τις αμφιβολίες του δασκάλου τους, όμως, οι σπουδαστικές ομάδες εκείνης της εποχής περιγράφουν τις θεωρητικές διαλέξεις του σαν μία «όαση στο άνυδρο τοπίο», μια φωνή βοώντος στην έρημο των προπτυχιακών τους σπουδών. Εκτιμούν την προσπάθειά του δασκάλου τους να τις ενημερώσει για τις πιο σύγχρονες τάσεις. Είναι η μόνη τους, άλλωστε, ευκαιρία εντός Σχολής να ακούσουν από καθέδρας λίγα λόγια για προτάσεις αρχιτεκτόνων όπως ο Charles Moore, οι αδερφοί Krier, η Diana Agrest, ο Mario Gandelsonas, ο Jorge Silvetti, ή ο James Stirling. Οι σημειώσεις του Φιλιππίδη από τις συνεδριάσεις του Τομέα δείχνουν ότι το τοπίο που περιγράφουν οι σπουδαστικές ομάδες παραμένει άνυδρο ακόμη και 8 χρόνια αργότερα.




Δ. Φιλιππίδης, 1991, «Σύμμεικτα 2», σ. 13.

Η Σχολή είναι γενικότερα απρόθυμη να διδάξει αυτό το καινούριο «φρούτο», ο,τιδήποτε σχετίζεται με μια μεταμοντέρνα προσέγγιση της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας. Όσο, όμως, κι αν κατηγορείται γι’ αυτό ευθέως ή πλαγίως, ο ίδιος δεν σταματά να εμπλουτίζει την βιβλιογραφία που προτείνει στο φροντιστήριό του με ακόμη περισσότερες τέτοιες αναφορές. Την ίδια εποχή, ξεκινά να συντάσσει τακτικά και το άτυπο εφημεριδάκι που ο ίδιος κυκλοφορεί και τοιχοκολλεί εντός κι εκτός του Τομέα με τον εύγλωττο τίτλο Φωνή βοώντος.



Δ. Φιλιππίδης, 1987, Φωνή Βοώντος, επιλεγμένες σελίδες.


Με το καυστικό του χιούμορ, το μικρό αυτό έντυπο ποικίλης ύλης αποτυπώνει γλαφυρά το ίδιο κλίμα εσωστρέφειας και ανταγωνισμών δυνάμεων και εξουσιών που καθιστά συχνά την ατμόσφαιρα εντός της Σχολής ασφυκτική. Τόσο που κάνει συχνά τον συγγραφέα του να αναρωτιέται αν το διδακτικό του εγχείρημα είναι τελικώς απλά δονκιχωτικό.

Ο Δον Κιχώτης σε εικονογράφηση του Daumier στη Φωνή Βοώντος (αριστερά) και ο Άγιος Δημήτριος έφιππος (δεξιά).





Όταν ο Μαξιμιανός Γαλέριος έμαθε ότι ο Άγιος Δημήτριος διδάσκει τον χριστιανισμό στους Θεσσαλονικείς τον φυλάκισε και τον υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια. Η τελευταία λέξη, όμως, δεν ανήκε στον Μαξιμιανό, αλλά σε έναν από τους μαθητές του Αγίου, τον Νέστορα. Εκείνος πήγε και τον βρήκε εκεί που ήταν φυλακισμένος, για να πάρει την ευλογία του. Κατόπιν, εισέβαλε στο στάδιο που γίνονταν οι αγώνες των ειδωλολατρών και κραυγάζοντας «Θεέ Δημητρίου βοήθει μοι» νίκησε τον ανίκητο Λυαίο.
Υπό τις ευλογίες του Αγίου Δημητρίου (αριστερά), 
ο Νέστορας κατατροπώνει τον Λυαίο (δεξιά).

Αυτές είναι σελίδες από τις σπουδαστικές διαλέξεις που επιβλέπει ο Φιλιππίδης τη δεκαετία του 1990.


Μ. Λαφαζάνη, Σ. Μέρμηγκα, Π. Φιλίππα, 1994, «Δαιμόνιον Πτολίεθρον: Ίχνη του σώματος της πόλης σε ‘κεντρικές’ περιοχές (του λόγου). Εμφανίσεις της πόλης από το ελάχιστο ως το τίποτα», σπουδαστική διάλεξη με επιβλέποντα τον Δ. Φιλιππίδη, Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ, Έδρα Πολεδομίας

























Μ. Ζαρμακούπη, 1998, «Η ματιά από την οπή του κλείθρου», σπουδαστική διάλεξη με επιβλέποντα τον Δ. Φιλιππίδη, Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ, Έδρα Πολεοδομίας.



















Προσέξτε ιδιαίτερα τις παραβολές, τις ιστορίες, τα έργα τέχνης και τα άλλα θραύσματα δάνειων αφηγήσεων που διακόπτουν αλλά και αναλύονται συνειρμικά στη ροή του θεωρητικού κειμένου. Τα πράγματα έχουν αλλάξει. Αυτό φαίνεται και από το τεύχος σημειώσεων που μοιράζει τώρα ο Φιλιππίδης. Ο τίτλος του, Καθ’ οδόν, υποδηλώνει μια beat διάθεση ανάλογη του Jack Kerouac Στο δρόμο. Στις σελίδες του, η προσέγγιση της πόλης είναι πια θεατρική και το φινάλε είναι πολύ πιο ανοιχτό. Στο υπόμνημα που καταθέτει για μία ακόμη διαδικασία ανέλιξης στη Σχολή στις αρχές της ίδιας δεκαετίας, ο Φιλιππίδης αποδίδει αυτή την μεταστροφή του σε μια ξεχασμένη σήμερα έκθεση: την Triennale του Μιλάνου του 1987 με τίτλο “Le cita imaginate”, ας πούμε σχηματικά η πόλη που μπορούμε να φανταστούμε. 

Ο Φιλιππίδης πήγε εκεί, γιατί ήθελε να δει τον Πάνο Κουλέρμο να εκθέτει δίπλα στις υπόλοιπες αρχιτεκτονικές ομάδες που συμμετείχαν από την Ευρώπη και την Αμερική. Εκτός, όμως, από τον Κουλέρμο, το ενδιαφέρον του κέντρισαν και εκθέματα όπως τα παρακάτω:

Andrea Michieli (il Vicentino), 1593, Η είσοδος του Βασιλιά Ερρίκου του 3ου της Γαλλίας στο San Nicolò στο Lido, Sala delle Quattro Porte, Pallazzo Ducale, San Marco, Βενετία.


Jacques Ignace Hittorff, 1851, Réstitution du temple d'Empédocle à Sélinonte, ou l'architecture polychrôme chez les Grecs, Atlas, προμετωπίδα. http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/hittorff1851bd2
Ή τουλάχιστον αυτές τις σελίδες σημείωσε o ίδιος στο αντίτυπο του καταλόγου της έκθεσης που έφερε μαζί του πίσω στην Ελλάδα. Προτείνω όμως να δούμε μαζί και τα υπόλοιπα, για να έχουμε κι εμείς μια 'εστω και θολή συνολική εικόνα. Φορέστε λοιπόν μαζί μου τα πατίνια σας και ακολουθήστε με σε μια γρήγορη βόλτα στην έκθεση.

Εξώφυλλα των δύο τόμων του καταλόγου της έκθεσης Le Cittá Immaginate,
Τριεννάλε Μιλάνου 1987.













Οι επιμελητές έχουν δώσει στο υλικό τους την μορφή μιας περιήγησης στην Ιταλία, από το Παλέρμο ως τη Βενετία. Κάθε πόλη προσεγγίζεται μέσα από περισσότερο ή λιγότερο φανταστικές απεικονίσεις της στο παρελθόν και μια σειρά από αρχιτεκτονικές προτάσεις για το μέλλον της. Οι προτάσεις γνωστών αρχιτεκτόνων (όπως οι Luigi Snozzi, Steven Holl, Diana Agrest & Mario Gandelsonas, John Hedjuk, Giorgio Grassi, Peter Eisenman, Maurice Culot, Oswald Matthias Ungers κ.α.), αλλά και λιγότερο συζητημένων ιταλικών αρχιτεκτονικών ομάδών (όπως αυτές των Antonio Monestiroli, Pierluigi Nicolin, Maurice Cerasi, Guido Canella, Ludovico Quaroni, Bruno Minardi κ.α.), παρελαύνουν, από το Μιλάνο ως τη Νάπολη και από τη Βενετία ως το Παλέρμο, μπροστά στα μάτια των επισκεπτών της έκθεσης.

Τι βλέπει λοιπόν ο Φιλιππίδης μέσα από όλα αυτά εκεί πέρα; Μάλλον συγκρατεί αυτή την θεατρικότητα του κτισμένου που αποτυπώνεται σε εικόνες σαν κι αυτή: Αυτό τον ιδιαίτερο ρόλο του ιστορικά κτισμένου περιβάλλοντος στην φαντασιακή μας ταύτιση με τις πόλεις.

Luigi Filocamo, 1940, O Giovanni Muzio διαλέγεται με τον Βιτρούβιο.
Μέσα τους ακριβώς είναι που αναζητούμε τελικά και το νόημα που διαρκώς μας διαφεύγει από το παρελθόν στο παρόν και στο μέλλον. Το παρελθόν προσδίδει νόημα στην πόλη μέσα από τις ιστορίες που συγκροτούμε γι’ αυτό. Κι αυτές οι ιστορίες που χτίζουμε διαρκώς και ενεργοποιούμε με τις τελετουργίες της καθημερινής μας ζωής μέσα στις πόλεις μας λέγονται πολλαχώς. Οι γλώσσες της τέχνης, του θεάτρου, της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου δεν είναι ξένες επικράτειες για τον τομέα της Πολεοδομίας. Απεναντίας, μας επιτρέπουν να ξεπεράσουμε πολλές από τις θεωρητικές ή ιδεολογικές αγκυλώσεις του επαγγέλματος. Στο τέλος της δεκαετίας του 1980, ο θεωρητικός που έβλεπαν οι σπουδαστικές ομάδες της δεκαετίας του 1970, είχε πια μεταμορφωθεί σε έναν αινιγματικό αφηγητή. Πλέον δεν αρκούν ούτε οι θεωρητικές αναφορές, ούτε τα στατιστικά στοιχεία. Η πόλη είναι πάνω από όλα πρωταγωνίστρια, χαρακτήρας ή απλά σκηνή για το ανθρώπινο δράμα. Η τραγωδία, η σάτιρα, η ειρωνεία και η κωμωδία έχουν θέση σε ένα μάθημα πολεοδομίας, γιατί το νόημα της πόλης αναδύεται από την μορφή της ιστορίας που θα γράψουμε γι’ αυτήν. Οι αφηγήσεις δίνουν κατεύθυνση στο τυφλό μας παρόν μέσω του παρελθόντος που κάθε φορά ενσωματώνουμε στις σχεδιαστικές προβολές μας προς το μέλλον. Το δοχείο της πολεοδομίας έχει διαρραγεί οριστικά στο όριο της θραύσης και τα στεγανά εντός της Σχολής αμφισβητούνται πια εντονότερα.

Η μεταστροφή αποτυπώνεται με αυξανόμενη εξωστρέφεια στο μάθημα που αφιερώνεται στις αντιπαραθέσεις για την ανέγερση του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης το ακαδημαϊκό έτος 1988-1989. Οι σπουδαστικές ομάδες καλούνται να πάρουν θέση σε ένα θέμα που αντλείται από την ίδια «επικαιρότητα» που άλλοι την ίδια στιγμή χαρακτηρίζουν «άθλια». Το μάθημα παρακολουθεί μια κατάσταση που μεταβάλλεται απρόβλεπτα καθώς κυλούν οι εβδομάδες. Οι σπουδαστικές ομάδες καλούνται να αμφισβητήσουν τις ιδεολογικές τους βεβαιότητες για την σχέση τους με το «ένδοξο» παρελθόν, να κατανοήσουν και να πάρουν θέση στην σύνθετη πραγματικότητα του προβλήματος στο ρευστό παρόν. Σε αυτή την προσπάθεια συμμετέχουν φιλικά πολλοί προσκεκλημένοι ομιλητές και ομιλήτριες, από τον Μανόλη Κορρέ και τον Παναγιώτη Τουρνικιώτη μέχρι την Άσπα Γοσποδίνη, τον Κώστα Φινέ, τον Κώστα Μωραΐτη και τον Γιώργο Σημαιοφορίδη. Οι ίδιες οι σπουδαστικές ομάδες βγαίνουν από το κουκούλι του φροντιστηρίου τους και ενεργοποιούνται δημόσια αρθρογραφώντας για να υπερασπιστούν τις απόψεις τους μέχρι και στο Βήμα. Λίγο αργότερα, ο ίδιος ο δάσκαλός τους προχωράει σε ένα απολογισμό της εκπαιδευτικής αυτής διαδικασίας σε σχετική του δημοσίευση στο περιοδικό Αντί.

Δ. Φιλιππίδης, 1990, «Η τέχνη της πρόκλησης
ή η πρόκληση της τέχνης» Αντί 427, σελ. 46-47.

Και άλλες δημοσιεύσεις επιφυλλίδων της ίδιας εποχής στο συγκεκριμένο περιοδικό απηχούν τις συζητήσεις και τις «αιρετικές» απόψεις που εκφράζονται στο μάθημα, όχι μόνο από τον διδάσκοντα αλλά και από εκείνους που συμμετέχουν φιλικά και αρθρογραφούν, επωνύμως ή και ψευδωνύμως, σχετικά με τον διαγωνισμό της Ακρόπολης ή ακόμη και το κτίριο του Φιξ. Σε αυτό το σημείο, είναι που ο Φιλιππίδης έχει γίνει ξεκάθαρα πια «ο Φιλιππίδης», «ο Άγιος Δημήτριος» και των δικών μου σπουδαστικών χρόνων. Η εποχή που ήταν η μοναδική μοναχική φωνή που βοούσε στην έρημο της Σχολής Αρχιτεκτόνων την δεκαετία του 1970 έχει πια παρέλθει την δεκαετία του 1990 επί προεδρίας Νίκου Καλογερά.

Και τι έλεγε τελικά αυτή η φωνή του βοώντος στην έρημο; Το εξής απλό: Παρελθόν, παρόν και μέλλον συναιρούνται. Κατά Ιωάννη ευαγγέλιο: «Οπίσω μου έρχεται ανήρ, όστις είναι ανώτερός μου, διότι ήτο πρότερός μου». 

Ο Δημήτρης Φιλιππίδης συναντά τον Κωνσταντίνο Α. Δοξιάδη στο Ψυχικό τον Δεκέμβριο του 2013 (φωτ. Σ. Γιαμαρέλος). 

Προσυπογράφω. Και σας ευχαριστώ πολύ!

________________________________________________

Την ομιλία αυτή μπορείτε να την παρακολουθήσετε βιντεοσκοπημένη με την ευγενική προσφορά του ιστότοπου blod.gr κάνοντας ΚΛΙΚ εδώ




11.



«Ο ΜΑΓΟΣ»

Μυρτώ Κιούρτη, 

Αρχιτέκτονας, Διδάκτωρ ΕΜΠ, 

Διδάσκουσα στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων


Μυρτώ Κιούρτη
Ο Δημήτρης Φιλιππίδης ήταν καθηγητής μου στην Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Από το δεύτερο έτος των σπουδών μου και μετά εργάστηκα συστηματικά κοντά του. Παρακολούθησα όλα τα μαθήματα Πολεοδομικού Σχεδιασμού δουλεύοντας μέσα στις δικές του ομάδες. Στο τελευταίο εξάμηνο των σπουδών εκπόνησα μαζί του και με τον Αργύρη Ρόκα το θέμα του αρχιτεκτονικού και αστικού σχεδιασμού. Αμέσως μετά έκανα υπό την επίβλεψη τη δική του και του Ανδρέα Κούρκουλα την διπλωματική μου. Με συμβουλές και συστάσεις του πήγα στο μεταπτυχιακό μου στην Νέα Υόρκη και αργότερα επέστρεψα για να εκπονήσω υπό την δική του εποπτεία και με συμβουλευτική επιτροπή αποτελούμενη από τον Παναγιώτη Τουρνικιώτη και την Ελεωνόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου την διδακτορική μου διατριβή. Η αδιάλειπτη αυτή σχέση μαθητείας κοντά του, εκτείνεται επισήμως και θεσμικά από το 1996 έως και το 2012.

Το πρώτο επεισόδιο στο οποίο θα ήθελα να αναφερθώ σήμερα διότι το θεωρώ ενδεικτικό, συμβαίνει στην αρχή της διπλωματικής μου εργασίας. Συναντιέμαι με τον Δημήτρη Φιλιππίδη και του ζητώ να σχεδιάσω έναν ναό. Το δέχεται και με στέλνει να αναζητήσω το οικόπεδο. Οργώνω την Αθήνα και γυρνώ πίσω με μια σειρά επιλογών, οικόπεδα με ιδιαίτερη θέα, οικόπεδα με εντυπωσιακή φύση, με ενδιαφέρουσα ιστορία. Παρακολουθεί την επίδειξή τους, τα απορρίπτει όμως όλα. «Δεν είναι Αυτό», μου λέει. Πρέπει να βγεις πάλι, ετούτη όμως τη φορά θα βγεις σαν ραβδοσκόπος. Δεν πρέπει να αποφασίσεις εσύ πού θα ψάξεις, δεν πρέπει να σκεφτείς, ούτε να υπολογίσεις. Θα πάρεις το ραβδί ετούτο εδώ και θα το αφήσεις να σε πάει μονάχο του, όπου αυτό σε πάει. Εκεί που το ραβδί θα αρχίσει να τρέμει συθέμελα και να χτυπιέται με μανία, εκεί είναι η πηγή, και εκεί ο τόπος και η γη που θα φτιάξεις τον ναό σου.

Φεύγω γοητευμένη από το αφήγημα για τις διακοπές του Πάσχα. Φτάνοντας στον τόπο μου, το Μονοδένδρι, εκεί όπου μεγάλωσα παιδάκι, μου έρχεται ως έκλαμψη η φαεινή ιδέα. Ο ναός μου θα επαναπροσδιορίσει κάπως αιρετικά την ορθόδοξη τελετουργική. Θα σχεδιαστεί ως ένα ελεύθερο ανοιχτό σύστημα από 7 ξύλινες κατασκευές που αντιστοιχούν στα 7 μυστήρια. Αυτές θα χωροθετηθούν σαν φυλαχτά, ξόρκια ή αποτροπαικά σε σημεία του τοπίου φορτισμένα με αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων. Το ιερό της βάπτισης για παράδειγμα, εκεί όπου τελείται συμβολικά ο θάνατος και η αναγέννηση του βρέφους, θα είναι μια χοάνη πάνω από το σημείο όπου ο βυθός της θάλασσας βαθαίνει απότομα και μαυρίζει με φύκια. Οι ψαράδες ονομάζουν την υποθαλάσσια αυτή περιοχή «μπάρο». Για εμάς τα παιδιά σήμαινε το τέλος της οικείας αμμουδιάς και την αρχή της τρομακτικής αβύσσου.
Στον αμπελώνα θα τοποθετηθεί το μυστήριο του γάμου επειδή αυτό σφραγίζεται τελετουργικά με το κρασί, στον ελαιώνα το ευχέλαιο. Την διπλωματική την παρουσίασα μέσα από collage με ζωγραφιές που είχα κρατήσει από το νηπιαγωγείο και με μια τεράστια μακέτα φτιαγμένη όλη από κερί. Οι κριτές επεσήμαναν πως χωρίς να το έχω καταλάβει είχα σχεδιάσει ένα σύνολο από ξωκλήσια, έναν ναό από σπαράγματα τα οποία σχημάτιζαν νοητό σταυρό με κέντρο το σπίτι της μητέρας και του πατέρα μου.

Είναι αλήθεια πως όσο σχεδίαζα την διπλωματική μου ένιωθα πως κατείχα υπερφυσικές δυνάμεις. Χρόνια μετά κατάλαβα ότι στην πραγματικότητα είχα για πρώτη φορά εισέλθει στον μαγικό κόσμο του ασυνείδητου, εκεί όπου μπορείς παραδόξως, να ξαναδείς τον Εαυτό σου και να τον ανασχεδιάσεις. Ήταν ένα ταξίδι το οποίο ξεκίνησε για εμένα με την διπλωματική και συνεχίσθηκε για χρόνια αργότερα μέσα από την στενή σχέση που απέκτησα με την ψυχανάλυση.

Κατάλαβα την ψυχική και διανοητική συνθήκη εντός της οποίας εργαζόμουν όσο δούλευα υπό την καθοδήγηση του Δημήτρη Φιλιππίδη την στιγμή που βρέθηκα εκτός του συγκεκριμένου μαθησιακού πεδίου. Ένα βράδυ, όσο βρισκόμουν στο Columbia University στην Νέα Υόρκη δουλεύοντας blobs, αλγορίθμους και διαδικτυακά πρωτόκολλα του τηλεφώνησα και κλαίγοντας εξομολογήθηκα ότι ζω μεν μια μοναδική, εκπληκτική εμπειρία, όμως στην πραγματικότητα δεν μου αρέσει καθόλου και το μόνο που θέλω είναι να ξεκινήσω μια διατριβή κοντά του. Μέχρι να γυρίσω και για να μην χάσω τελείως την επαφή, αργά τα βράδια έχοντας τελειώσει με το Maya, τα L systems, τον Greg Lynn και τον Bernard Tschumi ρουφούσα βιβλία τα οποία δανειζόμουν σχεδόν στα κρυφά και με τεράστιες ενοχές όχι από την διάσημη αρχιτεκτονική βιβλιοθήκη του Avery αλλά από την μεγάλη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου: σουρεαλισμός στην λογοτεχνία και την τέχνη, γλώσσα και μαγεία, αρχαίοι αιγυπτιακοί επωδοί, νεκρομαντεία, ερμητισμός.

Η έναρξη της διατριβής υπήρξε για εμένα εορταστική. Θυμάμαι ακόμα τα τρία πρώτα βιβλία που μου έδωσε να διαβάσω:
Φρανουάζ Φροντιζύ: Ο Δαίδαλος: Η μυθολογία του τεχνίτη στην αρχαία Ελλάδα.
Την διδακτορική του διατριβή «The Vernacular Design of Elymbos. A Rural Spatial System in Greece» την οποία είχε εκπονήσει στο University of Michigan.
Και ένα τρίτο εξαιρετικά ενδιαφέρον για εμένα βιβλίο, το οποίο δεν θα σας αποκαλύψω ακόμα.


Το καθοριστικό, το οποίο έμελλε να επηρεάσει την εξέλιξη της διατριβής και βεβαίως τον τρόπο με τον οποίο άρχισα να σκέφτομαι τον χώρο και τα πράγματα, ήταν η πρόταση του Δημήτρη Φιλιππίδη να στραφούμε συγκροτημένα σε ένα εξω-αρχιτεκτονικό γνωστικό πεδίο, την κοινωνική ανθρωπολογία. Θα ήθελα τώρα να μιλήσω λίγο για την επιστημονική αυτή πειθαρχία εντός της οποίας εργάστηκα στο πλαίσιο της διατριβής μου. Θα το κάνω μέσα από μια συγκριτική επισκόπηση των διαφορών που παρουσιάζει η κοινωνική ανθρωπολογία με άλλες συγγενείς επιστημονικές κατευθύνσεις, την λαογραφία, την εθνογραφία και την κλασική ανθρωπολογία.

Όπως είναι σε όλους γνωστό μέσα σε κάθε γνωστικό πεδίο η γνώση διαρκώς εξελίσσεται μέσα από συγκρούσεις, πρωτοπορίες και αντεπανάσταση. Στην αρχιτεκτονική ξέρουμε πολύ καλά πόσος αγώνας δόθηκε πάνω στα περάσματα από την ιστορικιστική αρχιτεκτονική του τέλους του 19ου αιώνα, στον μοντερνισμό, στον μεταμοντερνισμό, την αποδόμηση, την παλινόρθωση του μοντέρνου και πάει λέγοντας. Στις ονομαζόμενες ανθρωπιστικές σπουδές, ανάλογα κύματα σκέψης γεννιούνται, πολεμούν μεταξύ τους, επιβιώνουν ή πεθαίνουν. Η λαογραφία ως folklore studies αναδύεται μέσα στον 19ο αιώνα για να δώσει την θέση της αργότερα στην ανθρωπολογία και μετά σε άλλα κινήματα τα οποία βρίσκονται συχνά σε σχέση σύγκρουσης μεταξύ τους.

Η κοινωνική ανθρωπολογία, γέννημα θρέμμα Ευρωπαϊκό, με ισχυρές αγγλοσαξωνικές βάσεις, δηλαδή γερά πατήματα στον εμπειρισμό, είναι παιδί του Διαφωτισμού και παράγωγο της Επιστημονικής Επανάστασης του 18ου αιώνα. Συγγενεύει με τις Σχολές σκέψης που οδήγησαν στα μεγάλα δημοκρατικά κινήματα του 20ού αιώνα, την αποαποικιοποίηση, την αποδοχή της πολιτισμικής ετερότητας. Αποποιείται την λαογραφία γιατί την θεωρεί πολιτικά ξεπερασμένη. Βρίσκεται σε πόλεμο με την Αμερικανική ανθρωπολογία που αντλεί το υλικό της από την βιολογία και την ιατρική κατηγορώντας την για υφέρποντα ρατσισμό. Βλέπει με καχυποψία την Φαινομενολογία διότι μέσα από το ουσιοκρατικό και καταγωγικό της βλέμμα είναι δύσκολο να οικοδομηθεί η πολυσχιδής ματιά η οποία επιτρέπει τις ετερότητες. Σέβεται την εθνογραφία αλλά πιστεύει πως ο εξωτισμός ανήκει πια στο παρελθόν και πως οι μαχητές των ανθρωπιστικών σπουδών οφείλουν να δουλέψουν ως ψυχαναλυτές του ανθρώπινου πολιτισμού εδώ και τώρα. Είναι γι΄ αυτό τον λόγο που δεν απορρίπτει την Φρουδική παράδοση, αγαπά την γλωσσολογία και προχωρά πλέον σε άμεση συνέργεια με την κοινωνιολογία. Για να επικυρώσει δε αυτόν τον πνευματικό γάμο παίρνει το επίθετο «κοινωνική» και αυτοπροσδιορίζεται ως Κοινωνική ανθρωπολογία.

Μετά από την μικρή αυτή παρένθεση και έχοντας ανοίξει τα χαρτιά μου μπροστά σας, έχοντας δηλαδή εξηγήσει ποιο ακριβώς ιδεολογικό και στοχαστικό πεδίο υιοθέτησα στο πλαίσιο της διατριβής μου με τον Δημήτρη Φιλιππίδη, θα ήθελα να σας μιλήσω τώρα για τον Μάγο. Θα το κάνω ακολουθώντας την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ερμηνεία που προτείνει η σημαντική βρετανίδα κοινωνική ανθρωπολόγος Mary Douglas, στο εμβληματικό της έργο Purity and Danger, An analysis of concept of pollution and taboo.

Για την Douglas οι ανθρώπινες κοινωνίες επιχειρούν να ταξινομήσουν τον πολιτισμό και την εμπειρία σε σαφείς, αναγνωρίσιμες κατηγορίες διότι μέσα από αυτή την ταξινόμηση ο άνθρωπος μπορεί να καταλάβει τον κόσμο και τον εαυτό του και έτσι να νιώσει σιγουριά και σταθερότητα. Αντιθέτως η ασάφεια, το απροσδιόριστο, το χαοτικό, η αταξία δημιουργούν στον άνθρωπο ανησυχία. Στους ονομαζόμενους πρωτόγονους πολιτισμούς οι συμπεριφορές που δημιουργούν ασάφεια προσδιορίζονται ως ταμπού. Λίγο αργότερα το ταμπού μετασχηματίζεται στην έννοια του ιερού και ακόμα πιο μετά σε αυτή της καθαρότητας, των κανόνων και της ηθικής. Δεν είναι τυχαίο πως σε αρκετούς πολιτισμούς η λέξη ιερό συσχετίζεται με έννοιες ταξινόμησης, διαίρεσης, διάκρισης και απαγόρευσης της διάβασης. Στα λατινικά για παράδειγμα η λέξη sacer σημαίνει απαγόρευση επειδή ανήκει στον θεό, στα εβραϊκά K-D-S-H σημαίνει διάκριση – διαίρεση.

Το ιερό κατά συνέπεια επικυρώνεται μέσα από τελετουργίες διαχωρισμού και οριοθέτησης, ενώ το ανίερο συγγενεύει με το ακάθαρτο ή το μολυσματικό και την βαθιά επίγνωση του κινδύνου που διατρέχει κανείς όταν διασχίζει απαγορευμένα σύνορα και μεθοριακές γραμμές. Τα ταμπού, τα ιερά και οι κανόνες φτιάχνονται συνήθως από τις εξουσίες και όσο παράλογα κι αν είναι, οι άνθρωποι επιλέγουν να πιστέψουν σε αυτά, συνάπτοντας μια σχέση συνενοχής με αυτούς που τους εξουσιάζουν. Η διαδικασία όμως της ταξινόμησης με στόχο την κατασκευή του ιδανικού σταθερού συστήματος προϋποθέτει συνεχή αφαίρεση του ανάρμοστου και του ακάθαρτου, μια διεργασία η οποία οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα σύστημα ξερό, άκαμπτο και τελικά απονεκρωμένο.

Ιδιαίτερα άτομα μπορούν να παραβούν τους κανόνες, να υπερβούν τις υφιστάμενες ταξινομήσεις και να εισέλθουν στο επικίνδυνο πεδίο του ανίερου ή του ακάθαρτου, στην αταξία του μυαλού, στα όνειρα, την έμπνευση ή την τρέλα. Εκεί μπορούν να ανακαλύψουν δυνάμεις και αλήθειες οι οποίες δεν είναι εφικτό να φανερωθούν παρά μόνο εκτός δομημένου συστήματος. Ο μάγος κινείται ακριβώς σε τέτοιες μη καθορισμένες περιοχές. Εκεί που η κοινωνία έχει σαφείς κανόνες και νόμιμες θέσεις εξουσίας, δεν μπορεί να υπάρξει μαγεία. Η μαγεία αναπτύσσεται πάντα σε περιοχές όπου η εξουσία δεν είναι απολύτως θεσμοθετημένη, στις ρωγμές δηλαδή του συστήματος και είναι επικίνδυνη γιατί μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή της υπάρχουσας ταξινόμησης. Ο μάγος είναι εκείνος που επιτρέπει ελεγχόμενες ανατροπές και τελετουργική ακαθαρσία. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζει μακροχρονίως την σταθερότητα του οικοδομήματος όχι όμως με τη μορφή μιας αποκαθαρμένης νεκρικής ακαμψίας αλλά μέσω της γόνιμης, διαρκούς ανανέωσής του.

Το τρίτο βιβλίο που μου έδωσε να διαβάσω ο Δημήτρης Φιλιππίδης όταν ξεκίνησα την διατριβή μου είχε τίτλο «Το τυρί και τα σκουλήκια». Σε αυτό ο ιστορικός Carlo Ginzburg αναλύει την κοσμοεικόνα ενός μυλωνά από το Φριούλι, ο οποίος οδηγήθηκε στην πυρά από την Ιερά Εξέταση στα τέλη του 16ου αιώνα. Η απολογία του Μενόκκιο, του μυλωνά που κάηκε ως μάγος, παραπέμπει σ’ ένα στρώμα σκοτεινών αγροτικών μυθολογιών μπολιασμένων από διαβάσματα λόγιων κειμένων. Οι απόψεις του μάγου, συγκροτημένες ως εξαιρετικά σαφές και συνεπές σύνολο ιδεών, κυμαίνονταν από τον θρησκευτικό ριζοσπαστισμό, σε μια επιστημονικών τάσεων φυσιοκρατία με βλέψεις εκκοσμίκευσης της εκκλησίας και έφταναν μέχρι ορισμένους συγκινητικούς, ουτοπικούς πόθους για κοινωνική ανανέωση. Αυτή λοιπόν η παράδοξη βιογραφία συγκλίνοντας παραδειγματικά με την ερμηνεία της μαγείας από την Douglas μας δείχνει ότι ο Μάγος στην εποχή της Νεωτερικότητας, δεν είναι άλλο παρά ένας τολμηρός, ανατρεπτικός, οραματιστής ή αλλιώς ένας μεταρρυθμιστής.


Την ομιλία αυτή μπορείτε να την παρακολουθήσετε βιντεοσκοπημένη με την ευγενική προσφορά του ιστότοπου blod.gr κάνοντας ΚΛΙΚ εδώ

12.



«ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΙΧΝΗ ΜΙΑΣ ΣΧΕΣΗΣ ΣΤΟΝ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ 

ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ» 



Δημήτρης Αντωνακάκης, 

Αρχιτέκτονας




        Αφού περιπλανήθηκα σε διάφορες ωραίες ιδέες -ανέφικτες, καθώς θα απαιτούσαν έρευνα επιπέδου διδακτορικής διατριβής, όπως έκαναν οι προηγούμενοι εξαιρετικοί ομιλητές-, κατέληξα πανικόβλητος σε μια χαώδη περιπλάνηση από την οποία θα επιχειρήσω να αποστάξω ότι νομίζω πως μπορεί να ενδιαφέρει τη σημερινή συζήτηση από τη σχεδόν εξηντάχρονη σχέση μου με τον Δημήτρη Φιλιππίδη.
        Πρόκειται για μια περιπλάνηση σε 4 άνισες χρονικές περιόδους που διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μου με εκείνους του Δημήτρη στον Πανεπιστημιακό και στον Δημόσιο Εκπαιδευτικό χώρο, περιόδους των οποίων το κλίμα αξίζει να σας θυμίσω επιχειρώντας να εξηγήσω, όσο είναι δυνατόν, τις αντιδράσεις μας και τη συμπεριφορά μας μέσα σ’ εκείνα τα καθοριστικά για τις κινήσεις μας χρόνια, που συμπληρώνουν την εικόνα μας.



1. Τα αθώα χρόνια της άμισθης θητείας, 1959 -1964



…εκεί που φύτρωσε για μας το φως

πριν από την ανάσα

Paul Celan [1]


      Ίσως γνωρίζετε ότι βρέθηκα να διδάσκω στην Αρχιτεκτονική Σχολή του ΕΜΠ τελείως τυχαία. Ούτε βιογραφικό έδωσα, ούτε διακρίσεις, ούτε τους βαθμούς μου στη Σχολή. Τίποτα. Απλώς με πρόταση του καθηγητή Ευάγγελου Ρουσόπουλου [2], ο οποίος δεν ζήτησε από κανέναν την άδεια, βρέθηκα έξι μήνες μετά την πεμπτοετή φοίτησή μου στη σχολή να διδάσκω στο Β’ και Γ’ έτος αρχιτεκτονικές συνθέσεις.

       Εκείνη την εποχή συνάντησα την τάξη του Δημήτρη και τον ίδιο προσωπικά. Η γνωστή ως σήμερα ευγένεια, σοβαρότητα και το οξύ του χιούμορ δεν πέρασαν απαρατήρητα από την τότε εκπαιδευτική του διαδρομή στην τάξη. Τα πήγαμε καλά οι δυο μας.
       Απόδειξη, το ιδιαίτερα θερμό κλίμα της επικοινωνίας, όταν ύστερα από χρόνια συναντηθήκαμε σε μια από τις εξαιρετικές βραδιές πολιτισμού στο άτυχο
κτήριο Δοξιάδη όπου εργαζόταν τότε.
       Σ’ εκείνη μάλιστα τη συνάντηση μου έκανε σοβαρά την απίθανη για μένα εκείνη την εποχή ερώτηση: «Καλά εσύ πότε θα βάλεις υποψηφιότητα για καθηγητής;» και συνέχισε: «Νομίζω ότι θα έπρεπε».
       Πού να ήξερα τότε σε τι μονοπάτια θα με οδηγούσε εκείνη η παρατήρησή του χρόνια μετά…
Ας είναι…

2. Στο λαβύρινθο της εξουσίας και των θεσμών:
              Δικτατορία - Πανεπιστήμιο (1965-1967),
              Μεταπολίτευση,-Πανεπιστήμιο (1974-1992)

«Μεγάλη,τρομερή

Με τα πτερά απλωμένα,

Καθώς αητός ακίνητος

Κρέμεται στον αέρα

Ψηλά η Διχόνοια»

Ανδρέας Κάλβος [3]


        Στην περιγραφή αυτής της περιόδου της δικτατορίας (1967-1974) και κυρίως της μεταπολίτευσης (1974-1982) και μετά (1982-1991) είναι πολύ δύσκολο να σας μεταφέρω την ατμόσφαιρα της εποχής, η οποία επηρέασε σημαντικά τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα πράγματα, και διαμορφώθηκαν οι σχέσεις των διδασκόντων μέσα στην Αρχιτεκτονική Σχολή του ΕΜΠ..
        Δύσκολο να γίνουν αντιληπτές οι πολύπλοκες συσχετίσεις, αυτής της περιπέτειας, όπως διαγράφονται με τις συνεχείς εναλλαγές των καθηγητών οι οποίοι υπηρέτησαν τα μαθήματα των Αρχιτεκτονικών συνθέσεων τα κρίσιμα για εμένα 38 χρόνια (1953-1991) που ήμουν στη Σχολή, τους ενδιάμεσους κηδεμόνες των «χηρευόντων» για μεγάλα χρονικά διαστήματα εδρών [4], και την ένταξη σ’ αυτές των Επιμελητών - Βοηθών.

       Για να διευκολύνω σχεδίασα ένα πρόχειρο διάγραμμα το οποίο -πιστεύω- θα πρέπει κάποτε, να συμπληρωθεί και να διορθωθεί με ακριβέστερες πληροφορίες για πρόσωπα και ημερομηνίες, αν θέλει κανείς να διερευνήσει επιρροές και συσχετίσεις.

Ας το παρακολουθήσουμε, νομίζω έχει ενδιαφέρον ( Πίνακας 1):

Οι αρχιτεκτονικές συνθέσεις το 1953 διδάσκονταν από δύο καθηγητές:
ο Κώστας Κιτσίκης Γενική Κτιριολογία, μέχρι το 1960 και ο Ευάγγελος Ρουσόπουλος Ειδική Κτιριολογία, μέχρι το θάνατό του το 1961
1958: αναπάντεχα αντικαθιστά τον Κ. Κιτσίκη, για 3 χρόνια, στο Δ΄ και στο Ε’ έτος ως επισκέπτης καθηγητής ο James Speyer.

1961: ιδρύεται μια Τρίτη έδρα για τις αρχιτεκτονικές συνθέσεις. Εκλέγεται σ’ αυτήν ο Γιάννης Δεσποτόπουλος,

1965: στη θέση του Ευάγγελου. Ρουσόπουλου εκλέγεται ο Θουκυδίδης. Βαλεντής και στη θέση του Κώστα Κιτσίκη ο Βασίλειος Κασσάνδρας παρά την αντίδραση της σχολής [5]. Ενδεικτική αντίδραση: η ομαδική παραίτηση των επιμελητών της έδρας αμέσως μετά την εκλογή.
       Αντίθετα από τους Γιάννη Δεσποτόπουλο και Θουκιδήδη Βαλεντή, ο Βασίλειος Κασσάνδρας «κρατούσε αποστάσεις από το μοντέρνο κίνημα» [6]. Το αδιέξοδο της μεταξύ τους συνεννόησης επιλύεται, κατά τη γνώμη μου, εις βάρος των φοιτητών και της Σχολής: Ο κάθε καθηγητής αναλαμβάνει το 1/3 του 3ου, 4ου και 5ου έτους όπου όφειλε να διδάξει, απόφαση που διαίρεσε φοιτητές και Επιμελητές–Βοηθούς και προκάλεσε αδικαιολόγητες συνεχείς αντιπαλότητες, που ταλαιπώρησαν για χρόνια τη Σχολή.

1968: Στη θέση του Γιάννη Δεσποτόπουλου ο οποίος αποχωρεί λόγω ηλικίας, εκλέγεται (1970) ο εκλεκτός της χούντας Θεοχάρης Πολυχρονόπουλος [7] που παραμένει μέχρι την πτώση της χούντας, οπότε εξαφανίζεται. (με την εκλογή του οι παλιοί επιμελητές του Δεσποτόπουλου παραιτούνται)
       Στα επόμενα χρόνια εκλέγεται μόνο ο Διονύσης Ζήβας (1972) στη θέση του Βασίλη Κασσάνδρα και μόνο το 1978 προκηρύσσονται τρεις θέσεις καθηγητών για τις Αρχιτεκτονικές Συνθέσεις – χωρίς την απαίτηση διδακτορικού-[8], στις οποίες εκλέγονται τρία χρόνια μετά (1981) και 12 χρόνια μετά την αποχώρηση του Δεσποτόπουλου, ο Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας και ο Γιώργος Σκιαδαρέσης (μόνο για 4 μόνο χρόνια (1985), οπότε αποχωρεί λόγω ηλικίας), ενώ η τρίτη εκλογή κηρύσσεται άγονη παρ’ όλο τον μεγάλο αριθμό των υποψηφίων.

1983: εκλέγεται η Σούλα Τζάκου –ως κάτοχος διδακτορικού- στην κενή τέταρτη έδρα Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων.

1989: προκηρύσσεται η κενή θέση του Γ. Σκιαδαρέση , η οποία 5 χρόνια μετά από την αποχώρησή του στα τέλη του 1990, κηρύσσεται πάλι άγονη Οι δύο άγονες εκλογικές διαδικασίες συνοδεύουν τις υποψηφιότητές μου.[9]
Θυμίζω ότι ο Δημήτρης Φιλιππίδης, σε αυτό το διάστημα, παίρνει το δίπλωμά του από τη Σχολή το 1962.
Το 1970 φεύγει για την Αμερική μέσα στη δικτατορία και γυρίζει το 1973.
Το 1975 μετά την πτώση της Χούντας έρχεται στη σχολή στην έδρα της Πολεοδομίας.

Τι συμβαίνει εκεί;
1968: Απομακρύνεται από τη χούντα ο Α. Κριεζής όπου ήταν καθηγητής στην έδρα της πολεοδομίας από το 1952. Στη θέση του βάζει υποψηφιότητα και εκλέγεται το 1969 ο Α. Αραβαντινός για 18 χρόνια. Σε μια θέση Χωροταξίας που προκηρύσσεται το 1976 εκλέγεται ο Ιγκόρ Δεργκάλιν -συνυποψήφιος τότε με τον Αντώνη Τρίτση-, ο οποίος παραιτείται το 1982 απογοητευμένος από τις επικρατούσες συνθήκες στο ΕΜΠ.

Τι έχει μεσολαβήσει αυτά τα δύσκολα χρόνια στην Αρχιτεκτονική Σχολή του ΕΜΠ;

Αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο παράλογα ο αριθμός των φοιτητών και εντείνεται ιδιαίτερα στα χρόνια της δικτατορίας η πολιτικοποίησή και συχνά η κομματικοποίησή τους.

Οι αρχιτεκτονικές συνθέσεις διδάσκονται σε όλα τα έτη, από το Α’ μέχρι το τέλος των σπουδών και διπλασιάζονται μέχρι το 1985 οι θέσεις των καθηγητών που τις διδάσκουν.

Η εργαστηριακή μορφή της διδασκαλίας, ξεχωριστή για τον κάθε φοιτητή, συσχετισμένη με την αφύσικη αύξηση του αριθμού των φοιτητών κάθε χρόνο από το 1966, οδηγεί στην ανάλογη αύξηση των Επιμελητών-Βοηθών στις έδρες των συνθετικών μαθημάτων και σε μια διδακτική προσέγγιση από τη μεριά τους κατά κάποιο τρόπο «ανεξάρτητη» και αυτόνομη σε ένα βαθμό, και πάντως μη ελεγχόμενη από τους καθηγητές.

Η μη έγκαιρη αύξηση και κάλυψη των καθηγητικών θέσεων στις Αρχιτεκτονικές Συνθέσεις, αυτά τα χρόνια, και ο αυξανόμενος χρόνος θητείας των κηδεμονευόμενων θέσεων στα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα μεταξύ των εκλογών, καθώς και η ασυγκράτητη αύξηση του αριθμού των φοιτητών, μετέφερε συνεχώς άτυπα νέες αρμοδιότητες στους Επιμελητές –Βοηθούς.

Κορυφαίο παράδειγμα τα έξη πρώτα κρίσιμα χρόνια της μεταπολίτευσης όπου ο Δ. Ζήβας από το 1975, μέχρι το 1982, είναι ο μόνος εκλεγμένος καθηγητής Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων για το Α’, Β’, Γ’, Δ’ και Ε’ έτος και για τις πάμπολλες διπλωματικές εργασίες. Οι υπόλοιπες θέσεις καλύπτονται από «κηδεμόνες, δηλαδή στην ουσία από τους Επιμελητές Βοηθούς!
Θα αναρωτιέστε: τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον Δημήτρη Φιλιππίδη;
       Κι όμως ήταν εκείνα τα χρόνια και σ’ αυτό το χαοτικό κλίμα, που κι εκείνος όπως κι εγώ, μετέχουμε ως επιμελητές-βοηθοί στο - Επιστημονικό Διδακτικό Προσωπικό – το οποίο σε όλα τα Πανεπιστήμια της χώρας διεκδικούσε έναν καινούργιο νόμο-πλαίσιο για την ανώτατη παιδεία, που τελικά –δυστυχώς- πήγε στραβά σ’ ένα μεγάλο βαθμό, κατά την άποψή μου για διάφορους λόγους που δεν είναι η ώρα να συζητηθούν εδώ.
       Σ’ αυτό το θολό τοπίο της μεταπολίτευσης, ως πρόεδρος του ΕΔΠ του ΕΜΠ, όφειλα να επιμείνω στην εφαρμογή των συλλογικών αποφάσεων των αλλεπάλληλων συνελεύσεων για την αποχουντοποίηση της Σχολής. Πράγμα που έκανα.
    Οι έντονες κομματικές παρεμβάσεις όλων των παρατάξεων σε όλα τα επίπεδα -φοιτητών, Επιστημονικού Διδακτικού Προσωπικού και Καθηγητών- πολλαπλασίαζαν τις απίστευτες δυσκολίες χειρισμών και της μεταξύ τους συνεννοήσεις.
       Ήταν μια δύσκολη εποχή για όλους. Εποχή λαθεμένων ελπίδων και εκτιμήσεων.
    Ήταν μια εποχή στο Πανεπιστήμιο, όπου η ελευθερία του λόγου, η μόνη ίσως αδιαπραγμάτευτη άποψη που πρέπει να ισχύει εκεί, είχε καταργηθεί.
       Το ερώτημα ήταν απλό: «Είσαι υπέρ ή κατά», που λέει και ο ποιητής. [10]
      Ήταν τότε που κατέτασσαν, θέλοντας και μη, στις λίστες των κομματικών παραγόντων όσους θεωρούσαν απλά υποχρέωσή τους να συμβάλλουν στις εξελίξεις.
    «Κοιτάξετε την πολίτική (σταδιοδρομία) σαν το επόμενο βήμα σας» μου είχε τότε ευχηθεί καθηγήτρια -ακαδημαϊκός δάσκαλος- όταν τη συνάντησα για την τυπική επίσκεψη ως υποψήφιος για καθηγητής στις Αρχιτεκτονικές Συνθέσεις! Το διαβάζω σήμερα στις σημειώσεις μου εκείνων των ημερών και δεν το πιστεύω [11].
     Σ’ αυτό λοιπόν το «ακαδημαϊκό» κλίμα παραμερίστηκαν, δοκιμάστηκαν και χάθηκαν πολλές από τις σχέσεις μου με παλιούς φίλους, μέσα σε ατελείωτες άγονες συζητήσεις διανθισμένες με υπόγειες κομματικές εντολές και ταυτόχρονα πολλές φορές με δήθεν θεωρητικές επισημάνσεις που αναζητούσαν περισσότερο την προσωπική προβολή, τη σύγκρουση και όχι τη συναίνεση.



Αιώνες φαρμάκι, γενιές φαρμάκι

γράφει ο Γ.Σεφέρης [12]

       Σε αυτά τα δίσεκτα χρόνια θόλωσαν τα ίχνη της σχέσης μου όχι μόνο με τον Δημήτρη. Ήταν αυτό το κλίμα της εποχής που επέτρεψε τότε να ειπωθούν και να γραφτούν λέξεις σκληρές, που προκλήθηκαν και ζυμώθηκαν στη δίνη εκείνων των αντιπαραθέσεων και των οποίων οι γρατζουνιές παρέμειναν ορατές για χρόνια. [13]
       Πρέπει κάποτε μέσα από αυτό το οδυνηρό όργωμα των ανθρώπινων σχέσεων και των αποφάσεων που πάρθηκαν στο πλαίσιο εκείνης της εποχής την οποία δεν ήταν δυνατόν να ελέγξουμε, να δούμε τα λάθη που διαπράξαμε για να συμφιλιωθούμε με αυτά [14].
      Ίσως έτσι κάποτε να κριθούμε σωστά για τα σκοτεινά χρόνια της δικτατορίας, κι εκείνα τα 7 χρόνια της μεταπολίτευσης…



3. Από το Ναδίρ στο Ζενίθ

ΕΜΠ-ΜΙΤ, ΕΜΠ ξανά, Πανεπιστήμιο Πατρών, ΚΑΜ.(1992-1999-2007)



…πάντα σ’ ένα εμπόδιο υπάρχει μια ρωγμή
Για να γλιστρήσει το όνειρο…
Gaston Bachelard [15]


         Μακριά από τα Πανεπιστήμια εγώ, μετά το 1992, και συχνάζοντας εκεί μόνο ως «Επισκέπτης καθηγητής» στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα, και μέσα στο Πανεπιστήμιο ο Δημήτρης, παρών όμως συχνά και στο Δημόσιο χώρο, επιχειρήσαμε ευτυχώς, -μόλις οι συνθήκες το επέτρεψαν- να ξαναδούμε κριτικά τη σχέση μας, παρακολουθώντας ο ένας τον άλλο.
           Εκείνος γράφοντας και ασκώντας κριτική κι εμείς παρακολουθώντας, διαβάζοντας και σχολιάζοντας μεταξύ μας τα εξελισσόμενα κείμενά του.

1996: το Υπ.Πο. ακολουθώντας ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα ζήτησε από τους δήμους της χώρας να ενταχθούν στο Πολιτιστικό Δίκτυο Πόλεων αφιερώνοντας τις σημαντικές πολιτιστικές δραστηριότητές του σ’ έναν τομέα τέχνης. Τα Χανιά επέλεξαν την Αρχιτεκτονική.

1997: Οι άνθρωποι του Δήμου Χανίων με εκλέγουν καλλιτεχνικό διευθυντή του ΚΑΜ. Πρώτη εκδήλωση Έκθεση Αρχιτεκτόνων που ζουν και εργάζονται στα Χανιά.

        Καθιερώνουμε τότε χάρις στη βοήθεια τριών συναδέλφων των Δημήτρη Φατούρο, Δημήτρη Φιλιππίδη και Γιώργο Τζιρτζιλάκη, οι οποίοι ανέλαβαν θαρραλέα το επώνυμο βάρος της πρώτης κρίσης, την κριτική αποτίμηση των εκτιθέμενων έργων γεγονός που κρίθηκε και για τις 4 Triennale Αρχιτεκτονικής που έγιναν στα Χανιά από το 1997 έως το 2009 [16].


Κάπως έτσι ξαναπιάσαμε το νήμα της παλιάς αλληλοεκτίμησης με τον Δημήτρη.
       Έτσι κάποιες μέρες του 2004, του προτείναμε ένα μικρό “περίπατο-ξενάγηση” σε μερικά από τα τότε τελευταία έργα μας, ελπίζοντας σ’ ένα γόνιμο διάλογο, που δεν μας τον αρνήθηκε.
«Αναγνωρίζαμε» έγραφα τότε  [17] «ότι κριτικάροντας και ενίοτε υπονομεύοντας συστηματικά, όχι μόνο την ελληνική αρχιτεκτονική πραγματικότητα στο σύνολό της, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του, ο Δημήτρης Φιλιππίδης επιχειρούσε και εξακολουθεί να επιχειρεί να συγκροτήσει μια σοβαρή και τεκμηριωμένη άποψη για όσα συμβαίνουν στην καθημερινότητα της διαχείρισης του χώρου στον τόπο μας... εξελίσσοντας, συμπληρώνοντας και κάμποσες φορές αναθεωρώντας με θάρρος τις διατυπωμένες απόψεις του, πράγμα που σημαίνει μια εσωτερική εντιμότητα, καθόλου συνηθισμένη στα χρόνια που ζούμε».

         Από αυτήν την «επίσκεψη» προέκυψε ένας γόνιμος διάλογος που διέλυσε όλους τους προηγούμενους δισταγμούς, αναθερμαίνοντας την παλιά φιλία.




    Όλα αυτά τα χρόνια, δεν ένιωσα ποτέ τον Δημήτρη Φιλιππίδη αντίθετο στους μαχόμενους αρχιτέκτονες. Πάμπολλες φορές πήρε τη θέση συνηγόρου υπεράσπισης μιας πρότασης που εβάλετο δημόσια, όπως συνήθως, χωρίς στοιχειώδη τεκμηρίωση.
Είναι ο κριτικός της αρχιτεκτονικής καθημερινότητας, της μικρής και της μεγάλης κλίμακας και του ευρύτερου περιβάλλοντος, που με τόλμη τεκμηριώνει τις αντιρρήσεις του στις συχνά κακόβουλες, ατεκμηρίωτες και αστόχαστες κριτικές που δέχονται αρχιτεκτονικά έργα και αρχιτέκτονες από ακαλλιέργητους ανθρώπους, αλλά και «διανοούμενους», που πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να κρίνουν χωρίς στοιχειωδώς να γνωρίζουν και να έχουν προηγουμένως σκεφτεί.
         Σε αυτό το πλαίσιο παρακολουθούμε όλοι, χρόνια τώρα, τις παρεμβάσεις του, μετά τις διαλέξεις που με επιμονή παρουσιάζει το Ε.Ι.Α. Πάντα σε όλες αυτές έχει να πει θετικά λόγια τεκμηριωμένα που, τις περισσότερες φορές, καταλήγουν σε γενικές παρατηρήσεις εξαιρετικά διδακτικές, οι οποίες συλλαμβάνουν το κεντρικό νόημα της παρουσίασης που μερικές φορές ούτε ο ίδιος ο ομιλητής δεν είχε αντιληφθεί.
        Αυτή η σταθερή και μόνιμη παρουσία στον δημόσιο χώρο του έδωσε χωρίς αμφιβολία τη θέση ενός κατ’ εξοχήν σοβαρού αγωνιστή κριτικού υπέρ της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής, θεωρώντας ο ίδιος κριτικά την άποψή του, σε μια πορεία τεκμηριωμένων αναθεωρήσεων και αποσαφηνίσεων, πλουτίζοντας το λόγο του με μια αξιοζήλευτη ωριμότητα, και υποστηρίζοντας με θάρρος και ειλικρίνεια αυτό που πιστεύει.


4. Δοξαστικό!


«Εγώ σκάβω, εσύ σκάβεις, σκάβει και το σκουλήκι

Κι αυτό που τραγουδάει εκεί λέει: αυτοί σκάβουν»

Paul Celan [18]




2007. Με πρωτοβουλία του αρχιτέκτονα Οδυσσέα Σγουρού οργανώνεται στο Ηράκλειο μια αναπάντεχη τιμητική εκδήλωση για τρεις Δημήτρηδες: Φατούρος, Φιλιππίδης, Αντωνακάκης. για την προσφορά τους κλπ. κλπ.
        Δεν χρειάζεται να σας περιγράψω την περιποίηση – άλλωστε είμαστε στην Κρήτη - και την ειλικρινή συγκίνηση που ζήσαμε εκείνες τις μέρες, καθώς όπως γνωρίζετε καλά, ο έπαινος των συναδέλφων, είναι πάντοτε δύσκολος, σπάνιος και γι’ αυτό ιδιαίτερα πολύτιμος.
         Σε αυτήν τη γιορτή έπρεπε να μιλήσουμε κι εμείς, οι τιμώμενοι. Εκεί τότε ο Δημήτρης σε μια απίστευτη εξομολογητική ομιλία περιέγραψε την εξέλιξη της σχέσης μας όλα αυτά τα χρόνια μ’ ένα τρόπο που κανείς μέχρι τώρα δεν μου είχε απευθύνει. Σκέφτηκα ότι και μόνο γι’ αυτά που εκείνος θυμάται άξιζαν το 33 χρόνια που πέρασα στη σχολή αρχιτεκτόνων με όλα τα σκαμπανεβάσματά της. 
        Ίσως διότι ο Δημήτρης Φιλιππίδης είναι ένας από εκείνους τους λίγους, που πιστεύω ότι κατάλαβαν κάποια στιγμή το νόημα, μιας παρεξηγημένης, ίσως αφελούς, αλλά αφιλοκερδούς προσπάθειας, που σπαταλήθηκε από ορισμένα άτομα εκείνα τα περασμένα χρόνια στην αναζήτηση μιας ουτοπίας, «ορίζοντας» ίσως «για κάποιους άλλους ένα ραντεβού στο προσεχές μέλλον», όπως εύστοχα και αισιόδοξα σημειώνει ο Derrida. [19]


5.
Επίλογος


«…Υπάρχουν κάποιοι που γνωρίζουν

Ότι μπορείς να χαρίσεις στον άνθρωπο ένα λουλούδι.

¨Όμως πόσοι γνωρίζουν άραγε

Ότι μπορείς να χαρίσεις έναν άνθρωπο σ’ ένα γαρύφαλλο;

Και πιο θεωρούν ως πιο σημαντικό;».

Paul Celan [20]




       Το νόημα της κριτικής, είπε κάποτε ο Βασίλης Παπαβασιλείου, δεν είναι να βαθμολογεί , να ξεχωρίζει το καλό από το κακό. Είναι ο συνεχής στοχασμός πάνω στο αντικείμενό της, επισημαίνοντας δυνατότητες κι ανοίγματα που πλουταίνουν το έργο και γονιμοποιούν τη δυναμική του.
          Αυτά οφείλει ν’ αναλύσει και να αποκαλύψει ο κριτικός, εκτιμώντας τις προοπτικές για το μέλλον και εμβαθύνοντας στο παράδοξο, απ’ το οποίο πολλές φορές αποκαλύπτεται ξαφνικά η πιο βαθιά κρυμμένη αλήθεια. [21]

       Πόσο βαθειά πρέπει να σκάψουμε άραγε για να συναντήσουμε την ανθρώπινη ύπαρξη…
       Παρόλα όσα σας είπα, νοιώθω πως εξακολουθώ να βρίσκομαι μπροστά σ’ ένα πρόσωπο που μου διαφεύγει μέσα από χιλιάδες λέξεις γραμμένες σε άρθρα και σε βιβλία, αλλά και ειπωμένες σε διαλέξεις, σε παρεμβάσεις σε ομιλίες τρίτων. Προβάλλοντας τη σωστή αντίσταση στα ΜΜΕ βοηθώντας δηλαδή «να διαφοροποιηθούν, να τα επαναφέρουμε στην ανάληψη της ίδιας της δικής τους ευθύνης» όπως γράφει πάλι ο Derrida [22]
          Ένα πρόσωπο διαρκώς παρόν, που δεν διστάζει να πει τη γνώμη του εκθέτοντας τον εαυτό του τολμώντας ρισκάροντας κι επιχειρώντας κάθε φορά να καταλήξει σε συμπεράσματα που αναζητούν το θετικό πρόσημο. ανθίζοντας!
         Κι αυτή η στάση είναι άκρως διδακτική, καθώς αποφεύγει συστηματικά τη θέση εκείνου «που παρακολουθεί ένα ναυάγιο και κάπου απολαμβάνει την ασφάλεια που του χαρίζει η θέση του θεατή», όπως αναφέρει ο Blumenberg [23].




_____________________________________________________

1.  Paul Celan, Γλωσσικό Πλέγμα, μετάφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, σ. 95, Άγρα, Αθήνα 2012.
2. 1958: Ως αρχισμηνίας εργάζομαι στο «Γραφείο της Πινακοθήκης» των Π. Μυλωνά, Δ. Φατούρου. Εκεί με συνανατά ως σύμβουλος του Μαρίνου Καλλιγά, ο Ευάγγελος Ρουσόπουλος και μου προτείνει να βοηθήσω στο Πολυτεχνείο. Δέχτηκα αμέσως!
3 Ανδρέα Κάλβου, Άπαντα, Εισαγωγή Κωνσταντίνου Τσάτσου, Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Κέρκυρα, 1992, Το Φάσμα, ΙΕ, σ. 204
4 Μεταξύ 1961 και 1965 και οι δύο έδρες κτιριολογίας δεν είχαν καθηγητές. Οι επιμελητές βοηθοί έπαιρναν πρωτοβουλίες για όλη την εκπαιδευτική διαδικασία σε σπάνιες συνεργασίες με τους κηδεμονεύοντες καθηγητές
5 Εκλέκτορες για όλες τις σχολές του ΕΜΠ (και για την Αρχιτεκτονική) ήταν ΌΛΟΙ οι περίπου 70 καθηγητές του ΕΜΠ. Έτσι στις τρις εκλογές του 1981 ήταν: στην πρώτη,η 9 αρχιτέκτονες στους 48 εκλέκτορες. Στην δεύτερη 8 αρχιτέκτονες στους 46 εκλέκτορες. Στην τρίτη 7 αρχιτέκτονες στους 49 εκλέκτορες. Είναι προφανές ότι οι τύχες της Αρχιτεκτονικής Σχολής ήταν απόλυτα εξηρτημένη από την πλειοψηφία ασχέτων με το αντικείμενο εκλεκτόρων
6 Βλ. ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ, Μέλισσα, επιμ Χ. Μπούρας- Δ. Φιλιππίδης,, Μέλισσα, 2013, λίμα Κασσάνδρας, Βασίλειος, σελ.168
7 Κανένα στοιχείο δεν βρήκα στα λεξικά. Ούτε στο προηγούμενο της Μέλισσας. Το μικρό του όνομα ανακαλύφθηκε στην αναφορά των καθηγητών του ΕΜΠ για τις ζημιές που προκλήθηκαν στο Ίδρυμα μετά την εισβολή του άρματος μάχης στις 17-11-73.
8 Πρόκειται για μια διαδικασία η οποία ετίθετο σε ισχύ για ορισμένα χρόνια και για τις έδρες των Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων, από το Υπουργείο Παιδείας μετά από αίτηση του ΕΜΠ.
9 Το 1978 υπέβαλλα υποψηφιότητα και στις τρις έδρες που είχαν προκηρυχθεί. Οι εκλογές έγιναν 3 χρόνια μετά, το 1981. Η τελευταία όπου επλειοψήφισα κυρίχθηκε άγονη. Το 1988υπέβαλα υποψηφιότητα στην έδρα του Γ. Σκιαδαρέση που είχε αποχωρήσει. Η διαδικασία κατέληξε πάλι άγονη . Στην (παράτυπη: 10 εκλέκτορες αντί 11), συνεδρίαση όπου ψήφισαν οι 10 καθηγητές της σχολής, πήρα μόνο δύο ψήφους της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής η οποία ομόφωνα με είχε προτείνει.
10 Μανόλη Αναγνωστάκη, Τα 1941-1971, Πλειάς 2η έκδοση, Αθήνα 1975, σελ.124.
11 Καθώς όφειλα ως υποψήφιος των Αρχιτεκτονικών συνθέσεων να επισκεφθώ τους 72 καθηγητές του ΕΜΠ είχα τηρήσει ένα ημερολόγιο. Το απόσπασμα είναι από την επίσκεψή μου στην κ. Ν. Μουρίκη.
12 Γ. Σεφέρης, Τετράδιο Γυμνασμάτων Β’, Ίκαρος, Αθήνα 1976, σελ. 47.
13 Αναφέρομαι συγκεκριμένα στα κριτικά σχόλια του Δ. Φιλιππίδη στη Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, Μέλισσα, Αθήνα 1984, σελ. 325 (Εκλαΐκευση και απλοποίηση), σελ. 377 (Εμπορευματοποίηση μηνυμάτων).
14 «Γιατί δε μιλας; Δεν ενδιαφέρεται πια κανείς γι αυτή την υπόθεση μου είπε. Πέρασαν χρόνια από τότε…» Μανόλης Αναγνωστάκης: ΤΟ περιθώριο ’68- ΄69, στιγμή, Αθήνα, 1985, σελ.21
15 Gaston Bachelard, La Terre et les reveres du repos,Librairie Jose Corti, 1986, Paris, pg.216

16 1η Τriennale, 1957, 2η 2000, 3η 2004, 4η 2009. βλ. εκδόσεις ΚΑΜ. Δυστυχώς, η πρωτότυπη οργανωτική επιτυχία του θεσμού, όπου η αποτίμηση κατετίθετο μετά την έκθεση με τη συμμετοχή και όσων εξέθεταν, καταστρατηγήθηκε στην 5η και τελευταία Τriennale.
17 Βλ. Θέματα Χώρου Τεχνών, τευχ. 36 2005. από αυτήν την επίσκεψη προέκυψε μια σειρά από γόνιμες παρατηρήσεις που επαναξιολογούσαν αρχές και συσχετίσεις, ερμηνεύοντας εμμονές που κινδύνευαν να μετατραπούν σε στερεότυπα. Δεν είναι από αυτόν τον κίνδυνο που μας προφυλάσσει η δημιουργική κριτική, επισημαίνοντας με σοβαρότητα τις αρχές που ερμήνευε ο σχεδιασμός του αρχιτεκτονικού έργου, οδηγώντας κάθε φορά σε κάτι διαφορετικό;
18 Paul Celan, Του κανενός το ρόδο, μετάφρ. Χρήστος Λάζος, ΑΓΡΑ,Αθήνα,1995, σελ.63
19 Jaques Derrida, Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει, Άγρα, Αθήνα, 2006, σελ. 31
20 Paul Celan, Ο Μεσημβρινός και άλλα πεζά, μετάφρ. Γιώργος Σαγκριώτης, ΑΓΡΑ, Αθήνα, 2006, σελ. 54
21 T. S. Eliot: «…Ο κριτικός δεν είναι ένας τεχνικός εμπειρογνώμων. Πρέπει να είναι ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος με πεποιθήσεις και αρχές, με πείρα και γνώση ζωής».
22 Op.sit. σελ 32
23 Hans Blumenberg, Ναυάγιο με θεατή, Αντίποδες, Αθήνα 2017.

Την ομιλία αυτή μπορείτε να την παρακολουθήσετε βιντεοσκοπημένη με την ευγενική προσφορά του ιστότοπου blod.gr κάνοντας ΚΛΙΚ εδώ






Δεύτερη Απογευματινή Συνεδρία

ΘΕΜΑΤΙΚH ΕΝΟΤΗΤA Δ΄
Η ΠΟΛΥΣΧΙΔΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Συντονιστής:
Αριστομένης Βαρουδάκης,

Αναπληρωτής Καθηγητής
στην Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών

του Πολυτεχνείου Κρήτης

Αριστομένης Βαρουδάκης



13.


«ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ 
ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ 
ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΟΥΜΕ ΜΕΡΟΣ 
ΜΙΑΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΜΠΑΝΤΑΣ;»

Μαρία Λοϊζίδου, 
Εικαστικός

Μαρία Λοϊζίδου, 












Χαιρετώ όλους και ευχαριστώ τους οργανωτές, τον εκδοτικό οίκο Μέλισσα και τον Γιώργο Τριανταφύλλου, για το κάλεσμα. Είναι για μένα χαρά που βρίσκομαι μαζί σας. Που συμμετέχω σε ένα αφιέρωμα για τον Δημήτρη Φιλιππίδη, με ένα τρόπο που αγαπώ ιδιαίτερα, του να συνδέω τα πράγματα μεταξύ τους. Μία ευκαιρία για κάτι νέο, για μένα μέσα σε συνθήκη κάθε φορά «έκτακτης ανάγκης». 

Άλλωστε συνειδητοποιώ σήμερα ότι αυτό που συμβαίνει από το πρωί και που μόνο ένας άνθρωπος που διαθέτει εξαιρετικές ποιότητες, όπως εσένα Δημήτρη Φιλιππίδη θα μπορούσε να αντέξει, να μας διαθέσεις το έργο σου προκειμένου να συνδεθούμε μεταξύ μας. 

Θα προσπαθήσω να αναπτύξω, γιατί κάτι τέτοιο διαθέτει εφορία. 
Κατ’ αρχή γιατί ακολουθεί την πορεία χωρίς κατεύθυνση. Είναι η χειρονομία της επανάληψης που επιτρέπει στον άνθρωπο να προσανατολιστεί κοντά στη φύση. 
Να συλλέξει γραμμές, από ακούσματα και εικόνες, μπαίνοντας σε μια νέα κοινότητα που δε κατηγοριοποιείται. 


Η παρουσία ανθρώπων μιας τέτοιας κοινότητας ενεργοποιεί και το εργαστήριο μου και μου είναι εξαιρετικά πολύτιμη. Την διακρίνω ανάμεσα στις χειρονομίες μου, στις γραμμές των σημειώσεων μου, σε ήχους ήπιων ακουσμάτων που συνοδεύουν τις εντάσεις του ψαξίματος και την επεξεργασία κάθε νέας πρότασης. Αυτές είναι οι συνθήκες που οργανώνεται ο χώρος της εργασίας μου, και πιστεύω ο χώρος κάθε εργασίας, μιας ελεύθερης σκέψης, όπου το κάθε τι είναι δυνατό. Ο χώρος αυτός είναι ο χώρος μιας διαδρομής και θα τολμούσα να πω της αιωνιότητας, χωρίς περιορισμούς, ούτε χρονοδιαγράμματα. Διαθέτει θαμπάδα, ένα ενεργό σώμα, ένα συνεχή μετασχηματισμό. Μία γκριμάτσα του σώματος, την επιθυμία της εμφάνισης, με ένα κίνητρο που συνεχώς ανανεώνεται. 

Pelage 2018 


Κάποιοι από σας γνωρίζετε ότι μέσα από την εργασία μου, την εργασία της τέχνης, επεξεργάζομαι τα χαρακτηριστικά του άγκιστρου, της θήλειας, του πλέγματος, της γραμμής του συλλογισμού που είναι εγγεγραμμένη με το σώμα και φυσικά με τον άλλο, το άλλο σώμα, τον συνομιλητή, τον θεατή. Συνδέω συνεχώς πράγματα, παράγω επιστρώσεις μέσα σε μια συνεχή αγωνία συντήρησης της διαφάνειας και της ανάγνωσης της χειρονομίας. 

Κάθε φορά που αρχίζω μια νέα πρόταση η καλούμαι σε μια νέα συνεργασία, μια η περισσότερες, η καμία φορά και όλες μαζί οι παρουσίες των ανθρώπων αυτής της κοινότητας ενεργοποιούνται προκειμένου να βρω μια άκρη. Καθορίζουν την πορεία μου, όπως π.χ. του Αλέξανδρου Τομπάζη, όταν πρόκειται για το φως, η της Ιωάννας Παπαντωνίου, όταν πρόκειται για το κέλυφος, η της Άννας Καφέτση, όταν πρόκειται για θέματα σύγχρονης τέχνης, σχέσεις που μου επέτρεψαν εξαιρετικές συνεργασίες και εμπνευσμένες στιγμές στη πραγματοποίηση προτάσεων και έργων. 

Σήμερα σχολιάζω τη σημασία που αποδίδω στη παρουσία του Δημήτρη Φιλιππίδη και τη σχέση του με το τοπίο. 


Η σχέση του Δημήτρη με τον Κεραμεικό είναι γνωστή μέσα από κείμενα, και διαλέξεις. Για μένα οι αναφορές αυτές έπαιξαν ρόλο καταλύτη στην επεξεργασία της πρότασης μου Η Μεταβίβαση, στο αρχαίο νεκροταφείο της Αθήνας. Προϋπόθεση σε κάθε βήμα της επεξεργασίας της πρότασης, ήταν να μη διαταράξω την εκτίμηση και το ειρηνικό τοπίο που ο Δημήτρης αποδίδει στο χώρο και παραμένουν μέσα από τα χρόνια τα πολύτιμα χαρακτηριστικά του. 

Κάποια στιγμή ο Δημήτρης μου γράφει: 

“Το τι έκανες εκεί (Κεραμεικός) και τι σημαίνει αυτό, αλήθεια, μόνο εσύ είσαι αρμόδια να το κρίνεις. Εμείς κινούμαστε περιφερειακά, εφαπτομενικά, κάπου σε συναντάμε και κάπου σε χάνουμε. Μα είναι φυσικό κάτι τέτοιο. Είναι σαν μια μετάφραση από κείμενο Λοϊζίδου σε κείμενο Φιλιππίδη ή κάποιου άλλου, δεν γίνονται αυτά αυτόματα”. 


Η μετάφραση στην οποία αναφέρεται ο Δημήτρης είναι αυτή που ενεργοποιεί το άκουσμα στο σώμα για ένα νέο συλλογισμό, διατηρώντας παράλληλα την πρόθεσή και το πλαίσιο. 

Με την βοήθεια ενός σπουδαστή μουσικής, προκειμένου να κατανοήσουμε το άκουσμα, προτείνω ένα χώρο στον οποίο κανένας από τους συνομιλητές, ούτε ο Δημήτρης ούτε εγώ, έχουμε την κυριαρχία. Είναι ένας άλλος χώρος, μια άλλη σανίδα μια άλλη σκηνή. 



Ηχητικό, κάποιος σωλήνας μεταλλικός....... 



Πρόσφατα συνάντησα τη δουλειά του καλλιτέχνη Paul Pfeiffer Fragment of a crucification, στη γκαλερί Perotin στο Παρίσι. Στο video ο καλλιτέχνης επεξεργάζεται τα θραύσματα της απόκρυψης από σκηνές αγώνα πάλης. Αφαιρώντας τον ένα από τους δύο συντελεστές, μετακινεί τον θεατή από την εικόνα της οικειότητας, για να ενδυναμώσει τη σημασία αυτού που λυπεί, η οποία προσδιορίζεται από τη στάση αυτού που εμφανίζεται. 




Η εξάρτηση (δηλαδή) από τη θέση του άλλου μας οδηγεί στη πηγή της πρόθεσης. 

Ότι οι άλλοι βρίσκονται στο περιβάλλον της πηγής έμπνευσης, είναι κάτι το φυσικό. Μερικές φορές, οι ευαισθησίες μας ενοχλούνται ή υποφέρουν, έως ότου βρούμε τρόπο να αποτελέσουν εργαλείο επεξεργασίας του εγώ και του άλλου και παράξου νέες προοπτικές. 



Νέες προοπτικές μου επιτρέπει επίσης ο Δημήτρης συνδέοντας τη δουλειά μου με το έργο του Δημήτρη και Σουζάνας Αντωνακάκη, και την ιδέα της διαστρωμάτωσης και της συμπεριφοράς των υλικών. 


Η ακόμη όταν κάνει ένα διάλογο εκθέσεων μεταξύ της πρότασης του Ζήση Κοτιώνη, στο μουσείο Μπενάκη, «Ο Αναξίμανδρος στη Φουκουσίμα. Γενεαλογίες της τεχνικής», και της πρότασης μου Cropping Up στη Γκαλερί Καλφαγιαν. 


Υπάρχει πάντα κάτι το ιλιγγιώδες να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου μέσα σε μια σχέση, ακόμα και όταν τα ενδιαφέροντα φανερώνονται γνώριμα. Η αναστάτωση οφείλεται περισσότερο στην ερμηνεία τους. Έχουμε όλοι συναντήσει σε αρκετές περιπτώσεις ανθρώπους που εγκαταλείπουν τη θέση τους απέναντι στα πράγματα προκειμένου να μη πληγώσουν κάποιο οικείο τους. 

Γνωρίζουμε όμως πολύ καλά ότι η τέχνη παράγει το μοτίβο της αναστάτωσης και γι’ αυτό ανανεώνεται συνεχώς. 

Μια τέτοια ανανέωση αναπτύσσεται και μέσα από τις σχέσεις των ανθρώπων. Ο ουσιαστικός και παραγωγικός κόπος στον οποίο μπαίνουμε για τον άλλον. 
Αυτό πραγματικά με μαγεύει!




Ηχητικό, ο Κεραμεικός που μας χωρίζει 





Είναι η σύνδεση του κάτι με κάτι άλλο. 

Μια παράτυπη πράξη που είναι αυτή που δεν ταιριάζει στον κανόνα. Μπορούμε να το πούμε διαφορετικά: η έννοια συνίσταται στην τοποθέτηση ενός γεγονότος από μια γενικότητα, σε μια νέα εφαρμογή. Όλη η αίσθηση είναι το αποτέλεσμα μιας εφαρμογής. Το πράγμα δηλαδή που δεν είναι ακριβώς ό, τι είναι. Το υπερβατικό που καθαρά άυλα, από όλες τις απόψεις, παρόμοια με τη γλώσσα, κατεβαίνει στα πράγματα για να τους δώσει νόημα. Η παρατήρηση του Δημήτρη θα κάνει μια αποκάλυψη, μια ευλογία ή χάρη. 

Δίνει το νόημα, στο οποίο αναφέρεται ο Jean Luc Nancy, το οποίο δεν σταματά να προέρχεται από αλλού και να πηγαίνει αλλού. Είναι αυτό που συμβαίνει σε μας, στην ύπαρξή μας, όχι ως δικαιολογία ή επίδεσμος, αλλά στο άνοιγμα ή στο άγγιγμα της ύπαρξής μας. -του κόσμου, τελικά ως η ευκαιρία μας στο καθένα. 


Ηχητικό, τ ήθελες και μας το έστειλες




Τι ακούω από τον άλλο: 




j’entends ce qui domine, j’écoute ce que je vise. 

Μεταξύ αυτού που κυριαρχεί των πραγμάτων και στα πράγματα που στοχεύω, le contre dans la rencontre. 


Ο μετρητής της συνάντησης θα σηματοδοτήσει την ομιλία της με μια ακριβή χειρονομία, αποκαλύπτοντας ότι η έκφραση αυτής της χειρονομίας στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί είναι σε θέση να αφήσει οπτικά ίχνη αυτών των ήχων μηνυμάτων που μόλις πέρασαν. Ο J. L. Nancy προσδιορίζει το διάστημα αυτό, ούτε ευτυχισμένο ούτε δυστυχισμένο. Είναι ένας συνδυασμός γεγονότων που συνθέτουν τον κόσμο.


Μέσα στην απήχηση του αφουγκράσματος θα μπορούσε να εμφανιστεί και τίποτε. Θα μπορούσε να εμφανιστεί και κάτι νέο! 

Η τέχνη έχει νόημα εφόσον μας καθυστερεί. Ως μία ηχητική απήχηση, επιχειρεί να ανακτήσει τη σημασία, την ελαφρότητα που εγκαθίσταται μαζί με την αίσθηση για κάτι νέο. Μας επιτρέπει την ανύψωση, το να ανασηκωθούμε ξανά, αυτό το Soulèvement, του George Didi-Hubermann. 



Η παρατήρηση του άλλου επιτρέπει την εμφάνιση των θραυσμάτων που συνέβαλαν στην ολοκλήρωση μιας πρότασης. Το θραύσμα εμπεριέχει αυτό στο οποίο αναφέρθηκε ο Hölderin, τη στεναχώρια, την επιδείνωση, το σκοτάδι, κάτι το οποίο μπορεί να μη διακρίνεται στην ολότητα μιας πρότασης. Αφήνει την πιθανότητα στο αποτέλεσμα ενός ελαττώματος. Ενός συμπτώματος, όπως το περιγράφει η ψυχανάλυση. 

Δεν ξέρω αν κάποιοι από σας είχατε την ευκαιρία να παρακολουθήσετε την ψεσινή παρουσίαση της αργεντινής ψυχαναλύτριας Εστέλα Σονάλο-Σουάρες, στη Πάντειο σχολή, η οποία υποστηρίζει τη σημασία της συνάντησης σε επίπεδο ομιλίας, μιας πρακτικής που έχει επίπτωση στη ζώσα υπόσταση του σώματος. 

Την πιθανότητα, η πρόταση να μην έχει κατεύθυνση. Βγάζει προς τα έξω το ιδίωμα που βασίζεται σε φωνές, σιωπές, χειρονομίες και εκφράσεις που δε φαίνονται. Κάθε πρόταση κρύβει και φανερώνει. 
... 
Η παρατήρηση προσφέρει το χάρισμα να μεταβάλλει το έργο. Ο δημιουργός του έργου είναι συμφιλιωμένος με την ιδέα της μετάλλαξης ακόμη και της φθοράς και της εξαφάνισης του έργου. Γι’ αυτό κατά τη γνώμη μου σημαντικότερο της ακεραιότητας της αρχικής απόδοσης η ερμηνείας είναι το συμβάν της θραύσης. Ο χρόνος της αποσύνθεσης και αναγνώρισης του θραύσματος βραδύνει τον συλλογισμό και δίνει την πιθανότητα για κάτι άλλο. Η παρατήρηση όπως αρθρώνεται από τον Δημήτρη Φιλιππίδη, αποτελεί ένα ισχυρό εργαλείο με το οποίο μπορεί κάνεις να αναγνωρίσει μέσω του παρατεταμένου ακούσματος τις λεπτές αποχρώσεις και τις πυκνές διαστρωματώσεις του νοήματος του έργου. Την υλικότητα της χειρονομίας μέσα από μια συγκεκριμένη και προτεινόμενη όψη χρονικότητας όπως είναι η βραδύτητα. 



Κάτι τέτοιο επιχείρησα όπως αναφέρει ο Χριστόφορος Μαρίνος, με την εξερεύνηση της παλαιάς ντουλάπας στο έργο Συλλογική Αυτοβιογραφία. Την συλλογική εξερεύνηση του παλαιού επίπλου με τα πολλά και διαφορετικά μεγέθους συρτάρια μεταξύ των οποίων κάποια μυστικά. 






Ηχητικό, απατηλά προφανές




Την ομιλία αυτή μπορείτε να την παρακολουθήσετε βιντεοσκοπημένη με την ευγενική προσφορά του ιστότοπου blod.gr κάνοντας ΚΛΙΚ  εδώ



14.

«Άνδρα μοι έννεπε μούσα πολύτροπον...»
ή ο Δ.Φ. στη χώρα των θαυμάτων 

Οδυσσέας Σγουρός,
Αρχιτέκτονας


Οδυσσέας Σγουρός, 

Σε αναμονή αποστολής της εισήγησή του.

Την ομιλία αυτή μπορείτε να την παρακολουθήσετε βιντεοσκοπημένη με την ευγενική προσφορά του ιστότοπου blod.gr κάνοντας ΚΛΙΚ εδώ




15.

«ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΣΤΟ ΤΟΠΙΟ (ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ)» 

Γιάννης Σκοπετέας, 

Επίκουρος Καθηγητής 
Σεναριoγραφίας και Σκηνοθεσίας 
Πανεπιστημίου Αιγαίου

Γιάννης Σκοπετέας


Σε αναμονή αποστολής της εισήγησή του.

Την ομιλία αυτή μπορείτε να την παρακολουθήσετε βιντεοσκοπημένη με την ευγενική προσφορά του ιστότοπου blod.gr κάνοντας ΚΛΙΚ εδώ




 16.



«ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ» 



Γιώργος Τριανταφύλλου 

Αρχιτέκτονας









Το πρώτο ράπισμα το εισέπραξα ως φοιτητής. 


Είχα τότε, αμέσως μετά την μεταπολίτευση, τολμήσει να εκδώσω μια εργασία-έρευνα στο τρίτο έτους στην Θεσσαλονίκη με θέμα την εργατική κατοικία, γραμμένο στην γραφομηχανή, που είχε διακριθεί στην Σχολή. Έκανα τότε μόνος την διανομή και με χαρά πήγαινα και στο βιβλιοπωλείο του Μανώλη Γλέζου, που με ενθάρρυνε γιατί έκανε και τις μεγαλύτερες πωλήσεις. Ο Χρήστος Παπουτσάκης επίσης την ίδια εποχή έκανε ειδικό αφιέρωμα στο ΑΝΤΙ. 

Με το που κυκλοφόρησε η δεύτερη έκδοση, ο Μίμης Φατούρος και όλο το εργαστήριο στο πλαίσιο έρευνας

των Αρχιτεκτονικών Θεμάτων, για τα σημαντικότερα της χρονιάς, επισημαίνουν αυτό το βιβλίο, σαν μια σημαντική προσπάθεια ενός πολύ νέου ανθρώπου. Και αίφνης ο Δημήτρης Φιλιππίδης δια της γραφίδος και με αυτό το πύρινο χέρι του



όπως το απεικονίζει ο ίδιος από την παιδική του ηλικία, σε κριτική του στο ίδιο τεύχος του 1976 το εκλαμβάνει ως διπλωματική εργασία και με αυστηρότητα και τον γνωστό ορθολογισμό του, το κατακεραυνώνει. 

Πάγωσα τότε, και σύντομα έμαθα για τον «δρεπανηφόρο» αυτόν νέο καθηγητή από την Αμερική στο ΕΜΠ, που είναι δύσκολος και εξαιρετικά αυστηρός. 

Λίγα χρόνια μετά, την δεκαετία του ΄80, όταν ο Δημήτρης Αντωνακάκης με κάλεσε να κάνω μια διάλεξη στο μάθημά του με θέμα την «επεξεργασία», διέκρινα στο βάθος του αμφιθεάτρου, ψηλά τον Φιλιππίδη να με παρακολουθεί. Ανησύχησα προ στιγμή, έχασα τον ρυθμό μου. 

Στο τέλος όταν όλοι έφυγαν, με πλησίασε και με ένα ζεστό κτύπημα στην πλάτη μου μίλησε σχολιάζοντας πολύ θετικά την διάλεξη. Κάτι άλλαξε τότε... Μια ευαίσθητη επικοινωνία ξεκίνησε, που μέσα στον χρόνο εξελίχθηκε αργά και σταθερά, σε μια σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και πολύ αργότερα κατέληξε σε μια πολύτιμη φιλία. 


Είχα την τύχη πρόσφατα, να έρθει στα χέρια μου το αυτοβιογραφικό του κείμενο, το «αυτογράφημα» του, όπως ο ίδιος το αποκα

λεί με τίτλο «εγώ γράφω». 


Ένα πυκνό και μεστό κείμενο, που σήμερα βγαίνει στην κυκλοφορία, μια ιδιάζουσα βιωματική αφήγηση, που την διάβασα απνευστί, έχοντας την αίσθηση ότι είχα δίπλα μου τον Φιλιππίδη να μου μιλά. Ένα συνεχές κείμενο, με μια εμπνευσμένη εντελώς προσωπική πλοκή και συνεχή χρονικά άλματα. 



Λίγους μήνες νωρίτερα εκδόθηκε από τον ίδιο και το Ημερολόγιο του πατέρα του με τίτλο: «Συνταγματάρχης Πυροβολικού, Φιλιππίδης Αγαμέμνων 1250/866» από τον Αλβανικό πόλεμο για το διάστημα από τον Δεκέμβρη του 1940 μέχρι τον Μάϊο του 1941. Μία μικρή κομψή πρωτότυπη έκδοση, με καθημερινές καταγραφές του Συνταγματάρχη, για τις «συνεχείς μετακινήσεις, τις προσωρινές εγκαταστάσεις και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, «υπό δυσμενείς καιρικάς συνθήκας».






Συστηματικές καταγραφές της καθημερινής ευθύνης για την διοίκηση του Τάγματος σε εμπόλεμη κατάσταση, αποκαλύπτουν έναν ευαίσθητο αξιωματικό, Διοικητή Πυροβολικού Μεραρχίας, που μέσα από μια σοβαρότητα και μια ανθρώπινη διάσταση, επιδιώκει την τάξη και την πειθαρχεία, παράλληλα με μια σπάνια για στρατιωτικό τρυφερότητα, που κορυφώνεται στα εμβόλιμα αυτά γράμματά του προς την σύντροφό του Μαρία και τα παιδιά του Δημήτρη και Λασκαρίνα, παρά την επικρατούσα τότε λογοκρισία.



Ο Δημήτρης Φιλιππίδης σε ηλικία τότε τριών ετών, πιθανόν να θυμάται ακόμη και σήμερα τα «δύο πρώιμα λουλουδάκια, που ο πατέρας του ηύρε στην πλαγιά ενός βράχου και εσώκλεισε στον φάκελο αλληλογραφίας γράφοντας: «Στα στέλνω αγαπημένη μου γιατί αποτελούν το μόνο χάδι στην αγριάδα της εδώ φύσεως» όπως γράφει στην γυναίκα του Μαρία την 5η ΙΙΙ. 41. 

Πολύ αργότερα σημειώνει: «Ο πατέρας μου ως αξιωματικός του πυροβολικού, μιας πολεμικής τέχνης που απαιτούσε μαθηματικούς υπολογισμούς ακριβείας, ήταν εκείνος που επέμεινε να μού εμφυσήσει τη δική του παιδεία αυστηρής πειθαρχίας, με πεδίο εφαρμογής τα σχολικά τετράδια» Στο πλαίσιο αυτής της πειθαρχίας ο «γιος του Συνταγματάρχη Πυροβολικού» ήταν τελικά το πιο ιδανικό πρόσωπο, που κατά την άποψή μου, θα μπορούσε να γράψει και να επιμεληθεί εκδόσεις που απαιτούν εγρήγορση, υπέρμετρη τάξη και οργάνωση, όπως η Νεοελληνική Αρχιτεκτονική), ή το Λεξικό Αρχιτεκτονικής (Φωτό) ή το Βιβλίο για τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη (Φωτό) και τόσες άλλες εκδόσεις άψογα οργανωμένες και τεκμηριωμένες, με υπέρμετρα συστηματικό τρόπο και με αμέτρητες ουσιαστικές υποσημειώσεις. 



Σήμερα δεν θα μιλήσω για το συγγραφικό και διδακτικό του έργο, ούτε για την σημαντική περίοδο στο ΑΝΤΙ, ούτε για την σειρά των τολμηρών εικονογραφημένων ομιλιών του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, που προκάλεσαν συχνά έντονες συζητήσεις και χαρακτηρισμούς, ή και για άλλες πτυχές που άλλωστε έχουν καλυφθεί από τους προηγούμενους ομιλητές. 



Θα επικεντρωθώ σε κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, που έχω αντλήσει σε μεγάλο βαθμό από στο αυτογράφημά του.


το γράψιμο


Ο Φιλιππίδης επισημαίνει ότι από πολύ νωρίς δήλωσε στους γονείς του: ότι ζει για να γράφει, και ότι όλα τα άλλα που έκανε του ήταν πάρεργο. Ο πατέρας του μάλιστα, με την προτροπή του τότε δασκάλου του, του Θεόδωρου Μασαούτη του επέβαλε περισσότερη τάξη, καλλιγραφία, πειθαρχία και καθαριότητα. 

Με τον χρόνο έμαθε να βλέπει τα χειρόγραφά του σαν καλλιτεχνήματα και καμάρωνε για το πόσο στρωτά έδειχναν.






Το γράψιμο ήταν για αυτόν μια τέχνη που μάθαινες με πολύ κόπο και μεράκι. Και αφού τη μάθαινες, μετά σε σκλάβωνε. Παράλληλα ήταν ερωτευμένος με τα υλικά της γραφής. Ιδίως με τα εργαλεία της: δεν πέταγε ποτέ τα μολύβια που χρησιμοποιούσε, και ας έμεναν ελάχιστα σε μέγεθος. Αργότερα μάζευε και τα μηχανικά μολύβια με τις μύτες που χρησιμοποιούσε και για την σχεδίαση, αποκτώντας ολόκληρες συλλογές. Μέχρι που πέρασε στις γραφομηχανές και αργότερα το 1988 στον κόσμο του υπολογιστή και σας διαβεβαιώ ότι είναι δεινός χειριστής σε σχέση με τους συνομήλικους του. 
Το γράψιμο για αυτόν είναι ο μεγαλύτερος ίλιγγος. Είναι μια παράδοξα ανυπότακτη διαδικασία όπως γράφει. 
Ο χρόνος ποτέ δεν του έφτανε. Δεν ήταν λίγες οι φορές που σηκωνόταν από τον ύπνο στις 4 το πρωί για να γράψει κάτι. 
Άμεσες βέβαια ήταν οι επιπτώσεις στην οικογένειά του. 

Τα βιβλίο «Νεοελληνική Αρχιτεκτονική», ήταν μια τρομακτική δοκιμασία. Το γράψιμό του ξεκίνησε σε μια ελεύθερη κατασκήνωση στην έρημη παραλία της Ψάθας το Σεπτέμβριο του 1976. Εκεί, ανάμεσα στα πεύκα και απέναντι στη θάλασσα του Κορινθιακού, έγραφε καθήμενος στο διπλωτό τραπεζάκι του κάμπιγκ, με τα παιδιά του να παίζουν στην αμμουδιά. 

Συνέχισε γράφοντας στα κρυφά, συνωμοτικά, μήπως κανείς του κλέψει την ιδέα. Και σημειώνει ότι: Δεν ξαναέζησα τέτοια ένταση δουλειάς και μαρτυρικής απόλαυσης, να με κρατάει ξάγρυπνο τις νύχτες και να δακτυλογραφώ τις μέρες ασταμάτητα, στρυμωγμένος μέσα στο κουζινάκι του ημιυπόγειου γραφείου μου, επειδή ο ένοικος του γειτονικού διαμερίσματος διαμαρτυρόταν για το θόρυβο της ηλεκτρικής IBM.

Από το αρχείο του Στέλιου Γιαμαρέλου

Λίγοι, εκτός των πανεπιστημιακών μιας συγκεκριμένης εποχής, πέρα από το συγγραφικό και διδακτικό του έργο, γνωρίζουν το σατιρικό «φυλλάδιο προσωπικών θέσεων και πολεμικής» με τίτλο Φωνή Βοώντος, που ο Φιλιππίδης για μια δεκαπενταετία (από το 1986-2001) μοίραζε σε συναδέλφους του στο Πολυτεχνείο. Εκεί έβγαζε το άχτι του. 

Το διαρκές γράψιμό του συγκροτεί τελικά για αυτόν ένα «ατέρμονο κείμενο» και βέβαια - παράλληλα τα ωραιότερα γραπτά του κατοικούν στη φαντασία του (εικόνα)


Εικονογράφηση - ζωγραφική



Η συνύπαρξη εικονογράφησης με κείμενο, δημιούργησε στον Φιλιππίδη από το αναγνωστικό της πρώτης δημοτικού ένα διχασμό που θα διατηρούταν σε όλη του τη ζωή, ανάμεσα σε εικόνα, είτε ήταν σκίτσο, σχέδιο ή φωτογραφία, και σε κείμενο. Γιατί η εικονογράφηση διαθέτει ασύγκριτη αμεσότητα σε σχέση με το κείμενο που απαιτεί απέραντο μόχθο. 



Την αθώα εποχή της παιδικής του ηλικίας μελετούσε κατανυκτικά τις εικόνες μέσα στις εγκυκλοπαίδειες και τα χοντρά βιβλία, από όπου τις αντέγραφε, προσπαθώντας να τις μιμηθεί. 

Παράλληλα σκάρωνε καλικαντζαράκια σε όποια λευκή επιφάνεια χαρτιού εύρισκε. Έκανε σπιτάκια και εικόνες με ποδήλατα,






ηρωικές συνθέσεις (Αρχαίοι πολεμιστές, Μπέν Χουρ), ζωγράφιζε την αδελφή του Λασκαρίνα με ξυλομπογιές,



ώσπου σιγά σιγά αναβαθμίστηκε και ζωγράφιζε και με ακουαρέλες.




Ο Φιλιππίδης απέκρυπτε τελικά συστηματικά από τους φίλους του τα πολυάριθμα ζωγραφικά του έργα. 
Προσωπικά μετά από τόσα χρόνια γνωριμίας μας πληροφορήθηκα για πρώτη φορά από τον συμμαθητή του στο Κολλέγιο Λάζαρο Καλυβίτη, για αυτό το κρυφό μεγάλο ταλέντο.



Ο Καλυβίτης μου έδειξε έργα του, που φύλαγε από τότε ως κόρη οφθαλμού, τονίζοντας μου ότι πρόκειται για έναν σημαντικό ζωγράφο-αρχιτέκτονα. Κατέγραψα βιαστικά με το κινητό μου (είναι το έργο που βλέπετε) και ρωτώντας την επομένη τον Φιλιππίδη, εισέπραξα μια αδιάφορη και απαξιωτική απάντηση. Λίγο καιρό αργότερα στην εκδήλωση του ΕΙΑ στην κατοικία Σπητέρη τα έργα του πουλήθηκαν όλα.


Τελικά με αφορμή την σημερινή ημερίδα βρέθηκα στο υπόγειο γραφείο του, του δίπλα του, στον υπολογιστή του να απολαμβάνω ένα εξαιρετικά μεγάλο αριθμό έργων τακτοποιημένα σε τέσσερεις περιόδους. 
Ξεκινήσαμε με επιλογές από την πρώτη περίοδό με τίτλο «παιδικά σχολικά»


Η πρώτη μου αίσθηση ήταν ότι ο Φιλιππίδης αναζητώντας την δική του ταυτότητα, φλερτάρει από τα πρώτα νεανικά του έργα, στο σχολείο με ικανό αριθμό τάσεων και φαίνεται να έχει επιρροές από Έλληνες και ξένους εικαστικούς.




























Διακρίνονται επιρροές από Κυβιστές Ιμπρεσσιονιστές, τον Paul Cezanne, Βαν Γκογκ, Picasso, τον Miro, τον Claude Monet, ακόμη και από τον Λεονάρντο ντα Βίντσι, αλλά και Έλληνες όπως ο Μόραλης, ο Εγγονόπουλος, ο Χατζηκυριάκος Γκίκας, ο Δημήτρης Πικιώνης και πολλοί άλλοι. 



Ο Φιλιππίδης ζωγράφιζε αδιακόπως όπου βρισκόταν και εκτός από την ζωγραφική έκανε και κάποια γλυπτά.



ΠΑΙΔΙΚΑ ΣΧΟΛΙΚΑ 

μέχρι το 1957 



Η πρώτη περίοδος της καλλιτεχνικής του πορείας έχει τίτλο «παιδικά – σχολικά» και διαρκεί μέχρι το 1957 που ο Φιλιππίδης έκλεινε τα 18 του χρόνια.


Περιλαμβάνει έργα που έκανε στο Μπατσί της Άνδρου όπου παραθέριζαν μερικές χρονιές του 1950




ενδιαφέρουσες αυτό-προσωπογραφίες, (σχεδιασμένες σε περιοδικό), αναζητήσεις στην εικόνα της αδελφής του Λασκαρίνας,




θέματα από την Εβδομάδα των Παθών, από την Λαϊκή αγορά,


από την Λογοτεχνία,



από τις διακοπές στο Μπογιάτι,




εικόνες από την γειτονιά του στο Νέο Ψυχικό,







Ουρανοί και εμπνεύσεις από μουσικά έργα.



Και Νεκρές Φύσεις.

Το πρώτο μου μεγάλο «καλλιτεχνικό» ξέσπασμα έγινε στο Μπατσί της Άνδρου, όπου παραθερίζαμε μερικές χρονιές του 1950., γράφει ο ίδιος. 

Εκεί κατέγραφα όσα έβλεπα γύρω μου. Έδειξε η μάνα μου ένα από τα πρώιμα εκείνα έργα μου, τα τόσο ταπεινά, στον μεγάλο ζωγράφο Γιάννη Σπυρόπουλο, που επίσης παραθέριζε στο Μπατσί, και εκείνος της σύστησε να αγοράσω ένα παχύτερο πινέλο. 


Δεν πτοήθηκα από την ειρωνεία του, και τα τελευταία έργα μου στην Άνδρο, ίσως του 1953, έδειχναν πόσο είχα προχωρήσει. Θα συνέχιζα να δουλεύω εντατικά με ακουαρέλες, μετά με τέμπερες και ακρυλικά για άλλα τριάντα χρόνια.


Έπαιζα και με αραιωμένη σινική, με χαρακτικά σε λινόλεουμ, με κολάζ – με ότι μέσο εύρισκα εύκαιρο. Στο γυμνάσιο ακόμα, έκανα σκίτσα ακούγοντας κλασική μουσική από το ραδιόφωνο σκιτσάριζα σε στρατσόχαρτο με χοντρό ραπιντογκράφ ή με μαρκαδόρο σε επισκέψεις και εκδρομές της τάξης ή σε καλοκαιρινά ταξίδια. Διάβαζα τα γράμματα του Βαν Γκογκ στον αδελφό του Τεό, βιογραφίες όπως του Λεονάρντο, του Ρέμπραντ και πολλών ιμπρεσιονιστών. Ανάμεσα σε αυτά τα προβλέψιμα, υπήρχε στη βιβλιοθήκη μας μια πολυτελής, αν και ξεπουπουλιασμένη, μονογραφία του Paul Cezanne σε δεύτερο χέρι, σε έκδοση του 1937. Ήταν το ευαγγέλιό μου. Τα τοπία της Αττικής που ζωγράφιζα τελειώνοντας το γυμνάσιο είχαν βγει μέσα από εκείνο το βιβλίο.


Ήθελα να γίνω ζωγράφος αλλά το έτρεμα. Όταν αποφοιτούσα από το γυμνάσιο, ήμουν πάντως τρισυπόστατος: 

· καλλιτέχνης (οι εκθέσεις έργων μου με τέμπερες είχαν «αφήσει εποχή» στο σχολείο), 
· γερός μαθητής (για να παίρνω υποτροφία) 
· και δεινός συζητητής (πρόεδρος του Πνευματικού Ομίλου) – έτσι τουλάχιστον με περιέγραφαν στο λεύκωμα της τάξης.


ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 
(1957-62) 


Η Σχολή Αρχιτεκτόνων για τον Φιλιππίδη ήταν ένα καταφύγιο συνεχίζοντας τις συνήθειες του γυμνασίου: Συνέχισε να διαβάζει ποίηση και λογοτεχνία και παράλληλα σε όλη την διάρκεια των σπουδών του


η ζωγραφική τον συνόδεψε, όσο και να ήθελε να την καταπνίξει. Αξιοποίησε τελικά τις διάφορες ευκαιρίες που παρουσιάζονταν και σύντομα απέκτησε την φήμη για το «καλό χέρι» του σε σκίτσα και προοπτικά σχέδια. 
Εκτός από τις επιδόσεις του στο μάθημα της ζωγραφικής στην Σχολή ο Φιλιππίδης προχώρησε και σε σπουδές γυμνού.

Τελικά ζωγράφιζε ασταμάτητα όπου και να βρισκόταν. Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα: 

στην Αργολίδα 


στο Ναύπλιο,


στο Γαλαξίδι,


στην Μύκονο,


στην Δήλο,


και στην Ύδρα


αλλά και στο εξωτερικό:
στο Βρετανικό Μουσείο και στο Παρίσι.





ΡΟΔΟΣ-ΚΑΡΠΑΘΟΣ (1963-64)







Στο Στρατόπεδο της Κορίνθου όπου ο Φιλιππίδης έκανε την βασική του εκπαίδευση της στρατιωτικής του θητείας, 

σε ένα μικρό μπλοκάκι διαστάσεων 7,5 Χ11 εκατοστά,









κατάγραψε μοναδικές στιγμές που όλοι μας λίγο ως πολύ, βέβαια έχουμε βιώσει. Με έναν δικό του όμως τρόπο, ο Φιλιππίδης αναδεικνύει μια πλευρά της στρατιωτικής ζωής, αλλά και των τόπων-τοπίων των στρατοπέδων που βιώσαμε και ίσως ποτέ δεν προσέξαμε.








Στην συνέχεια υπηρέτησε στην Κάρπαθο για ενάμιση χρόνο φορώντας τα πολιτικά και έχοντας απέραντο ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή του. Αυτή η απασχόληση βρήκε νέα διέξοδο και ο Φιλιππίδης συνέχισε να ζωγραφίζει συστηματικά και με πάθος. 



Στην Κάρπαθο ο Φιλιππίδης δουλεύοντας αδιακόπως, διαμόρφωσε πραγματικά ένα προσωπικό ύφος, με μια ελευθερία και τόλμη τόσο στους τρόπους γραφής όσο και στην θεματολογία.



Ξεπέρασε τις τοπικές αναφορές και τα βιώματά του και προχώρησε σε πιο αφηρημένες αναζητήσεις, με πρόσωπα αλλά και τολμηρές γεωμετρικές συνθέσεις.

Όλα δουλεμένα με ένα τρόπο που εκφράζει πιά μια σιγουριά και αυτοπεποίθηση, χαρακτηριστικό που τα συνδέει μέσα από την διαφορετικότητά τους.



ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΟΞΙΑΔΗ 
 1964-70


Ο Φιλιππίδης εξακολούθησε να ζωγραφίζει και μετά τον Στρατό αλλά σταδιακά και με μικρότερη ένταση. «Μπορεί σε αυτό να έφταιξε και η στροφή μου προς την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, το άλλο μου πάθος.» σημειώνει ο ίδιος.



Είχε πιάσει δουλειά στο Γραφείο Δοξιάδη και σε λίγο θα παντρευόταν.





Την περίοδο αυτή οικογενειακές στιγμές εμπνέουν τον Φιλιππίδη, η σύντροφός του Ειρήνη μπαίνει στο κάδρο με εξαιρετικά εκφραστικές απεικονίσεις, μαζί με την Σαντορίνη και το νέο οικογενειακό τους σπίτι στην Οία.




Μελάνια, ακρυλικά έως και λινόλεουμ ως προς τις τεχνικές που προεκτείνονται και σε συνθέσεις πάνω σε φιλμ με πειραματικές επεξεργασίες.


ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ (1974-80)





Αμέσως μετά την Μεταπολίτευση προχωρεί σε περισσότερη αφαίρεση. Φαίνεται να απελευθερώνεται από συγκεκριμένα θέματα και φόρμες και συνεχίζει βέβαια να αναζητά νέες τεχνικές και πειραματισμούς. Την περίοδο αυτή ο αριθμός των ζωγραφικών του έργων περιορίζεται λόγω των υποχρεώσεών του σαν καθηγητής πλέον πολεοδομίας στην Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ. 






Κατά ένα περίεργο τρόπο ο Φιλιππίδης ακολουθεί μια παρόμοια διαδρομή με την Δημήτρη Φατούρο. Και οι δύο αποφασίζουν κάποια στιγμή σε ηλικίες ο ένας στα 38 και ο άλλος στα 40 να εγκαταλείψουν την ζωγραφική και να στραφούν στην ακαδημαϊκή τους πορεία.



Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ



Ο Δημήτρης Φιλιππίδης αν και καταξιωμένος μελετητής της Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής, είναι παράλληλα και ένας επίμονος συλλέκτης παράδοξων εικόνων αυτού του τόπου, που προσπερνούμε αδιάφορα.


Γνωστός για την αιρετική ματιά του καταγράφει φωτογραφικά και συστηματικά παράδοξες εικόνες από την φύση και την πόλη που έχουν προκύψει μέσα από την σκόπιμη αλλά και τυχαία ανθρώπινη επέμβαση, αλλά και την εγκατάλειψη και την φθορά.


Κάδρα που ακουμπούν στην arte povera που σπάνια προσέχει κάνεις. Κάπου εκεί οι δρόμοι μας συναντώνται σε ένα βαθμό ως προς τον τρόπο προσέγγισης και την θεματολογία των φωτογραφήσεων.



Για ανεξήγητο λόγο, με τραβούσε ότι φθαρτό και αυθεντικά εγκαταλειμμένο συναντούσα, γράφει. 



Αναζητώντας την «παραδοσιακή» αρχιτεκτονική από τα μέσα του ’70 με ολοένα μεγαλύτερη ένταση έμαθα να αγαπώ τις ερημιές, τους άχρηστους εκείνους τόπους με αγριόχορτα και σκουπίδια, όπου ελάχιστοι σύχναζαν.





Και εκεί να περιπλανιέμαι μόνος, όπως έκανε το ανομολόγητο πρότυπό μου, ο Φώτης Κόντογλου, ο αγριεμένος και ασυμβίβαστος εκείνος γυρολόγος……



Αυτή η φυγή θα κατέληγε τρόπος ζωής, αφού η μοναχική διαδικασία του γραψίματος θα αντιστοιχούσε, και θα συμπληρωνόταν, από τη μοναχική εξερεύνηση ερειπίων, ξεχασμένων μέσα στη φύση. Αυτά δεν ήταν αναγκαστικά «παραδοσιακά» ή «ιστορικά», όπως τα θέλει η επίσημη ορολογία, ήταν περισσότερο ίχνη ανθρώπινης παρουσίας κοντά στο όριο της ανυπαρξίας.


Όταν γνωριστήκαμε με την Ειρήνη, τη μελλοντική μου σύζυγο, ανακάλυψα πως μοιραζόμασταν το ίδιο πάθος. Μαζί εξερευνούσαμε τέτοιες τοποθεσίες σε κάθε ευκαιρία. Αυτές οι επαφές, οι συγκινήσεις και οι συνήθειες θα με συνόδευαν στη ζωή. 

Πέρα από τις περιπλανήσεις ο Φιλιππίδης φωτογραφίζει παράλληλα κατά παραγγελία για μελέτες και εκδόσεις. 
Η αρχή είχε γίνει με τον «Ιλισό» το 1966,



όπου ανέλαβα για λογαριασμό της ομάδας να βγάζω φωτογραφίες με μια δανεική Rollei. Εκεί τραβούσα ισότιμα τα πάντα, ανθρώπους και κτίρια.






Με τη Νεοελληνική Αρχιτεκτονική (1984) οι επίμονες εξαντλητικές φωτογραφίσεις με διάφορες μηχανές αποκάλυψαν όλα όσα έλειπαν από τις γραπτές πηγές. Γιατί έτσι ανακάλυπτα τι υπάρχει γύρω μας χτισμένο χωρίς εξωραϊστικές αποσιωπήσεις. Η φωτογράφηση ήταν όμως και κάτι παραπάνω: μια καλή αφορμή για να περιπλανιέμαι μοναχικά μέσα στην πόλη, καταγράφοντας με το φακό οτιδήποτε τραβούσε την προσοχή μου.



Από τα τέλη του ‘70 απόκτησα έτσι τη συνήθεια να χάνομαι στην πόλη  δοκιμάζοντας άγνωστες διαδρομές, πολύ πριν αναγνωρίσω τον εαυτό μου σε κείμενα του Βάλτερ Μπένγιαμιν. 



Συχνά ξέχναγα ακόμα και πού είχα αφήσει τη μοτοσικλέτα μου μέσα στις γειτονιές, ώστε να συνεχίσω μετά το ψάξιμο με τα πόδια. Τελειώνοντας τη δουλειά, μισοπεθαμένος από το περπάτημα, έπρεπε να κάνω άσκοπους γύρους ώσπου να την ξαναβρώ.


ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ


Με τον Δημήτρη Φιλιππίδη επικοινωνούμε καθημερινά μέσω internet, καθισμένοι στο «πιλοτήριο» μας και ανταλλάσσοντας γράμματα με σκέψεις, σχόλια και εικόνες, με emails, εκτός Σαββάτου και Κυριακής που συνήθως ηρεμούμε. 
Χρόνια τώρα καταγράφεται στους servers της Google μια διαπροσωπική αλληλογραφία με ειλικρινείς και ανομολόγητες σκέψεις και σχολιασμούς.

Σε ανύποπτο χρόνο, σε μια εκδρομή μας στο Πήλιο πριν από αρκετά χρόνια, με στρίμωξε και πάλι, για τα καλά μιλώντας μου με θέρμη και απορία για τον χαρακτήρα μου, για την εξωστρεφή εσωστρέφειά μου και άλλα δύσκολα, με ένα σπάνιο και ειλικρινές ενδιαφέρον. 
Ένοιωσα ότι τον απασχολούσε και τον προβλημάτιζε εδώ και καιρό η διαδρομή μου, η δουλειά μου και ο τρόπος που σκεφτόμουν και πώς εξωτερίκευα τον εαυτό μου. 
Ήταν μια σπάνια στιγμή, μια αναπάντεχη επικοινωνία, που με έβαλε σε σκέψεις. Έβαλε ερωτήματα που άνοιξαν έναν γόνιμο διάλογο που συνεχίζεται... 


Μετά το δίκαιο τελικά ράπισμα από τα Αρχιτεκτονικά Θέματα τότε το 1976, εισέπραξα μια αναπάντεχη τρυφερότητα και ένα τεράστιο ενδιαφέρον, που κανείς άλλος δεν μου έχει εκφράσει στην ζωή μου σε τέτοιο βαθμό, εκτός από τον Μάνο Χατζηδάκι που και αυτός κάποιες νύχτες στην Ξάνθη, τα τέλη της δεκαετίας του ΄70 με ξάφνιασε με το ειλικρινές ενδιαφέρον του, για το πρόσωπό μου, την πορεία μου, και τα σχόλιά του και τις προτροπές του που με σημάδεψαν. Εισέπραξα και από τους δύο μια ευαίσθητη γενναιοδωρία που κανείς συναντά πολύ σπάνια, μόνο σε χαρισματικές προσωπικότητες και είμαι ευγνώμων που έχω την τύχη να κερδίσω την φιλία τους και την διδαχή τους. 


Μια γενναιοδωρία, αυτό το μοναδικό ανθρώπινο προτέρημα, που απογειώνει την ανθρώπινη σχέση και παράλληλα αποτελεί κατά την άποψή μου ουσιαστικό συστατικό και συμπληρώνει την όποια τυπική επιστημονική προσέγγιση που θεωρητικά αυτή την εποχή απαιτείται για μια «Επιστημονική Ημερίδα». 

Δημήτρη Φιλιππίδη σε ευχαριστούμε. 



Την ομιλία αυτή μπορείτε να την παρακολουθήσετε βιντεοσκοπημένη με την ευγενική προσφορά του ιστότοπου blod.gr κάνοντας ΚΛΙΚ εδώ



17.



«ΟΙ ΚΑΛΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ» 



Δημήτρης Φιλιππίδης




Μια τιμητική εκδήλωση είναι μια καλή επίσης ευκαιρία για να κλείσει κανείς τους λογαριασμούς του. Ας ξεκινήσω ευχαριστώντας εσάς, το ευγενικό και καρτερικό ακροατήριό μου, που αντέξατε τόσες ώρες τιμώντας με σήμερα, όπως με έχετε, πολλοί από εσάς, τιμήσει και στο παρελθόν με διάφορες αφορμές. 



Θελήσαμε αρχικά να οργανώσουμε μια έκθεση με έντυπα, έργα ζωγραφικής και φωτογραφίες, σχέδια και εικόνες σχετικά με τη σταδιοδρομία μου στη μικρή αίθουσα στο πλάι του αμφιθεάτρου του Μουσείου Μπενάκη, αλλά η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε όταν συναντήσαμε ανυπέρβλητες τεχνικές δυσκολίες. Έτσι αποφασίστηκε να οργανωθεί ένα αρχείο ΡΡ με ανάλογο υλικό και να προταθεί στη δική μου ομιλία στο τέλος της εκδήλωσης. Το υλικό κατατάχτηκε σε έντεκα πίνακες, από τους οποίους οι εννέα πρώτοι παρακολουθούν σε χρονική σειρά τα ερευνητικά μου ενδιαφέροντα. Τους παρουσιάζω με τον ελάχιστο δυνατό σχολιασμό. 



Κάρπαθος Α΄ 1963-64 



Η αρχή γίνεται με τη στρατιωτική θητεία μου στα Δωδεκάνησα (Ρόδο και Κάρπαθο), που μου άφηνε άφθονο καιρό να ζωγραφίζω, όπως δείχνουν τα σκίτσα και οι πίνακες με πλαστικό χρώμα από τα Πηγάδια, την πρωτεύουσα της Καρπάθου, όπου διέμενα για μεγάλα χρονικά διαστήματα. 


Σε αυτή την περίοδο, γνωρίζω την Ανεζούλα Μπέρτου, με καταγωγή από την Όλυμπο, στο βορεινό τμήμα του νησιού. Αυτή θα με μυήσει στην ιδιαίτερη ζωή του τόπου της, κι έτσι θα βρεθώ στο πανηγύρι του Άη Γιάννη στη Βουρκούντα, ανάμεσα στους προσκυνητές που χορεύουν, κοιμούνται και τιμούν τον άγιο στο ύπαιθρο. Οι έντονες εμπειρίες από εκείνη την επίσκεψη θα περάσουν σε έργα που ζωγράφισα κατόπιν.



Ιλισός, Αθήνα 1966.


Το 1964, τελειώνοντας το Στρατό, άρχισα να δουλεύω στο Γραφείο Δοξιάδη στην Αθήνα. Δύο χρόνια αργότερα, το 1966, με τρεις άλλους ξένους που γνωριστήκαμε στο ίδιο γραφείο, λάβαμε μέρος σε διεθνή διαγωνισμό που προκήρυξε τότε ο Δοξιάδης, με θέμα την ανώνυμη αρχιτεκτονική. Εμείς επιλέξαμε έναν οικισμό αυθαιρέτων στην καρδιά της Αθήνας, μέσα στην κοίτη του ποταμού Ιλισού, ως ανάλογο των «παραδοσιακών» οικισμών, κερδίζοντας έτσι έναν έπαινο. [εικ. 5,6] Η ισότιμη ανάμιξη αρχιτεκτονικής και κοινωνιολογίας που επιχειρήσαμε με εντυπωσίασε σε τέτοιο βαθμό ώστε θέλησα να επιστρέψω στα θρανία για να μάθω όσα δεν διδάχτηκα ποτέ. 

Κάρπαθος Β΄ 1971-73




Το 1970 θα σταματούσα να δουλεύω στο παράρτημα του Γραφείου Δοξιάδη στο Ντιτρόιτ, για να ενταχθώ σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα με έμφαση στην κοινωνική ανθρωπολογία. Έτσι επέστρεψα στην Όλυμπο, αυτή τη φορά, συγκεντρώνοντας υλικό για μια ολιστική διατριβή, που έπιανε διαχρονικά από την έκταση της κοινότητας έως τον οικισμό και το σπίτι. Με αυτή την ευκαιρία, και με απίστευτο μόχθο, σχεδίασα με εντελώς στοιχειώδη μέσα τους δύο βασικούς οικισμούς, την Όλυμπο και την Αυλώνα, συνέθεσα χάρτες τοπωνυμίων για όλη την έκταση, και δημοσίευσα έρευνες για τα τοπικά χειροποίητα υποδήματα και τα ξυλόγλυπτα στο εσωτερικό σπιτιών. Αυτή η έρευνα οδήγησε σε αδημοσίευτο βιβλίο για το σύνολο του νησιού (1996) και σε δύο τιμητικά διπλώματα, του καλλιτέχνη τεχνίτη Β. Χατζηβασίλη (2004) και του Συλλόγου Απανταχού Καρπαθίων (2006).


Σαντορίνη Α΄ 1962 και Β΄ 1966


Είχε όμως προηγηθεί μια άλλη επίσκεψη που με επηρέασε εξίσου βαθιά, στην τραυματισμένη ακόμα από σεισμούς Σαντορίνη καθώς τέλειωνα τις σπουδές μου στο Πολυτεχνείο, στην οποία θα επέστρεφα το 1966, συντροφιά με την Ειρήνη που θα παντρευόμουν την ίδια χρονιά. Η μεγαλοπρέπεια της Σαντορίνης με επηρέασε ως αρχιτέκτονα, κι έτσι δεν έπαψα ποτέ να φωτογραφίζω, να σχεδιάζω και να αποτυπώνω παλιά κτίσματα πάνω στο νησί.


Σαντορίνη Γ΄ 1975-2000. 




 Επιστρέφοντας από την Αμερική, αρχίσαμε από το 1975 να περνάμε τα καλοκαίρια μας στην Οία, σε ένα σπίτι που μας παραχώρησε η αδελφή μου, Λασκαρίνα. Η εκεί διαμονή μας, επίτηδες κάτω από πρωτόγονες συνθήκες, χωρίς ηλεκτρικό ή τρεχούμενο νερό, καταγράφοντας και αποτυπώνοντας όσα πρόφταινα πριν αλλοιωθούν ή καταστραφούν, διοχετεύτηκε άμεσα σε εκδόσεις και πρακτικά συνεδρίων, με πιο αξιομνημόνευτη τη μελέτη ενός μοναδικού μνημείου του νησιού, του μεσαιωνικού Γουλά στον Νιμποριό.




Νεοελληνική αρχιτεκτονική 1984.



Προϊόν απέραντου μόχθου, το πρώτο εκτενές βιβλίο που δημοσίευσα, σε μια εποχή όπου σπάνιζαν πληροφορίες και αρχεία, προσπάθησε να γεφυρώσει κύρια ιδεολογικά χαρακτηριστικά της ελληνικής αρχιτεκτονικής με ότι σχεδιαζόταν και χτιζόταν στην πράξη. Το βιβλίο ξεκίνησε από κάτι σεμνότερο το 1977 αλλά γρήγορα επεκτάθηκε και γνώρισε αναρίθμητες αναθεωρήσεις στην πορεία. Η έκδοσή του από την «Μέλισσα» με κάποιο τρόπο συνέβαλε στη συγγραφή και δημοσίευση ανάλογων μελετών που θα ακολουθούσαν, καθώς εδραιωνόταν η έρευνα για τη θεωρία και κριτική της αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Ενδεικτικά, δείχνω σελίδες από το πρώτο κασέ του βιβλίου και σελίδες χειρόγραφες με σημειώσεις οργάνωσης της δομής του υλικού. 


Κυνουρία 1985.


 Από το 1978 είχα αναλάβει την επιμέλεια των πέντε πρώτων τόμων της έκδοσης Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική της «Μέλισσας». Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, δημοσιεύτηκαν τρεις δικές μου μονογραφίες, για την Σαντορίνη που ήδη ανέφερα (πιλοτικό τεύχος όλης της σειράς), την Κάρπαθο (1980) και την Κυνουρία (1985). Στις τρεις αυτές περιπτώσεις, αξιοποιούσα υλικό που είχα συγκεντρώσει με δική μου πρωτοβουλία για μια περίπου δεκαετία, με επισκέψεις επιτόπου για τη μελέτη αντιπροσωπευτικών δειγμάτων της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, λαϊκά έως αρχοντικά.


Σπουδαστικές σημειώσεις και έρευνες, η Φωνή Βοώντος και τα Σύμμεικτα (1986-2000).


 Η τριαντάχρονη παρουσία μου στη Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ (1975-2005) οδήγησε σε αναρίθμητες εσωτερικές εκδόσεις εντύπων, με τη μορφή φυλλαδίων για μαθήματα και σπουδαστικών σημειώσεων. Κύρια θέση ανάμεσά τους, έχουν δύο τεύχη, το Θεώρηση των Συγχρόνων Αναπλάσεων και το Καθ’ Οδόν, που αργότερα θα οδηγούσαν στο βιβλίο Εφήμερη και Αιώνια Αθήνα (2009). Εκπόνησα δύο έρευνες σε συνεργασία με άλλους, την Η κατοικία στην Αθήνα τη δεκαετία του ’30 και την Αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί και σύγχρονη ελληνική αρχιτεκτονική. Παράλληλα, έγραφα και εξέδιδα την προσωπική εφημερίδα με τίτλο Φωνή Βοώντος… και για τις ανάγκες ακαδημαϊκής εξέλιξης, συνέθεσα ένα σώμα με διάφορα δικά μου έντυπα και έγγραφα με το όνομα Σύμμεικτα.

Έρευνες – Μυτιλήνη 1997.



 Μια τρίτη έρευνα, όπου συμμετείχα με τους Γ. Κίζη και Μ. Φιλιππίδη, ήταν το Πρόγραμμα Ηρακλής, το οποίο μοίρασε μελέτες σε πέντε ομάδες ελληνικές και άλλες πέντε ιταλικές για αντίστοιχες ελληνικές περιοχές. Η δική μας ομάδα επεξεργάστηκε την Επάνω Σκάλα της Μυτιλήνης, περιοχή εγκατάστασης προσφύγων με πλούσιο ιστορικό υπόβαθρο. Τελικά ο Γ. Κίζης ασχολήθηκε με τα ιστορικά μνημεία της περιοχής ενώ ο Μ. Φιλιππίδης εκπόνησε μαζί μου μια πρόταση «αρχαιολογικής» ανάπλασης του παραλιακού της μετώπου, όπως δείχνει η μακέτα.

Αρχιτεκτονικά Θέματα (1972-2013) και ΑΝΤΙ (1984-2008).


Ενδεικτικά παρουσιάζω παράλληλα τις δύο κύριες, αλλά εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, μακροχρόνιες συνεργασίες μου με περιοδικά, τα Αρχιτεκτονικά Θέματα του Ο. Δουμάνη και το Αντί του Χ. Παπουτσάκη. 

Κλείνοντας τη συνοπτική περιήγηση στα κύρια σημεία της δραστηριότητάς μου, δείχνω μια «ταπετσαρία» με 24 εξώφυλλα βιβλίων που έχω δημοσιεύσει,



ξεκινώντας από την αυτοέκδοση Ilissos (1966) που ανέλαβα να ετοιμάσω χρησιμοποιώντας υλικό του διαγωνισμού για τον οικισμό αυθαιρέτων, όπως ανέφερα παραπάνω, και καταλήγοντας στη μονογραφία για τον Κ. Δοξιάδη (Αναφορά στον Ιππόδαμο, 2015). 

Τον τελευταίο μόλις καιρό κι έχοντας επίσης ακούσει όσα ειπώθηκαν σήμερα, συνειδητοποιώ με αρκετή έκπληξη πόσα οφείλω στη διπλή καταγωγή μου, 


τη λόγια από τον γραμματιζούμενο Ανδριώτη παππού μου, τον πανεπιστημιακό καθηγητή, και τη λαϊκή από τον αγράμματο Χαλκιδαίο παππού μου, τον φούρναρη. Θα κρατήσω αυτή τη σκέψη που εξηγεί πολλά για το μέλλον. 

Να τώρα μερικά νούμερα: 

Πριν μια βδομάδα, έκλεισα τα 80 μου χρόνια ζωής. Πριν 4 μήνες έκλεισα 50+2 χρόνια έγγαμου βίου με την Ειρήνη. Μετά έρχεται το Πολυτεχνείο: 30 χρόνια θητείας συν 13 στη σύνταξη ως τώρα. Και τέλος, φέτος κλείνω 40 χρόνια συνεργασίας με τον εκδοτικό οίκο ‘Μέλισσα’, που με δική του πρωτοβουλία οργανώθηκε η σημερινή γιορτή. Η ‘Μέλισσα’ είχε όμως ιδρυθεί άλλα 25 χρόνια νωρίτερα, άρα, με την ίδια λογική, 40+25=65. Σε αυτό το χρονικό βάθος απευθυνόμουν στην πραγματικότητα όταν συναντούσα τον Γιώργο Ραγιά για πρώτη φορά το 1978. 

Όλα αυτά τα γεγονότα συνιστούν συνέχειες, συνέχειες του βίου. Τα 80 χρόνια της ηλικίας μου έχουν ένα καταγραμμένο ξεκίνημα 


και ένα χειροπιαστό τέρμα: εμένα που βλέπετε μπροστά σας. Τα 50+2 χρόνια γάμου μας με την Ειρήνη έχουν κι αυτά επίσημο ξεκίνημα,
γνώριμη διαδρομή και καρπούς:
τα δύο παιδιά μας και τα τρία εγγόνια μας. Από τη διαδρομή του Πολυτεχνείου
δείχνω μια μόλις φωτογραφία μου από το πλατύσκαλο της Σχολής, με την τάξη απέναντί μου. 

Αλλά και η μακρόχρονη σχέση μου με τη ‘Μέλισσα’ 


αντιστοιχεί στη διαδοχή του Γιώργου και της Ειρήνης Ραγιά από την Άννη και την Αθηνά Ραγιά, συνεργάτριες και συνοδοιπόροι μου εδώ και τόσα χρόνια, που είχαν επιπλέον την ιδέα να εκδοθεί ο τιμητικός τόμος και να οργανωθεί αυτή η εκδήλωση. Τίποτε από όσα μου χρεώνουν δεν θα είχε πάντως συμβεί αν δεν υπήρχε σταθερά στο πλευρό μου η γυναίκα μου Ειρήνη,
που μου συμπαραστάθηκε σε κάθε ηρωική εκστρατεία και ανάμεσα σε άλλα, ανέλαβε να σχεδιάσει τα πιο όμορφα εξώφυλλα του κόσμου. 

Για να το κάνω αυτό το σχήμα πιο χειροπιαστό, μιλάμε για ένα πλαίσιο ζωής, που δεν έχω άλλο τρόπο να το δείξω παρά με μια μεταφορά. Χρησιμοποίησα το πρόσφορο εξώφυλλο ενός εμβληματικού δίσκου των Beatles, και το συμπλήρωσα με το δικό μου σύμπαν αναφορών σε πρόσωπα που με συνόδεψαν, με επηρέασαν, με σημάδεψαν.


Η εκπροσώπηση είναι συμβολική, με κανένα τρόπο τελεσίδικη.

Ας έρθω τώρα στο προκείμενο. Σήμερα γιορτάζουμε τη δημοσίευση του τιμητικού μου τόμου.


 Για να μιλήσω γι’ αυτόν, θα εκμεταλλευτώ άλλη μια γνωστή παράσταση, εκείνη που χρησιμοποίησε προπολεμικά η συντακτική επιτροπή του περιοδικού το 3ο μάτι, για να ευχαριστήσει όσους συνέβαλαν στην έκδοσή του. 


Πήρα την ιδέα τους και την εφάρμοσα στην δική μας περίπτωση, δείχνοντας έτσι την ευγνωμοσύνη μου σε όσους έχουν συνεισφέρει σε αυτή την έκδοση.

Θα ήταν ανάρμοστη παράλειψή μου αν, κοιτάζοντας πίσω στον χρόνο, έμενα στη γενική εικόνα και παρέλειπα τους τρεις άξιους επιμελητές της έκδοσης του τιμητικού τόμου, 

τους Χρ. Μπουλώτη, Δ. Κυρτάτα, και Η. Κωνσταντόπουλο, οι οποίοι ανέχτηκαν τις παραξενιές μου. Γιατί δεν ήταν λίγο όχι μόνο να τους επιβάλω ένα κεντρικό θέμα για τον τόμο, εκείνο το ομιχλώδες ΤΟΠΟΣ/ΤΟΠΙΟ, αλλά κατόπιν να επιλέξω όσους θα συμμετάσχουν σε αυτόν, χωρίς να πολυακούω τις συχνά μυαλωμένες συμβουλές τους. 

Αλλά οι τρεις επιμελητές μου ήταν, έστω αθέλητα, αυτουργοί του δεύτερου βιβλίου που σήμερα επίσης παρουσιάζεται, 


επίτηδες στη σκιά του τιμητικού τόμου, ως απαραίτητο συμπλήρωμά του. Μια τέτοια αυτοβιογραφία με οδηγό τα γραπτά μου, ήταν δική τους ιδέα. Άθελά τους, με έβαλαν να ψάξω ορατές και αόρατες, πραγματικές και επινοημένες διασυνδέσεις ανάμεσα σε κείμενά μου. 

Αλλά υπάρχουν και άλλοι τρεις σκοτεινοί συνωμότες: εκείνοι που στα κρυφά οργάνωσαν αυτήν εδώ την εκδήλωση: 

πάλι ο Ηλίας Κωνσταντόπουλος, ο Πάνος Τσακόπουλος και ο Γιώργος Τριανταφύλλου σε συνεννόηση με την Άννη Ραγιά. Αυτοί με εκβίασαν να δεχτώ να γίνει η σημερινή ημερίδα. Ξέρω ότι το έκαναν από αγάπη αλλά δεν θα τους το συγχωρέσω ποτέ. Θα αναφέρω χωριστά το team του μεγάλου τελετάρχη της εκδήλωσης, του Γ. και της Λ. Τριανταφύλλου, 


που επιπλέον επωμίστηκαν την τεχνική της οργάνωση με ηρωική αυταπάρνηση και έφεραν εις πέρας πολλές διαδικασίες που άλλους, σαν κι εμένα, θα τους απέλπιζαν.



Ε, καιρός, λοιπόν, είναι τώρα να κλείσουμε! 

.


Την ομιλία αυτή μπορείτε να την παρακολουθήσετε βιντεοσκοπημένη με την ευγενική προσφορά του ιστότοπου blod.gr κάνοντας ΚΛΙΚ  εδώ


+
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ
ΤΗΣ 
ΗΜΕΡΙΔΑΣ

Ο Oluf Roe

Έχει γίνει ήδη αναφορά για το αναπάντεχο φινάλε της Ημερίδας με την απρόσμενη παρουσία του Oluf Roe, που πραγματικά έδωσε ένα χαρακτήρα γιορτής, σε αυτή την πολύ ζεστή εκδήλωση προς τιμήν του Δημήτρη Φιλιππίδη. 

Ο Oluf Roe, γιού του Νορβηγού αρχιτέκτονα Bjorn Roe που δούλευε και αυτός στο γραφείο Δοξιάδη με τον του Δημήτρη Φιλιππίδη, που ήρθε κατευθείαν στο τέλος της Ημερίδας στο Μουσείο Μπενάκη από συνέδριο στον Καναδά, ειδικά για να τιμήσει και κυρίως να αφιερώσει στον Δημήτρη Φιλιππίδη μουσικά κομμάτια από τα νησιά του Αιγαίου, που τραγούδησε στα ελληνικά και συνόδευσε με το βιολί του. 

Δημήτρης Φιλιππίδης,  Oluf Roe

Στην συνέχεια όσοι βρεθήκαμε στο τέλος της Ημερίδας, κινηθήκαμε αυθορμήτως προ την γνωστή ταβέρνα του Οικονόμου, το γνωστό μας στέκι που συναντιόμαστε τις Τετάρτες, όπου το εορταστικό κλίμα συνεχίστηκε με την ενεργή και πάλι παρουσία του Oluf Roe. Ξεκίνησε τραγουδώντας και παίζοντας τσαμπούνα και συνέχισε προσκαλώντας βαλκάνιους πλανόδιους οργανοπαίχτες ανεβάζοντας το κέφι των συνδαιτημόνων. 



Δείτε στην συνέχεια εικόνες από το κλίμα αυτής της βραδιάς που παρά την μεγάλη διάρκειας της Ημερίδας, το κέφι κράτησε και μετά τα μεσάνυχτα.













Δημήτρης Φιλιππίδης, Ηλίας Κωνσταντόπουλος



Με την ολοκλήρωση της δημοσίευσης του συνόλου των εισηγήσεων,  κλείνει εδώ ο κύκλος αυτής της Ημερίδας για τον Δημήτρη Φιλιππίδη με αφορμή τον τιμητικό του τόμο, που από πλευράς συμμετοχής, επιπέδου εισηγήσεων και κυρίως θετικού κλίματος,  ξεπέρασε τις προσδοκίες μας. 
Ευχαριστούμε θερμά όσους συνέβαλλαν στην πραγματοποίηση αυτής της εκδήλωσης.

Λούσυ + Γιώργος Τριανταφύλλου
 




No comments :

Post a Comment