Tuesday, February 20, 2018




ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΖΗΒΑΣ
«ΔΑΣΚΑΛΕ ΧΑΙΡΕ»

Στην μνήμη του
με μνήμες από το 1975 




επιλογή εικόνας Διονύση Ζήβα από βίντεο στον ιστότοπο Greek  architects, μετά από επεξεργασία



Τον Διονύση Ζήβα τον γνώρισα τον Δεκέμβριο του 1975 πριν 43 χρόνια. Νέος τότε φοιτητής 24 ετών στο τέταρτο έτος στην Αρχιτεκτονική Θεσσαλονίκης τον συνάντησα τότε ως νέο καθηγητή στη Σχολή Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσωπικής έρευνας που πραγματοποιούσα αναζητώντας διεξόδους για το μέλλον μου. Με απασχολούσαν τότε, θέματα που αφορούσαν την αρχιτεκτονική παιδεία και πρακτική, καθώς και τον ρόλο του αρχιτέκτονα. Ήταν αμέσως μετά τα χρόνια της δικτατορίας στο πλαίσιο μιας έντονης πολιτικοποίησης και της θεωρητικής  στροφής, με έντονη την πολιτική κατεύθυνση, στο πλαίσιο των σπουδών που ήδη είχε αρχίσει στην αρχιτεκτονική σχολή της Θεσσαλονίκης. 



Ο Διονύσης Ζήβας με υποδέχθηκε με την γνωστή του ευγένεια, έκτακτος τότε καθηγητής των Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων (1972) στην Εδρα της Κτιριολογίας και  διευθυντής του Σπουδαστηρίου Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων (1973-1996) έχοντας ήδη ξεκινήσει τη ενασχόλησή του με την Πλάκα. 


επιλογή εικόνας Διονύση Ζήβα από βίντεο 

στον ιστότοπο Greek architects


Τίποτε δεν άλλαξε από τότε. Το χαμόγελό του, το βλέμμα του, η γλώσσα του σώματος και οι εκφραστικές χειρονομίες, όπως τις ξαναβρήκα στο βίντεο από την συνέντευξη που έδωσε το 2014 στον Αριστοτέλη Δημητρακόπουλο και έχει αναρτηθεί στον ιστότοπο Greek architects. Μη έχοντας φωτογραφικό υλικό από εκείνη την συζήτηση του 1975 δανείζομαι υλικό από την συνέντευξη αυτή που μπορείτε να δείτε στο τέλος της ανάρτησης. 


Αποσπάσματα από αυτή την συζήτησή μας, το 1975, που έχει εγκρίνει και πριν από τέσσερα χρόνια ο Διονύσης Ζήβας, παραθέτω στην συνέχεια, θέλοντας να αναδείξω την πάντοτε νηφάλια ευγενική, συγκρατημένη και ενίοτε συντηρητική προσέγγισή του. Οι προβληματισμοί του από την εποχή που συζητήσαμε εκτιμώ ότι εξακολουθούν μέχρι σήμερα να είναι επίκαιροι. Επέλεξα αποσπάσματα από την συζήτησή μας που επικεντρώνονται κυρίως στον ρόλο του αρχιτέκτονα, που τόσο με απασχολούσε εκείνη την εποχή και τα παραθέτω  χωρίς τις δικές μου ερωτήσεις χάριν συντομίας

επιλογή εικόνας Διονύση Ζήβα από βίντεο στον ιστότοπο Greek architects

[...] Ο αρχιτέκτονας είναι μέλος μιας κοινωνίας και η κοινωνία αυτή κάθε φορά έχει μερικές όψεις αν θέλετε, στις οποίες ο αρχιτέκτονας, συμμετέχοντας κι αυτός είναι υποταγμένος. Δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Δεν είναι περίεργο δηλαδή μέσα από ένα αρχιτεκτονικό έργο να «αναδύονται» πολιτικά νοήματα. Θάταν περίεργο να μη συμβαίνει μάλλον... Τώρα το πιό είναι κάθε φορά αυτό το πολιτικό νόημα  είναι θέμα ερεύνης, πρέπει να ψάξει κανείς για να το βρει.] 


[...] «Όταν η πολιτική εξουσία θέτει  πολλές φορές η ίδια ορισμένους στόχους; Και μέσα σ’αυτούς τους στόχους δεν υποχρεώνει αν θέλετε και τον αρχιτέκτονα να κινηθεί; Λοιπόν ο αρχιτέκτονας με το έργο του τι άλλο θα κάνει παρά θα εκφράσει αυτά τα πράγματα. Πολλές φορές ασυνείδητα. Αλλά θα τα εκφράσει. Για να πούμε πάλι ένα πολύ χοντρό και απλοϊκό παράδειγμα, δεν είναι περίεργο που μιλάμα για Μουσολινική αρχιτεκτονική; Έτσι, δεν είναι; Μήπως κατά σύμπτωση διαπιστώσατε στη διάρκεια των οκτώ χρόνων που περάσανε, αυτού του είδους το ύφος της αρχιτεκτονικής εμφανίστηκε και στην Ελλάδα; 



Εγώ πιστεύω ότι εμφανίστηκε έντονα. Ψάξτε τους τελευταίους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς. Υπήρχε ένα τέτοιο ύφος και στα πρώτα βραβεία. 

Για να μιλάμε λίγο πιό συγκεκριμένα. Η περίπτωση του δικαστικού μεγάρου είναι χαρακτηριστική. Η περίπτωση του Δημοτικού θεάτρου Αθηνών είναι επίσης χαρακτηριστική. Δεν κατηγορώ κανέναν αυτή τη στιγμή. Απλώς προσπαθώ να βγάλω κάποιο συμπέρασμα. Και αυτό έχει ένα ενδιαφέρον. Το γιατί, πώς διάβολο έγινε και εμφανίστηκε αυτό το πράγμα? Τυχαίο ήτανε; 

Βέβαια αυτό εμφανίστηκε σε μεγάλες μελέτες σχετικά με «κρατικούς φορείς». Κατά τα υπόλοιπα νομίζω πως δεν πήγαμε εκεί. Φυσικά υπήρξε εκείνη η τρομακτική περίπτωση των πολυορόφων σχολείων, η οποία ευτυχώς έπεσε με την αντίδραση των αρχιτεκτόνων, του συλλόγου και άλλων ανθρώπων. Θα ήτανε άλλα ένα δείγμα φοβάμαι. Και μάλιστα τρομακτικό. Ίσως όμως στην υπόλοιπη αρχιτεκτονική αυτό δεν εμφανίστηκε και εδώ ίσως θάπρεπε κανείς να θυμηθεί ότι κάτι ανάλογο  επίσης δεν εμφανίστηκε και στη περίοδο ΄36-40. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στη περίοδο 36-40 εξακολούθησαν να κτίζονται αρχιτεκτονικά έργα, προσαρμοσμένα προς τις αρχές αυτής της λεγόμενης αρχιτεκτονικής και έτσι εμφανίστηκε στην Ελλάδα το φαινόμενο, υπό δικτατορίαν, να χτίζοντια τελείως επάναστατικά ή προοδευτικά κτίρια, όπως τα σχολικά κτίρια που εξακολούθησαν να κτίζονται το 38, το 39 ακόμα. Για να πούμε λίγο πιό απλά, πιό καθαρά στη περίοδο 36-40 δεν εμφανίστηκε φασιστική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. Αν εξαιρέσει κανείς λίγο, τίς Τράπεζες που ήταν μονταρισμένες σ’ένα τελείως όψιμο και εκφυλισμένο νεοκλασσικισμό. Να η Τράπεζα της Ελλάδος, το χειρότερο παράδειγμα. Οι τελευταίες αναλαμπές του νεοκλασσικισμού. 



[...] Η αρχιτεκτονική σαν επάγγελμα, ναι είναι επάγγελμα δεν υπάρχει αμφιβολία μόνο που έχει πάρα πολλές κοινωνικές αν θέλετε προεκτάσεις δηλ. έχει ευθύνες. Ο αρχιτέκτονας έχει την εξής ιδιοτυπία, ότι οποιαδήποτε σκέψη του, οποιαδήποτε επιλογή, οποιαδήποτε απόφαση πάρει εκφράζεται τελικά σε κτισμένο πράγμα. Ο φιλόλογος μπορεί να πάρει μιάν απόφαση και να τη γραψει. Τη διαβάζω, συμφωνώ δεν συμφωνώ, ε, ωραία. Τη πετάω, τη δέχομαι, την απορρίπτω. Όταν όμως εσείς πάρετε μιά απόφαση, αυτή θα τη χτίσετε. Άρα θα επιδράσετε επάνω μου θέλοντας και μη θέλοντας. 

Αυτή είναι η κοινωνική επίδραση και η ευθύνη η πολλή μεγάλη ότι εμείς δημιουργούμε τελικά το περιβάλλον στο οποίο θα ζήσουμε και μεις και οι υπόλοιποι άλλοι. «Όχι» ο χώρος δεν εξαρτάται άμεσα από τον αρχιτέκτονα» όχι γιατί δρα μέσα σε ορισμένες δεσμεύσεις. Ότι θέλετε. Και μέσα εκεί...


[...] Αν θέλετε να αποκτήσουν οι αρχιτέκτονες τη συνολική ευθύνη για μένα αυτό είναι μιά ουτοπία. Γιατί αν το δεχτούμε, δεχόμαστε μιά εξαιρετικά επικίνδυνη αρχή: ότι ένας κλάδος, επιστημονικός, μπορεί να καθωρίσει την τύχη όλων των υπολοίπων ανθρώπων. Και προσέξτε γιατί μόλις βγήκαμε από μιά περιπέτεια που κάποιος κλάδος ανθρώπων απεφάσισε πως μπορούσε να ρυθμίσει τη τύχη όλων των υπολοίπων. Και δεν είμαι καθόλου σίγουρος για το αν μιά δική μας απόφαση θα οδηγούσε σε διαφορετικά αποτελέσματα. Μπορούμε να έχουμε και πρέπει να έχουμε το μέρος της ευθύνης που μας αναλογεί, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε τελικά ότι η ευθύνη είναι της πολιτικής εξουσίας. Όποιος νομίζει ότι πρέπει να πάει λίγο πάρα πάνω, αν επιδιώξει να πάρει ισχύ τέτοιου είδους...δε ξέρω αν είναι σαφές... Διαφορετικά είναι ζήτημα αν θα υπάρξη πολιτική εξουσία η οποία θα απαλλοτριώσει τα δικαιώματά της, που τα παίρνει μέσα από τα δικαιώματα που της δίνει η ψήφος που την ανέδειξε και την έκανε πολιτική εξουσία, υπέρ ημών. Μόνο με την επιστημονική πειθώ, και αφού και ο κόσμος αυτός, ο ίδιος που έδωσε τη ψήφο του εκεί πεισθεί ότι εμείς έχουμε το δίκαιο, και τότε θα κατευθύνει και τη ψήφο του ανάλογα. Από εκεί και πέρα ο καθένας κάνει αυτό που μπορεί, το καλύτερο κάθε στιγμή. Μη γελοιόμαστε. Εγώ δε θα μπορούσα να ζητήσω από τους αρχιτέκτονες να γίνουνε ιερομάρτυρες. Θα ήτανε λίγο δύσκολο. Δεν ξέρω εσείς τι γνώμη έχετε.... 



Είναι επικίνδυνο, εξαιρετικά επικίνδυνο να λέμε, ότι οι «αρχιτέκτονες θα λύσουν το πρόβλημα». Όλα εμείς; Και πόσα ξέρουμε εμείς; Είναι τρομακτικό αυτό να το σκεφτείτε. Και γιατί δεν έχουν οι γιατροί δικαιώματα, ή τρόπους επιβολής αν θέλετε; Σκεφτείτε ο γιατρός που μπορεί να σας κάνει με μιά ένεση ν’αλλάξετε μάτια! Και να σας κάνει να βλέπετε όπως θέλει εκείνος. Για σταθείτε, εδώ σήμερα ξέρουμε ότι υπάρχουν ιατρικές μέθοδοι με τις οποίες γιατρεύεται η σχιζοφρένεια, λοβοτομή. Και εν συνεχεία υπάρχει η άποψη ότι ο εγκληματίας με μιά λοβοτομή μπορεί να θεραπευτεί. Και να μη ξαναγίνει εγκληματίας. Δεν είναι δεκτό αυτό. Δεν είναι δεκτή η επέμβαση στον εγκέφαλο του ανθρώπου, έστω και αν πρόκειται να τον θεραπεύσεται από εγκληματία. Είναι πολύ αμφιλεγόμενο το πρόβλημα. Γιατί σκεφτείτε πώς μπορείτε να χαρακτηριστείτε εγκληματίας και τι είδους λοβοτομή μπορεί να σας γίνει. 



Σκεφτόμουνα ένα καλαμπούρι που λέγαμε με κάτι παιδιά περισυ: ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, εκτός από τους αρχιτέκτονες που είναι λίγο πιο ίσοι από τους άλλους. Αυτό πάνω στην άποψη που μου λέγατε πριν, ότι υπάρχει κάποια άποψη σύμφωνα με την οποία μπορούνε οι αρχιτέκτονες να πάρουνε όλη την ευθύνη για την ζωή των ανθρώπων. Εκεί που σου έλεγα ότι το θεωρώ λίγο όχι λίγο, πολύ επικίνδυνο, σαν αρχή. 



[...] Ο αρχιτέκτονας ωφείλει κάθε φορά να επιλύσει με συγκεκριμένες μεθόδους το πρόβλημα που του τίθεται. Όταν το επιλύσει, σωστά, εξυπηρετώντας το πρόγραμμα για το οποίο καλείται να φτιάξει ένα κέλυφος, όταν αυτό το φτιάξει, το κατασκευάσει σωστά, όταν αυτό χαρακτηρίζεται απ’αυτό που λέμε οικονομία του σχεδίου, έρχεται κάποια στιγμή που θα κριθεί κατά πόσον είναι ωραίο ή όχι. Ωραίο κατά την κοινωνική σύμβαση εκείνης της εποχής. Σύμφωνοι; Δεν ξεκινάει ποτέ να πει ότι εγώ θέλω να φτιάξω ένα ωραίο πράγμα: για ποιόν και για τι; Αν θέλετε ναι, είναι μια θεωρητική θέση. 

[...] Δεν μπορώ να καταλάβω πώς ένα απλώς ωραίο πράγμα με οποιαδήποτε σύμβαση ωραίο, πάλι μέσα σε εισαγωγικά, θ’αρχίσει να φτιάχνεται και δεν θα ξέρουμε τι εξυπηρετεί και γιατί φτιάχνεται; Δεν το πιάνω. 

Δεν είναι πρώτα πρώτα η ανάγκη; Δεν είναι εν συνεχεία η υλοποίηση της ανάγκης διαμέσου ενός υλικού; Άρα η εξυπηρέτηση της ανάγκης μέσα από μιά κατασκευή δεν οδηγεί σε μιά μορφή; Νομίζω πώς αυτό ήτανε και είναι, πάντα πρέπει να είναι αν θέλετε, επειδή μιλήσατε για θεωρητική θέση. 


[...] Κοιτάξτε κ. Τριανταφύλλου αυτά είναι περισσότερο φαινόμενα κοινωνικά παρά αρχιτεκτονικά. Είναι φαινόμενα που προέρχονται από τις κοινωνικές συμβάσεις και έχουνε αντίκτυπους στην αρχιτεκτονική. Ο αρχιτέκτονας δεν μπορεί να ξεχωρίσει από το περιβάλλον του. Μέσα σ’αυτό θα είναι, εκεί θα ζήσει και αυτό θα εκφράσει τελικά στο έργο του. Θα εκφράσει και τις αντιφάσεις που υπάρχουν τελικά στη κοινωνία. Δηλαδή το ότι σήμερα υπάρχει ένα κτίριο στην οδό Σταδίου και Κοραή, το οποίο δεν θέλω να το χαρακτηρίσω, θάλεγα ότι, ...πάντως είναι λίγο ανεξήγητο, προέρχεται από κάποιους ορισμένους λόγους. Πήρε την εντολή ο αρχιτέκτονας και υπάκουσε: να μου κάνεις ένα πράγμα που να κτυπάει, να φαίνεται να σκαμπάζει από μακρυά. 





[...] Κύριε Τριανταφύλλου. Η αρχιτεκτονική έχει μία παράδοση, οι αρχιτέκτονες από την ίδια τους τη φύση μέχρι σήμερα, έχουν λίγο πολύ σχέση με το βεντετισμό. Είναι βεντέτες οι αρχιτέκτονες. Αν δεν ήταν τούτο εδώ ο διάολος που τα γράφει τώρα θα τολμούσα να σας πω ότι είναι πριμαντόνες, οι αρχιτέκτονες. 



Θέλω να πω ότι υπάρχει μια τέτοια κακή κληρονομιά. Αλλα τι να κάνουμε; Ο καθένας τη δουλειά του τη κάνει έτσι όπως νομίζει. Το καθήκον του το εκτελεί έτσι τελικά όπως τα λεει η συνείδησή του. Το αν βγαίνουν από τα Πανεπιστήμια γιατροί για να γιατρεύουνε το κόσμο και τελικά αντί να γιατρεύουνε το κόσμο σας στέλνουνε να κάνετε αναλύσεις που δεν χρειάζονται για να παίρνουνε ποσοστά απ’ το μικροβιολόγο, δεν φταίει η ιατρική, η επιστήμη γιαυτό. Φταίει αυτός που την κάνει την ιατρική. Τελικά αυτός. Μάλιστα «και μόνο»!!! 



Επειδή θέλει ν ’αγοράσει μεγαλύτερο αυτοκίνητο, επειδή θέλει ν ’αποκτήσει κότερο... επειδή δεν έχει τη συνείδηση που πρέπει νάχει έχει. Διαφορετικά δεν θα με έστελνε να κάνω τζάμπα ανάλυση. Αφού του φτάνει να ζήσει και από την επίσκεψη που θα του δώσω εγώ και οι άλλοι τριάντα πελάτες του την ημέρα. Λοιπόν τι να φταίω εγώ... τι εγώ... όχι εγώ ο Ζήβας ο καθηγητής, η αρχιτεκτονική. Τι να φταίει η αρχιτεκτονική αν θα γίνει το κτίριο της οδού Κοραή. 



Ε! Πρέπει νάχει μια συνείδηση, διάολε. «Από που καθορίζεται;» Από την αγωγή που παίρνει... από την κοινωνική συνείδηση που υπάρχει ή δεν υπάρχει... από την ηθική, τη μεγάλη την ηθική, όχι την ηθική της κοπέλας. 

Θα μου επιτρέψετε να πω ότι ναι «υπάρχουν δυνατότητες επιβίωσης». Βεβαίως, υπάρχουν, γιατί δεν υπάρχουν; Δεν υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν κάνει αυτά και έχουν επιβιώσει; Κι όχι άσχημα. Μα, μη μου πείτε τώρα ότι, μα θα γίνουν ιερομάρτυρες, οσιομάρτυρες οι αρχιτέκτονες και θα υψώσουν το σταυρό του μαρτυρίου και θα πάνε εναντίον της κοινωνίας. Είναι καθαρά θέμα....στατιστικής!!! (γελάκια). Το πρόβλημα είναι τι θα γίνει κάποτε μ’αυτά τα έργα. 

Γιατί έρχεται και μία μέρα κρίσεως,  δεν είναι δυνατόν να μην έρθει. Έρχεται και η ιστορία και λέει κάτι. Μου φαίνεται δε, ότι ιδίως οι νεώτερες γενιές των αρχιτεκτόνων, με τους προβληματισμούς αυτούς ακριβώς τους εντονώτερους, τους πολλές φορές πιό βίαιους, που έχουνε, που εμφανίζουνε και όλη αυτή διάθεση που έχουν ν’ανοιχθούν στις βαθύτερες αιτίες των προβλημάτων κλπ μου φαίνεται ότι μπορούν να προσφέρουν και προς αυτή τη κατεύθυνση μιά βοήθεια σημαντική. Να απαλλάξουνε ακριβώς, ν’απαλλαγούνε από κάτι τέτοιους ....πριμαντονισμούς... κάτι τέτοιους βεντετισμούς δηλαδή, γιατί? 

Έπειτα το γεγονός ότι μεταβάλλεται η δουλειά, όλο και περισσότερο σε ομαδική από ατομική, δεν είναι ένα στοιχείο προς αυτή την κατεύθυνση; Φυσικά όταν λέω ομαδική, εννοώ πραγματικά ομαδική, όχι τη δήθεν ομαδική, που καλύπτει απλώς κάτω από ένα σχήμα ενός βασικού αστέρα και 20 συνεργατών καλύπτει άλλου είδους καταστάσεις; 

[...] Θάλεγα ότι αυτές οι ομάδες βοηθάνε στη μείωση αυτού του φαινομένου. Δεν θα πάψει φοβάμαι ο αρχιτέκτονας ποτέ να....αν θέλετε να τον πείτε «εγωκεντρικό»...δεν ξέρω, κάτι τέτοιο πάντως. Γιατί φοβάμαι ότι μέσα στην ίδια την ίδια τη δουλειά τη δικιά μας υπάρχει ακριβώς αυτό το.... επικίνδυνο: ότι εγώ μπορώ να κλίσω, μπορώ να δημιουργήσω. Είναι μία δύναμη αυτό. Μιά τρομακτική δύναμη: ότι εγώ μπορώ να καθορίσω πώς θα πας στο σπίτι σου. Και εκεί τα πράγματα είναι επικίνδυνα. Δίνουμε δηλαδή στον άλλονε μια... ΕΞΟΥΣΙΑ, εν τέλει. Δίνουμε μιά εξουσία. Και το πώς θα τη μεταχειριστεί;... Ξαναγυρνάμε στο πρόβλημα της συνειδήσεως. 

[...] Βλέπετε, η σπουδή, η μόρφωση, η παιδεία του αρχιτέκτονα μπορεί να πάρει πολλές προεκτάσεις. Μπορεί ο αρχιτέκτονας να είναι όλα αυτά που λέτε: «τεχνικός, καλλιτέχνης, επιστήμονας, διανοούμενος». Βέβαια διαλέγει κάποτε ο καθένας τη δουλειά που του πηγαίνει περισσότερο. Δεν ξέρω όμως αν η εξουσία αυτή «στην εξέλιξή της για τους αρχιτέκτονες» αυξήθηκε ή ελαττώθηκε ή διοχετεύτηκε αλλά. Δεν ξέρω.... 


[...] Κύριε Τριανταφύλλου, παλι αν δεν έγραφε θα σας έλεγα ότι τα είκοσι χρόνια που μας χωρίζουνε μοιραία με κανουν λίγο σκεπτικιστή. Ξαναγυρνάμε στο πρόβλημα του Πανεπιστήμονα. Και κοινωνιολόγος;... και ψυχολόγος;... και τι άλλο;... και πολιτικός;... όλα... πόσα;... πόσα χωράει η ζωή σας; 
Αρχιτέκτων σωστά δικτυωμένος με όλα αυτά, ανοιχτός προς όλα αυτά, ανοιχτοί, όχι στο καβούκι του στο σχεδιαστήριό του, στη σοφίτα ο τρελλός αρχιτέκτονας, ο ιδεολόγος. Ο κοινωνικός αρχιτέκτονας με τις σωστές διασυνδέσεις του, έτοιμος να δεχτεί και να ζητήσει συνεργασία στις σωστές και ισορροπημένες σχέσεις του. Γιατί αν τα κάνει όλα αυτά, αν τα μάθει όλα αυτά ποιός θα μείνει για να κάνει αρχιτεκτονική. 

Υπάρχουν και εδώ αυτά. Αλλά ναι σύμφωνοι όλα, στο μέτρο εκείνο που δεν θα αποπροσανατολίσουνε πιά τον αρχιτέκτονα και θα τον κάνουν κάτι άλλο. 
Εκτός αν πράγματι η φόρα των πραγμάτων είναι αυτή και τότε πρέπει να βρούμε έναν άλλο που θα κάνει τη δουλειά που κάνει ο σημερινός αρχιτέκτονας, ο παραδοσιακός. 



Διονύσης Ζήβας, Τυνησία, Μάρτιος 2003 
Φωτο: Παναγιώτης  Πάγκαλος

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

(από τον ιστότοπο Greek architects)



Ο Διονύσης Α. Ζήβας γεννήθηκε στη Ζάκυνθο. Μεγάλωσε στην Αθήνα και σπούδασε στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ. Πολυτεχνείου, από όπου έλαβε το δίπλωμά του το 1953. Το 1958 διορίσθηκε άμισθος και το 1960 έμμισθος επιμελητής στην έδρα της Αρχιτεκτονικής Μορφολογίας και Ρυθμολογίας, με τον καθηγητή Π. Α. Μιχελή. Η "Αρχιτεκτονική της Ζακύνθου" αποτελεί τη διδακτορική διατριβή του, που εγκρίθηκε από τη Σχολή το 1970. Το 1972 εξελέγη έκτακτος καθηγητής των Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων και το 1978 τακτικός καθηγητής στην ίδια Έδρα. Διετέλεσε διευθυντής του Σπουδαστηρίου Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων του Ε.Μ.Π. από το 1973 μέχρι το 1996. Εξελέγη Κοσμήτωρ της Σχολής Αρχιτεκτόνων για δύο διετίες, από το 1979 μέχρι το 1983 και πρόεδρος του Τμήματος Αρχιτεκτόνων για τρεις διετίες, από το 1989 μέχρι το 1995. Απεχώρησε το 1996 λόγω ορίου ηλικίας και από το 1997 είναι ομότιμος καθηγητής της Σχολής. Διετέλεσε μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του Ιονίου Πανεπιστημίου κατά τα έτη 1984-89 και 1993-98.



Έχει δημοσιεύσει την "Αρχιτεκτονική της Ζακύνθου" (εκδ. ΤΕΕ 1970, 1984, 2002) και τις "Προβιομηχανικές αγροτικές εγκαταστάσεις στη Ζάκυνθο" (εκδ. ΠΤΙ-ΕΤΒΑ 2000) καθώς και πολλές μικρότερες εργασίες για τη Ζάκυνθο και τα Επτάνησα. Περισσότερες εξ' άλλου από εβδομήντα εργασίες του είναι δημοσιευμένες σε επιστημονικά περιοδικά, πρακτικά εθνικών και διεθνών συνεδρίων και σε συλλογικές εκδόσεις. Σχετικά πρόσφατα εκδόθηκε το βιβλίο του "Τα μνημεία και η πόλη" (Libro 1997, α΄ εκδ. Λυρούδιας 1991). Στα πλαίσια του Σπουδαστηρίου των Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων έχει διευθύνει δώδεκα ερευνητικά προγράμματα για θέματα αρχιτεκτονικής και θέματα προστασίας και διατήρησης ιστορικών οικισμών και ιστορικών κέντρων πόλεων, θέμα με το οποίο έχει ιδιαίτερα ασχοληθεί. Επικεφαλής ομάδων μελέτης για την προστασία και την αναβίωση της Πλάκας από το 1973 μέχρι σήμερα, έργο το οποίο τιμήθηκε το 1982 με το μετάλλιο της Europa Nostra. Το 1993 εξ' άλλου του απονεμήθηκε από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης το Βραβείο Gottfried von Herder για το σύνολο του έργου του. Έχει μετάσχει σε περισσότερα από εξήντα εθνικά και διεθνή Συνέδρια, στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει παρουσιάσει ισάριθμες ανακοινώσεις.

Ήταν μέλος του ΤΕΕ, του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής Εταιρείας, του Κέντρου Μελετών Ιονίου, του ICOMOS και άλλων επιστημονικών ενώσεων. Έχει επανειλημμένα εκλεγεί στο Δ.Σ. του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, του οποίου διετέλεσε Πρόεδρος το 1965, στην Αντιπροσωπεία του ΤΕΕ και την Επιστημονική Επιτροπή των Αρχιτεκτόνων του ΤΕΕ. Έχει εκλεγεί Αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ενώσεως Αισθητικής ("International Association of Aesthetics") για την τριετία 2001-2004 και είναι Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής και του Ιδρύματος Παναγιώτη και Έφης Μιχελή.

Η εξόδιος ακουλουθία του Διονύση Ζήβα πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2018 στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.


Για να δείτε το βίντεο από την συνέντευξη του Διονύση Ζήβα που έδωσε το 2014 στον Αριστοτέλη Δημητρακόπουλο και έχει αναρτηθεί στον ιστότοπο Greek architects κάντε ΚΛΙΚ εδώ
Από το συγκεκριμένο βίντεο προέχονται και οι φωτογραφίες που δημοσιεύονται μετά από επιλογή και επεξεργασία.



Καπνός 
από τον Παναγιώτη Πάγκαλο




Είναι μερικές στιγμές που ξεχνάμε να θυμόμαστε. Κι άλλες πάλι, όπου οι αναμνήσεις γεμίζουν τη σκέψη μ’ εκείνη την ευχάριστη πίκρα του καφέ. Τυνησία, Μάρτιος 2003, εκδρομή στη Σαχάρα με μια όμορφη μικρή παρέα, μεταξύ των οποίων και ο Διονύσης Ζήβας. Αξέχαστες σκηνές χαράς γεμάτες νέες εμπειρίες και εικόνες ενός κόσμου από το παρελθόν. Τι προσδοκά να αντλήσει και τι οφείλει να δώσει τώρα η Δύση στην Ανατολή; Γιατί η ανώνυμη παραδοσιακή οικοδομική διδάσκεται στην Ευρώπη όπως η λόγια αρχιτεκτονική; Τι μαθαίνουμε από τους τρωγλοδύτες και γιατί εμείς απομακρυνθήκαμε από τη γη και χάσαμε την επαφή με το χώμα; Πως θα κτίζαμε σήμερα δίχως αρχιτέκτονες; Αυτές θυμάμαι να ήταν μόνο μερικές από τις ατέλειωτες φιλικές κουβέντες μου με τον Ζήβα, πάντα με συνοδεία το τσιγάρο. Εκείνο το ταξίδι τελείωσε, αλλά τα κοινά τσιγάρα μας συνεχίστηκαν, συνήθως στην Βασιλίσσης Σοφίας 79, στις δραστηριότητες του Ιδρύματος Μιχελή και στις συνελεύσεις της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής, ή σ’ εκείνο το αξέχαστο συνέδριο με τίτλο «Η σημασία της φιλοσοφίας στην αρχιτεκτονική εκπαίδευση», στο Πανεπιστήμιο Πατρών τον Οκτώβριο του 2009. Έτσι, τον κύριο Ζήβα δεν τον γνώρισα ως Δάσκαλο και ποτέ δεν αισθάνθηκα να με βαραίνει το φορτίο των τίτλων ή των ρόλων του. Η μικρή απομόνωση που μας πρόσφερε ο εξοστρακισμός μας από τους άκαπνους χώρους και ο λιγοστός χρόνος του τσιγάρου μας, ήταν μια επαναλαμβανόμενη πράξη οικειότητας ανάμεσα σε δυο ξένους, που όμως εντέλει είχαν τόσα πολλά να πουν. Αγαπητέ κ. Ζήβα, στον καπνό του τσιγάρου θα σε σχηματίζει τώρα η μνήμη. Καλό ταξίδι. Π. 


Monday, February 12, 2018



ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΚΙΣΤΑΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

σταλμένα από τον Δημήτρη Φιλιππίδη 
και τον Τάσο Μπίρη




Μετά χαράς δημοσιεύω και σήμερα γράμματα που άλλοτε ζητώ από αναγνώστες και συνεργάτες αυτού του μπλογκ και άλλοτε φθάνουν αυθόρμητα με αφορμή δημοσιευμένες αναρτήσεις. Έτσι μπορώ να μοιράζομαι μαζί σας από την μια εμπειρίες και ταξιδιωτικές περιγραφές που αναζητώ, όπως από την Κίνα, το Λονδίνο και τώρα από το Πακιστάν και από την άλλη απόψεις που συμβάλλουν σε προβληματισμούς και σε διάλογο σε φλέγοντα και επίκαιρα θέματα.
Ο Δημήτρης και η Ειρήνη Φιλιππίδη μας αιφνιδίασαν παραμονές Χριστουγένων, όταν μας ανακοίνωσαν ότι αποφάσισαν να ταξιδέψουν στο μακρινό Πακιστάν. Έναν τόπο σχεδόν άγνωστο, απροσπέλαστο και μη ασφαλή σε ξένους επισκέπτες, που μας φέρνει στην μνήμη τον Δοξιάδη και παράλληλα είναι φορτισμένος με παράξενες διάσπαρτες πληροφορίες και εικόνες.


Ο Δημήτρης και η Ειρήνη Φιλιππίδη πάνω δεξιά

Βρέθηκαν εκεί με μια ομάδα 13 ατόμων. Από τις 27 Δεκεμβρίου 2017 μέχρι 8 Ιανουαρίου 2018, διέσχισαν το Πακιστάν ξεκινώντας από βορρά, από το Ισλαμαμπάντ, της πόλης που κτίστηκε   με βάση την μελέτη  που εκπονήθηκε το 1959  από το Γραφείο Δοξιάδη, στο οποίο είχε δουλέψει ο Δημήτρης Φιλιππίδης. 


Έφτασαν μέχρι το Καράτσι,  με συνεχή ένοπλη αστυνομική συνοδεία και βίωσαν μια περιπετειώδη ταξιδιωτική εμπειρεία οργανωμένη από ένα εξειδικευμένο γραφείο ταξιδίων  με την επωνυμία "Κανών Πολιτιστικά Ταξίδια & Γεωγραφικές Αποστολές" που φρόντισε για κάθε λεπτομέρεια. 

Τα γράμματα του Δημήτρη, αυτές οι εικονογραφημένες ταξιδιωτικές σημειώσεις  από το Πακιστάν, που μου εμπιστεύτηκε και  παραθέτω στην συνέχεια σχετίζονται, όπως επισημαίνει σε κείμενό του ο Δημήτρης Φατούρος [...  με τις  διαδρομές της πολυτοπίας του κατοικημένου χρόνου, της αρχιτεκτονικής και της πόλης, όπου ο Δημήτρης Φιλιππίδης αναζητεί θραύσματα ενδείξεων, συνέχειες και ασυνέχειες...] 
και αφορούν ακόμη
[...Στις αναζητήσεις του στις ιστορικές περιόδους και τις νεότερες σε εξέλιξη στα ασταθή πεδία της καθημερινότητας, στις συσχετίσεις της κάθε φορά νεότερης, σύγχρονης αρχιτεκτονικής με την αρχιτεκτονική του προηγούμενου, των ιστορικών ή προϊστορικών χρόνων, διαμορφώνει προσεγγίσεις που επισημαίνουν ότι γενικές κατηγορίες, ταξινομήσεις, μπορεί να μην αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα ή τις πραγματικότητες μιας εποχής.]



1.

Στην κοιλάδα του Ινδού ποταμού
του Δημήτρη Φιλιππίδη




Επισκεπτόμαστε ένα παλιό ινδουιστικό ναό, τώρα πια διασκευασμένο σε μουσείο. Ένα ζευγάρι με δύο μικρά παιδιά, φορώντας τα καλά τους, μας πλησιάζουν. Με κοιτούν χαμογελώντας αδιόρατα. Η χειραψία του πατέρα και μετά του γιού είναι απαλή, διστακτική, μόλις τη νοιώθεις. Ρωτούν από πού είμαστε, στο άκουσμα της Ελλάδας νεύουν με κατανόηση. Γιουνάν, ψιθυρίζουν. Εύχονται καλή διαμονή και απομακρύνονται διακριτικά.




www.Kanon.gr 
στον αχανή αρχαιολογικό χώρο μιας προϊστορικής πόλης στη Harappa του κεντρικού Πακιστάν


Παρακάτω στο ταξίδι, στον αχανή αρχαιολογικό χώρο μιας προϊστορικής πόλης, της Harappa, είχα απομακρυνθεί από τους συνταξιδιώτες μου. Βρέθηκα κάπου μόνος οπότε βλέπω τρεις χαμογελαστούς νεαρούς να έρχονται κατά πάνω μου. Μας είχαν προειδοποιήσει ότι γίνονται απαγωγές και ληστείες, αλλά μου είναι αδύνατο να φοβηθώ.


Γίνονται οι απαραίτητες χειραψίες και μετά μου δείχνουν με νοήματα ότι θέλουν να φωτογραφηθούν μαζί μου. Βγάζουν ένα κινητό και αποθανατιζόμαστε με ένα selfie. Είναι ενθουσιασμένοι. Καθώς απομακρύνονται συνομιλούν μεταξύ τους αλλά δεν ακούγεται κανένας ήχος. Τότε μόνο καταλαβαίνω πως ήταν κωφάλαλοι. 

στο μεγάλο παζάρι του Μουλτάν 3




Θα τους ξαναβρώ αυτούς και τόσους άλλους τις επόμενες μέρες, με άλλα πρόσωπα και με άλλα ρούχα, σε παζάρια, σε προσκυνήματα, μέσα στα πλήθη έξω από τζαμιά, πλάι στα ημιυπαίθρια μαγειρεία των επαρχιακών δρόμων. Κάποιοι φτωχικά ντυμένοι, τυλιγμένοι με μια λερή κουβέρτα, σχεδόν ξυπόλυτοι. Άλλοι με την τυπική πουκαμίσα και τα διακριτικά καλύμματα στο κεφάλι της φυλής όπου ανήκουν.



www. Kanon.gr, στη Harappa του κεντρικού Πακιστάν


Μας περιεργάζονται με φιλική περιέργεια καθώς τους φωτογραφίζουμε και προσπαθούμε με νοήματα να έρθουμε σε επαφή μαζί τους. Δεν μας αισθάνονται σαν απειλή. Μας δέχονται στον κόσμο τους χωρίς αισθήματα μειονεξίας, σαν απόλυτα ίσους. Δεν έχουν ακόμα διαφθαρεί από τον τουρισμό.












Όμως η χώρα τους είναι επικίνδυνη. Τα ξενοδοχεία φρουρούνται αυστηρά, σαν φυλακές, και συχνά περνάμε μπλόκα στους επαρχιακούς δρόμους. Στις περιηγήσεις μας συνοδευόμαστε πάντα από ένοπλους φρουρούς με καλάσνικοφ και δεν μας αφήνουν να κινηθούμε μόνοι μας μέσα στις μεγάλες πόλεις.



με το άγρυπνο βλέμμα των ένοπλων φρουρών


Οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί μέσα σε θρησκευτικούς χώρους, να μην προκαλούμε με τη συμπεριφορά μας ή με το ντύσιμο των γυναικών. Τη νύχτα ακούγονται πυροβολισμοί και σε κάποια μικρή πόλη άγνωστοι θα διαδηλώσουν κάτω από τα παράθυρά μας. 



Διακόσμηση χωρίς ενοχές



Έτσι που έτρεχε το μικρό μας λεωφορείο πάνω στην εθνική οδό διασχίζοντας την πεδιάδα του Ινδού ποταμού, πρόσεξα ότι στο κατώτερο μέρος τους οι κορμοί των δεντροστοιχιών στο πλάι του δρόμου ήταν βαμμένοι λευκοί. Κάτι ανάλογο κάνουμε και εμείς για προστασία από βλαβερά έντομα. Όμως εδώ συνέβαινε κάτι ακόμα. Στο πάνω μέρος, εκεί που σταματούσε ο ασβέστης, είχαν προσθέσει ένα ζωνάρι ύψους περίπου 20 εκ. με χρώμα κόκκινο βαθύ.



Ρώτησα να μάθω γιατί. Με τον φυσικότερο τρόπο μου είπαν πως πρόκειται για διακόσμηση. Το λευκό χρώμα (πρακτικό μέτρο) συνδυαζόταν με το κόκκινο (ομορφιά). Ο ασβέστης από μόνος του δεν αρκούσε, οσοδήποτε χρήσιμος κι αν είναι. Η ντόπια παράδοση όριζε ότι από μόνη της η ωφέλεια δεν θα μπορούσε ποτέ να σταθεί.




Η συνταγή αυτή εφαρμόζεται παντού στη σύγχρονη ζωή. Για να αποκτήσουν κύρος, τα κάθε είδους τροχοφόρα μηχανήματα, που σήμερα πλημμυρίζουν τους επαρχιακούς ιδίως δρόμους της χώρας, είναι καταστόλιστα με πολύπλοκη διακόσμηση.






Από νταλίκες, φορτηγά και λεωφορεία ως ημιφορτηγά, τρακτέρ και τρίτροχα, όλα φορτώνονται με απίστευτης επεξεργασίας χρωματιστά σχέδια, με κορδέλες και φούντες που ανεμίζουν, με όρθιες κεραίες που πάλλονται και με σειρές από κρεμαστές αλυσίδες. Και επειδή οι διαθέσιμες επιφάνειες για διακόσμηση δεν φαίνεται να επαρκούν, τουλάχιστον στα φορτηγά προσθέτουν ιδιοκατασκευές που προεξέχουν σαν διαδήματα πάνω από την καρότσα.








Η επιλογή παραστάσεων, μοτίβων ή σχεδίων ακολουθεί ένα πολύπλοκο εθιμοτυπικό. Από τη μια μεριά είναι η βαθιά ισλαμική παράδοση της επανάληψης αφηρημένων διακοσμητικών σχεδίων και από την άλλη οι σύγχρονες παραστάσεις θαυμαστών μηχανών όπως αεροπλάνων ή ξεχωριστών προσώπων όπως ιδανικών πορτραίτων, ηρώων, και πολιτικών προσωπικοτήτων. Πέρα από αυτό το συνονθύλευμα είναι απαραίτητη η ένδειξη της θρησκευτικής ταυτότητας του ιδιοκτήτη του φορτηγού, με κομμάτια πανί στο κατάλληλο χρώμα που δένονται πολλά μαζί από τη μια τους άκρη σε διάφορα σημεία του αμαξώματος.





Το αποτέλεσμα είναι ένα χάρμα οφθαλμών. Το «απλό», λειτουργικό βιομηχανικό προϊόν που έχει παραχθεί μαζικά μετατρέπεται σε υπαίθριο εκθετήριο τέχνης, σε προβολή προσωπικού γούστου και σε σύμβολο ατομικής ταυτότητας. Καθώς διασταυρώνεσαι με ένα τέτοιο φορτηγό, δεν βλέπεις το καλά κρυμμένο τυποποιημένο όχημα. Βρίσκεσαι απέναντι σε μια θριαμβευτική παράσταση κινητικής τέχνης, όπου το όχημα ζωντανεύει καθώς κινείται, προσφέροντας παλλόμενα οπτικά ερεθίσματα ενόσω διαδοχικά το βλέπεις από μπροστά, από τα πλάγια και τέλος, από πίσω.



Με την ίδια λογική στολίζονται και λάμπουν οι γυναίκες, αυτό το τόσο καταπιεσμένο είδος, σε ιδιαίτερες τελετές όπως σε γάμους. Στα κατάφωτα μαγαζιά του παζαριού στραφταλίζουν οι ολόσωμες γυναικείες φορεσιές κατάφορτες με όλων των ειδών τα χρυσά κεντήματα. Οι γυναίκες μία τουλάχιστον φορά στη ζωή τους δικαιούνται να μεταμορφωθούν σε ονειρικά οχήματα πόθου.



Οι τάφοι





Οι μουσουλμάνοι πιστεύουν στην αιωνιότητα, δηλαδή στην ιερότητα της μνήμης, όπως όλοι μας λίγο-πολύ. Στήνουν γι’ αυτό θαυμάσια μνημεία για να τιμήσουν τους μεγάλους τους νεκρούς, τους σοφούς δασκάλους και τους προφήτες, από ευγνωμοσύνη για όσα πρόσφεραν στον κόσμο ενόσω ζούσαν. 







Ψωνίζουν ροδοπέταλα στην είσοδο για να ράνουν τον τάφο τους 


Στα ένδοξα μαυσωλεία τους πηγαίνουν σήμερα προσκυνητές από όλη τη χώρα, για να τους τιμήσουν. Ψωνίζουν ροδοπέταλα στην είσοδο για να ράνουν τον τάφο τους, αφήνουν έξω τα παπούτσια τους και μπαίνουν μετά στους επιβλητικούς μισοσκότεινους χώρους για να σταθούν με σεβασμό μπροστά στον κεντρικό καταστόλιστο τάφο. Γύρω του υπάρχουν κυκλικά πολλοί ταπεινότεροι τάφοι, ομοιόμορφοι, που αφήνουν μόνο στενά περάσματα ανάμεσά τους. Το δάπεδο είναι στρωμένο με γαλάζιες εφυαλωμένες πλάκες, από όπου αναδύεται ένα μυστικό φως, σαν να βαδίζεις στον αέρα.





Έξω από τα μαυσωλεία, σε κάποια απόσταση, απλώνονται οι τάφοι των απλών ανθρώπων, πολύ συχνά ανώνυμοι ή με την ελάχιστη ένδειξη της έκτασης που πιάνει ο καθένας. Τις περισσότερες φορές σχηματίζουν ένα επίμηκες πρίσμα χωμάτινο και στη θέση της κεφαλής βάζουν μικρή πλάκα όρθια. Όπως και μέσα σε ένα μαυσωλείο, οι νεκροί παρατάσσονται στο ίδιο μέγεθος οργανωμένα, σε τακτικές σειρές. Ακριβώς όπως τα αφαιρετικά σχέδια σε ισλαμικά διακοσμητικά στοιχεία.




Οι τάφοι στο ύπαιθρο είναι εκτεθειμένοι στις δυνάμεις της φύσης. Καθώς πιστεύουν ότι οι νεκροί πια βρίσκονται μακριά, σε ασφάλεια στον Παράδεισο, οι ζωντανοί δεν τους φροντίζουν, τους αφήνουν να διαβρωθούν και να καταρρεύσουν. Αρχίζει να χαλάει το τέλειο γεωμετρικό σχήμα τους και χάνεται το περίγραμμά τους.



Οι τάφοι με τον καιρό γίνονται ένα με το γύρω χώμα, μόνο η όρθια πλάκα τους μένει έστω λίγο λοξά για να θυμίζει ότι εκεί από κάτω έχει θαφτεί κάποιος. Μόνο που έτσι, όλοι αυτοί οι παλιοί τάφοι αποκτούν μια παράδοξη συντροφικότητα. Έχει ο καθένας χάσει την ιδιαιτερότητά του, όλοι είναι ένα πράγμα. Μπορεί ίσως με αυτό τον τρόπο να εκφράζουν τον Παράδεισο καλύτερα από όποια άλλη δική μας περιγραφή.

Φωτογραφίες Ειρήνης και Δημήτρη Φιλιππίδη, www. Kanon.gr 

Κάντε ΚΛΙΚ στις εικόνες για μεγέθυνση





2.

Επιστολή από τον Τάσο Μπίρη
02 02 2018


Ο Τάσος Μπίρης με αφορμή τις ακόλουθες ανάρτησεις σε αυτόν τον ιστότοπο που πραγματοποιήθηκαν αντίστοιχα στις 19 Δεκεμβρίου 2017 και 15 Ιανουαρίου 2018 με τίτλους:


ΣΥΝ ΗΧΗΣΕΙΣ MΕ ΤΟΝ ∆ΗMΗΤΡΗ ΠΙΚΙΩΝΗ
δύο εκθέσεις και µια συζήτηση
+
η διάλεξη του Δημήτρη Φιλιππίδη
(που δεν έγινε)
+
επιστολή του Δημήτρη Αντωνακάκη 
για την επικείμενη αποκατάσταση, 
έργων του Δημήτρη Πικιώνη 
από τον Δήμο Αθηναίων και την Αγνή Πικιώνη

και
ΩΔΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ: 

ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΑΙΘΟΥΣΑΣ «ΑΡΗΣ ΓΑΡΟΥΦΑΛΗΣ»



"ένας νέος εικαστικός Γιάννης Δεσποτόπουλος αναδύεται από τον καθαρόαιμο μοντερνιστή των χρόνων του Μεσοπολέμου"

+
κείμενο του Δημήτρη Αντωνακάκη 
διατυπώνει τις σκέψεις του σχετικά με τις αρχιτεκτονικές παραμβάσεις τόσο για το Δημοτικό Σχολείο του Δημήτρη Πικιώνη όσο και για  το Ωδείο του Ιωάννη Δεσποτόπουλου, με δεδομένη μάλιστα την συμμετοχή του στην  "ομάδα των επιμελητών, βοηθών, συνεργατών και συνεργατριών του «Δέσποτα», όπως τον αποκαλούσαν ειδικά οι παλαιότεροι(ες)". 




Φίλε Γιώργο, 



Ας διατυπώσω και εγώ –έστω και λίγο αργοπορημένα- μερικές σκέψεις που μου γεννήθηκαν, καθώς παρακολούθησα με ενδιαφέρον την συζήτηση που αναπτύχθηκε τελευταία στον ιστότοπό σου ανάμεσα σε καλούς συναδέλφους. Συζήτηση που -ορθώς- επικεντρώθηκε σε αναγκαίες αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις σε μοναδικής σημασίας και αξίας κακοπαθημένα κτίρια και μάλιστα ειδικά των -μετρημένων στα δάκτυλα του ενός χεριού- ιστορικών προσωπικοτήτων της νεότερης αρχιτεκτονικής ιστορίας μας. Όπως είναι εκείνη που από καιρό χρειάζεται να γίνει στο Δημοτικό Σχολείο του Δημήτρη Πικιώνη ή η άλλη, στο Ωδείο του Ιωάννη Δεσποτόπουλου. 

Και φυσικά το ενδιαφέρον της συζήτησης εντάθηκε όταν το θέμα δεν περιορίστηκε σε θεωρητικούς προβληματισμούς, αλλά αναφέρθηκε και σε σχετική (ήδη πραγματοποιημένη μέσω ανάθεσης από το Δημόσιο) μελέτη, καθώς και σε (ανεξάρτητη) μερική μελέτη και εφαρμογή που έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Όπως συμβαίνει ειδικά στην περίπτωση του Ωδείου. 

Από την άλλη μεριά είναι και οι προβληματισμοί που διατυπώθηκαν προβλεπτικά σε αναφορά με το Δημοτικό Σχολείο του Πικιώνη και συγκεκριμένα περί του «Τί», του «Πώς» και «Από ποιόν» μιας ενδεχόμενης σωστικής παρέμβασης σε αυτό. 

Παρατήρησα λοιπόν οτι, προκειμένου να απαντηθούν τα παραπάνω ερωτήματα, τέθηκε ως ένα από τα βασικότερα κριτήρια της επιτυχίας της παρέμβασης –όπως εγώ τουλάχιστον κατάλαβα- η ιδεολογική εγγύτητα του νέου μελετητή προς τον Πικιώνη και το έργο του. Ιδεολογική εγγύτητα που –ει δυνατόν- να έχει αποκτηθεί ακόμη και μέσω της άμεσης και μακράς βιωματικής εμπειρίας και επαφής μαζί του σε προηγούμενο χρόνο. 

Έχει σημαντική δόση αλήθειας η συγκεκριμένη άποψη. Αν και καμιά φορά χρειάζεται κάποια στοιχειώδης απόσταση από ένα ιστορικής αξίας έργο και τον δημιουργό του, προκειμένου κανείς να το κατανοήσει με καθαρή ματιά και να επέμβει σε αυτό. Όλα αυτά όμως με αίσθηση του μέτρου. 

Το περίεργο όμως είναι ότι το (πρωτεύον) κριτήριο της εγγύτητας προς το πνεύμα του Πικιώνη, που παρουσιάζεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την πιθανή επέμβαση στο Σχολείο του, αντιθέτως στην περίπτωση του Δεσποτόπουλου και των νέων επεμβάσεων στο Ωδείο, (πραγματοποιημένων ή μη) δεν φαίνεται να απασχόλησε εγκαίρως (ή να απασχολεί τώρα, έστω και μεταχρονολογημένα) τον κύκλο των συζητητών του ιστότοπου. Καθώς δεν καταγράφεται –νομίζω- εκεί κάποια σχετική αναφορά. 

Ξενίζει κάπως αυτή η τήρηση δύο μέτρων και σταθμών σε αναφορά ειδικά με ένα τέτοιο (όχι μικρό) ζήτημα «αρχής», δεδομένου οτι τα δύο κτίρια παρουσιάζονται τόσο «κοντά» και άμεσα συσχετισμένα το ένα με το άλλο. 

το δίπολο «Πικιώνης-Δεσποτόπουλος» 

Η αντίφαση μάλιστα επιτείνεται όταν σκεφτεί κανείς ότι το δίπολο «Πικιώνης-Δεσποτόπουλος» λειτούργησε (και λειτουργεί) στην διδασκαλία της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής (όπως την προσέλαβαν γενεές και γενεές νέων αρχιτεκτόνων κατά τις σπουδές τους, κυρίως στην Αρχιτεκτονική Σχολή της Αθήνας) ως θεμελιώδης αντίρροπη συζυγία που οριοθετεί στο μυαλό μας το ιδεολογικό «Όλον» του μεταπολεμικού, ατομικού και συλλογικού έντεχνου αρχιτεκτονικού κεφαλαίου μας. 
Οριοθέτηση στο πλαίσιο της οποίας, επήλθε ώσμωση του πνεύματος της εντόπιας αρχιτεκτονικής παράδοσης (όπως αναδύεται από την διδασκαλία του Πικιώνη) με το διεθνές πνεύμα του Μοντέρνου (όπως το δίδαξε – και το προσάρμοσε στην ελληνική συνθήκη- ο Ιωάννης Δεσποτόπουλος, αλλά και αργότερα ο Θουκιδίδης Βαλεντής και άλλοι δάσκαλοι και δασκάλες των ιστορικών γενεών, από τον μεσοπόλεμο και πέρα). 
Και από την ώσμωση αυτή, όπως και από άλλα ανάλογα συνδυαστικά σχήματα (π.χ εκείνο των αντίρροπων ζευγών «Πικιώνης-Κωνσταντινίδης» ή «Κωνσταντινίδης- Ζενέτος») γεννήθηκαν οι ποικίλες εκφάνσεις (καλές ή όχι) της αρχιτεκτονικής μας σε βάθος πάρα πολλών δεκαετιών. Μία από τις ισχυρές ρίζες των οποίων ήταν (και παραμένει) ο «Ύστερος ελληνικός Μοντερνισμός της δεκαετίας 1960, με επιγόνους οι οποίοι φτάνουν μέχρι και σήμερα. 
Και έτσι ισορρόπησαν κάπως τα πράγματα μέσα στο (+ -) άπειρο του περιρρέοντος διεθνούς αρχιτεκτονικού χάους. 
Ισορρόπησαν ναι, αλλά δεν ταυτίστηκαν, καθώς άλλο είναι το πνεύμα του Πικιώνη, τελείως άλλο εκείνο του Δεσποτόπουλου, άλλο του Κωνσταντινίδη, άλλο του Ζενέτου κ.λ.π. Μην τα μπερδεύουμε λοιπόν. 
Να όμως που διαβάσαμε στον ιστότοπο την διαπίστωση οτι κατά την ερευνητική προετοιμασία της επέμβασης στην αίθουσα «Άρης Γαρουφαλής» του Ωδείου «Ένας νέος εικαστικός Δεσποτόπουλος αναδύεται από τον καθαρόαιμο μοντερνιστή του μεσοπολέμου». 
Βαριά κουβέντα, ας μου επιτραπεί να πω, παρότι δεν γνωρίζω προσωπικά εάν κάτι τέτοιο συνέβει. Αλλά και εάν συνέβει, διερωτάται κανείς πια άραγε αναπάντεχη σεισμική δύναμη προκάλεσε ένα τέτοιο γεγονός. 
Πάντως η διαπίστωση αυτή γεννά σειρά εύλογων ερωτημάτων. Γι’ αυτό και ας την αναλύσουμε λέξη προς λέξη, προκειμένου να εξιχνιάσουμε τι ακριβώς εννοεί και – ίσως- να διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις υπό μορφή απαντήσεων: 

Ερώτηση 1η: Ο χαρακτηρισμός «νέος Δεσποτόπουλος» αιτιολογείται επειδή –επιτέλους μόλις σήμερα- μπορέσαμε να διακρίνουμε ειδικά την εικαστική του πλευρά; 

Απάντηση: Μα ο Δεσποτόπουλος ήταν ανέκαθεν πολυσύνθετη και πολυεπίπεδη προσωπικότητα, όπως όλοι οι «μεγάλοι». Δηλαδή, ήταν και εικαστικός και δομικός και ποιητικός και τοπικός και διεθνής και πάρα πολλά άλλα. (Μάλιστα όλες αυτές οι εκδοχές του παρουσιάστηκαν λεπτομερώς και τεκμηριωμένα στην παλαιά ημερίδα στο Ωδείο προς τιμήν του). Όσο για το εάν και πότε ήταν «νέος» ή «παλαιός», θα επιχειρήσω να απαντήσω στην ερώτηση 2. 
Πάντως, στις πολλές δεκαετίες που προηγήθηκαν μέχρι και σήμερα, φάνηκε οτι δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε άμεσα την συνθετότητα της προσωπικότητας του. Οπότε είναι αναμενόμενο οτι αυτό γίνεται αργά – αργά και σταδιακά. 
Γι’ αυτό είναι αξιέπαινη η εκ νέου προσπάθεια γνωριμίας, κατανόησης, ερμηνείας και ανάδυσης του «εικαστικού» Δεσποτόπουλου, που έγινε με ευκαιρία την προεργασία για την συγκεκριμένη επέμβαση στην αίθουσα. (Μήπως λοιπόν–μπορεί ίσως να αναρωτηθεί κανείς- τώρα, δηλαδή μετά τη γνωριμία μας με αυτήν την άγνωστη (;) μέχρι σήμερα πλευρά του, αν θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε την συγκεκριμένη ανακάλυψη μας εφαρμόζοντας την στο σύνολο του κτηρίου; Είναι ίσως μια ιδέα.) 

Ερώτηση 2η: Και τώρα που αναδύθηκε ένας νέος Δεσποτόπουλος από τον (παλαιό) μεσοπολεμικό εαυτό του, τι θα γίνει με αυτόν τον προηγούμενο εαυτό ; Θα αναγορευτεί μήπως σε μουσειακή αξία στις προθήκες της ιστορίας ; 

Απάντηση: Μα ο Δεσποτόπουλος, ως ιδιαιτέρως εμπνευσμένος (και όχι καθαρόαιμος) μοντερνιστής του μεσοπολέμου - αλλά και του μεταπολέμου (!)- ήταν ανέκαθεν, ταυτοχρόνως νέος και παλαιός. Δηλαδή ήταν και παραμένει διαχρονικός. Άλλο εάν πολλοί δεν το είχαμε (ούτε έχουμε) καταλάβει. 
Όσο για τον όρο «καθαρόαιμος» είναι νομίζω μάλλον ακατάλληλος, τόσο ως χαρακτηρισμός για τον Δεσποτόπουλο όσο και για τον Μοντερνισμό ως ρεύμα. Καθώς –άθελα- φέρνει στο νου κάτι που φοβίζει, ιδιαιτέρως όταν τον συνδέσει κανείς με όσα συνέβησαν διεθνώς κυρίως μετά τον μεσοπόλεμο. 
Επομένως, όχι μόνο δεν πρέπει να θεωρείται ο Δεσποτόπουλος του μεσοπολέμου ως «παλαιά -μουσειακή αξία», αλλά αντιθέτως, πιστεύω ότι το πνεύμα της αρχιτεκτονικής του είναι αναγκαίο να διδάσκεται, ως ενεργός –ζωντανή πηγή γνώσης, που γεννά νέα αρχιτεκτονική. 

Ερώτηση 3η: Είχε ή δεν είχε εικαστική διάσταση ο Μοντερνισμός του μεσοπολέμου; Και εάν δεν είχε, τότε ο νέος εικαστικός Δεσποτόπουλος ήρθε σε ρήξη με τον μεσοπολεμικό μοντερνιστή εαυτό του; 

Απάντηση: Μα βεβαίως είχε εικαστική διάσταση ο Μοντερνισμός του μεσοπολέμου (αλλά και του μεταπολέμου, όπως ήδη αναφέρθηκε). Άλλωστε ο Δεσποτόπουλος του μεσοπολέμου μαθήτευσε στο Μπαουχάους, ως ο πρώτος Έλληνας σπουδαστής του. Και ειδικά το Μπαουχάους ήταν σχολή πρωτίστως εικαστικών τεχνών και δευτερευόντως σχολή αρχιτεκτονικής. Κάτι που αποδεικνύει η στελέχωση του από εξαιρετικούς τότε νέους (γνωστούς σε όλους μας) καλλιτέχνες δασκάλους. 
Γι’ αυτό –επαναλαμβάνω- η εικαστική πλευρά του Δεσποτόπουλου, όχι μόνο έχει βαθιά ρίζα, αλλά ήταν και προ πολλού γνωστή (και διακριτή στο ζωγραφικό, γλυπτικό και αρχιτεκτονικό του έργο). 
Αλλά αυτή η πλευρά του δεν ήταν η μόνη. Καθώς η πολύπλευρη συνθετική ικανότητά του τού επέτρεψε να αναπτύξει σκέψη δομική, αλλά και υπερβατική. Να πιστεύει στη διάρκεια και πολυμορφία (και όχι στο «καθαρόαιμο») του Μοντέρνου. Και έτσι, να διακρίνει μοντέρνα στοιχεία π.χ. στα κυκλαδικά ειδώλια, στην αφρικάνικη τέχνη, στην δομικότητα του φέροντα οργανισμού της βυζαντινής Αγια– Σοφιάς. Και με αυτό το ανοιχτό πνεύμα δίδαξε το Μοντέρνο, και την ύστερη ελληνική εκδοχή του στο πλαίσιο της σύγχρονης αρχιτεκτονικής μας κατά την εικοσαετία ’50 –’60. 
Όμως αυτό το ειδικό Μοντέρνο δυστυχώς δεν εξελίχθηκε δυναμικά στη συνέχεια παρά μόνο ως μειοψηφική τάση (που εντούτοις επιβιώνει μέχρι και σήμερα). Η γενικευμένη γιγάντωση της υπερκαταναλωτικής ροπής της εντόπιας και διεθνούς κοινότητας (κυρίως από τη δεκαετία του ‘80 και έπειτα, έως και τώρα) ήταν πια η νέα πραγματικότητα που βρήκε πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης στον Μεταμοντερνισμό και τις συνεχείς μεταλλάξεις του. Και έτσι εξακολουθούν να είναι λίγο -πολύ τα πράγματα. 
Γι’ αυτό και υποτιμήθηκε σταδιακά (ή ξεχάστηκε, ακόμη και από γνωστούς μοντερνιστές του ’60) η κεφαλαιοποιημένη θεωρητική και πρακτική γνώση και εμπειρία της ανέλπιστης αλλά και πρόσκαιρης «αρχιτεκτονικής άνοιξης» μας, της οποίας τους μέντορες ξανα-ανακαλύπτουμε, προσπαθώντας να επαναερμηνεύσουμε το πνεύμα των υλοποιημένων έργων τους. 

Γενική διαπίστωση: Επομένως δεν είναι ο Δεσποτόπουλος που αναδύεται σήμερα ως «νέος εικαστικός Δεσποτόπουλος», ενδεχομένως μάλιστα σε αντιθετική σχέση με τον μεσοπολεμικό μοντερνιστή εαυτό του. (Και επιπλέον, χωρίς να ερωτηθεί εάν συμφωνεί ). Είμαστε εμείς που αναδυόμαστε ανά περιόδους, για να ξανα-ανακαλύψουμε (σχεδόν πάντα μεταχρονολογημένα, μετά το θάνατο τους) την πραγματική αξία των μεγάλων δασκάλων μας. 
Και γι΄ αυτό είμαστε εμείς (και όχι αυτοί) που βλέπουμε κάθε τόσο μια νέα μετα- αλήθεια. Όπως ίσως θα έκανε ένας (μεταμελημένος ; ή μήπως επιβραβευμένος;) Επιμηθεύς.... 

Να τελειώσω το κείμενο μου με την ιδιότητα του απλού μέλους (και όχι φυσικά με εκείνη του εκπροσώπου) της ομάδας των επιμελητών, βοηθών, συνεργατών και συνεργατριών του «Δέσποτα», όπως τον αποκαλούσαν ειδικά οι παλαιότεροι(ες) που με βοήθησαν να ενσωματωθώ στην ομάδα. (Καθώς ανήκα στην νεότερη γενιά του ’70 και ας είχα –περιέργως- την ψυχή και το μυαλό μου στις γενιές του ’60). 
Έτσι – δηλαδή κυρίως ως ομάδα- όλοι και όλες τον γνωρίσαμε ως μέλη της από πολύ κοντά και για πολύ χρόνο, τόσο ως άνθρωπο όσο και σε αναφορά με τον τρόπο σκέψης και πράξης του. Και ήταν ίσως το παράδειγμα αυτού του τρόπου σκέψης και πράξης, ο λόγος που –όπως παρατηρώ- ποτέ δεν διανοηθήκαμε ότι έχουμε πρωτοκαθεδρία ή ειδικότητα σε ανανεωτικές επεμβάσεις στο έργο του, ως γνώστες και διαχειριστές του πνεύματός της αρχιτεκτονικής του. Καθώς και ο ίδιος –νομίζω- πίστευε ότι το συγκεκριμένο πεδίο παρεμβατικής αρχιτεκτονικής δράσης ήταν κάπως μακριά από τα πραγματικά ενδιαφέροντα του. 
Ας πω λοιπόν ποιόν Δεσποτόπουλο βλέπω με τα μάτια της φαντασίας μου να αναδύεται όλα αυτά τα χρόνια από το Ωδείο. Δηλαδή από αυτό το μοναδικό υλοποιημένο απόκομμα της βραβευμένης πρότασης του αρχιτεκτονικού διαγωνισμού του 1962 για το «Πνευματικό Κέντρο». Βλέπω λοιπόν τον εμβληματικό Μοντερνιστή δάσκαλο της Σύνθεσης. Ο οποίος –προκειμένου σύμπασα σχεδόν η αρχιτεκτονική (και όχι μόνο) κοινότητα εκείνης της εποχής να συμβάλει το κατά δύναμιν ώστε να μην υλοποιηθεί η ιδέα του (!) - δέχθηκε από αυτήν απίστευτο πλεόνασμα, εχθρότητας, υποκρισίας, κακοπιστίας και αμάθειας. 
Βλέπω μάλιστα οτι μας παρατηρεί από εκεί που βρίσκεται (μισο- χαμογελώντας αινιγματικά όπως συνήθιζε) να προσπαθούμε, μετά από 56 χρόνια, να σώσουμε το ελάχιστο που επιβίωσε από αυτή την εμβληματική σύνθεση. Αν και – κατά κάποιον υπερβατικό τρόπο- το συγκεκριμένο «ελάχιστο» σώζεται από μόνο του, διατηρώντας ακόμη ανέπαφες την Ιδέα, τη Συνθετική Δομή και την μεγάλη κοφτερή γραμμή του. 

Πάντως είναι κατ’ αρχήν ορθή η προσπάθεια να σωθούν τα δύο κτίρια που μας απασχολούν (όπως είναι και πολλές ανάλογες που λαβαίνουν χώρα, όχι μόνο εδώ αλλά και διεθνώς, κατά την περίοδο της γενικευμένης «αφασίας» που φαίνεται σήμερα να κυριαρχεί). 
Επίσης αιτιολογημένη είναι και μια άδηλη επιθυμία που συχνά μας διακατέχει: 
Μέσω της εμπλοκής μας ειδικά με τέτοια ιστορικά κτίρια και τέτοιας εμβέλειας δημιουργούς με σκοπό την σωτηρίας τους από τα κακοπαθήματα τους, κατά κάποιο τρόπο να προσπαθούμε να σωθούμε και εμείς. Καθώς νιώθουμε ίσως το βάρος κάποιων ενοχών για αυτά τα κακοπαθήματα που οφείλονται και σε εμάς, ως σύγχρονη κοινωνία. 
Γεννώνται όμως ερωτήματα όταν η πολύ προσωπική σχέση μαζί τους (και σε συνάρτηση με την πίεση του χρόνου που βλέπουμε να περνά) μας οδηγεί καμιά φορά σε νέα λάθη, πχ. απώλειας του μέτρου –είτε προς τα κάτω, είτε προς τα πάνω- και σε σύγχυση ανάμεσα στο δικό μας «εγώ» και εκείνο των μυθικών αυτών οντοτήτων. 

Ιδού -νομίζω- πρόσφορο πεδίο σκέψης για επιλογή πρωτότυπων θεμάτων διατριβών από νεαρούς ερευνητές (ή νεαρές ερευνήτριες) με φιλόδοξες ανησυχίες για τον Δεσποτόπουλο ή τον Πικιώνη ή τον Κωνσταντινίδη ή τον Ζενέτο…… 

Τάσος Μπίρης,
02-02-2018