Η δραματική σου διήγηση, καρέ-καρέ, με έστειλε
βίαια πίσω στα παιδικά μου (όπως λες κι εσύ) όταν άρχισα, κι ύστερα
απότομα σταμάτησα, να ψαρεύω. Τότε που μου φάνηκε αβάσταχτο να
ξαγκιστρώνω τα ψάρια που σπαρταρούσαν, πολλές φορές σπάζοντας τα χείλια
τους, και μετά να τα βλέπω να χάνουν σιγά-σιγά τα χρώματά τους, πεταμένα
πάνω στα βράχια. Το δοκίμασα και είπα μετά, τέρμα. Προτιμώ κάποιος
άλλος να το κάνει, κι εγώ απλά να τα τρώω. Αυτά έγιναν στο Μπατσί Άνδρου
κάπου στις αρχές του '50, σε μια εποχή αθωότητας.
Όμως ο πραγματικός πρωταγωνιστής σου είναι το
περίφημο... φουλάρι, και δικαιολογημένα ο φίλος σου το λιμπίζεται! Τι
λέμε τώρα, ένα φουλαρισμένος Τριανταφύλλου αξίζει χίλιες ψαριές!!!
δφ
Γιωργη
ReplyDeleteΤο κειμενο σου μυροδατο ξεσικωνει καλοκαιρινες αναμνησεις. Η ομορφια της περκας , παραξενο, ανικανη να κερδισει την ελευθερια της. Η μακαριτισσα ας αναπαυεται ησυχα στα αζητητα των ουρανων, στ ασυνηθιστα των συνειδησεων μας.