Monday, May 15, 2017


ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

μια αναμενόμενη άποψη,  
μια ομοβροντία συντηρητικών αντιδράσεων


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ: 
Διάλεξη στα Μαθήματα Ιστορίας Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ 
4.5.2017 

ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ 
ΑΠΟ ΤΟ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟ 
ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ 
ΣΤΟ ΑΤΑΞΙΚΟ ΕΞΟΧΙΚΟ


Ο Δημήτρης Φιλιππίδης καταξιωμένος μελετητής της Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής, είναι παράλληλα και ένας επίμονος συλλέκτης παράδοξων εικόνων αυτού του τόπου, που προσπερνούμε αδιάφορα, προσηλωμένοι στην ορθόδοξη άποψη για την αρχιτεκτονική, που οφείλει να έχει ταυτότητα και κύρος. Και όμως αν χαλαρώσουμε λίγο και αποδεχθούμε ότι πέρα και από τον σχεδιασμό των επωνύμων και ταυτοποιημένων από αρχιτέκτονες κτισμάτων, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν συναρπαστικοί και ευαίσθητοι χειρισμοί των απλών ανθρώπων που επίμονα αγνοούμε, βάζοντας τους στο περιθώριο του αρχιτεκτονικού μας κύκλου-πλαισίου, ενώ αντίστοιχα τα επικαλούμενα «παραδοσιακά» μπαίνουν στο κάδρο και καταξιώνονται υπό τον τίτλο της «ανώνυμης αρχιτεκτονικής».



Ο Φιλιππίδης εδώ και χρόνια επισημαίνει και αναδεικνύει μια διαφορετική εικονογραφία μια «άλλη ανώνυμη αρχιτεκτονική» 
Μας λέει ότι: «θέλησα να κοιτάξω αντίστροφα το σύνολο της ελληνικής αρχιτεκτονικής, να αναποδογυρίσω τον φαινομενικά αυτονόητο τρόπο εποπτείας που έχει επιβάλει η επίσημη ιστορία της.» και συνεχίζει...


«Εδώ και καιρό επιπλέον φωτογράφιζα και κατέγραφα κτίσματα που έμοιαζαν άχρηστα ή αδιάφορα, περιθωριακά ή παράδοξα, και έξω από τους κανόνες. Τα μάζευα χωρίς να ξέρω πού ανήκαν ή σε τι θα μού χρησίμευαν. Αρκούσε η αόριστη σκέψη ότι ήταν αταξινόμητα κομμάτια ενός ανεξερεύνητου κόσμου, του ενοποιημένου πεδίου της αρχιτεκτονικής όπου, εκτός από τις αναζητήσεις του σχήματος, συμμετείχαν και οι ανθρωπιστικές επιστήμες.


...Μικρό ρόλο έπαιζε έτσι η ταυτότητα του δημιουργού, αν ήταν επώνυμος ή παντελώς άγνωστος. Ούτε με τρόμαζε ως απειλή η κυρίαρχη παρουσία της σύγχρονης μαζικής αρχιτεκτονικής. Με αυτό τον τρόπο αντιδρούσα στις προκαταλήψεις που εμπόδιζαν να διακρίνουμε τη σημασία αυτού του άγνωστου κόσμου, σε κάθε γενικότερα αποκλεισμό και απομόνωση, όπως συνέβη με τα παραδοσιακά ή τα νεοκλασικά. Κρατούσα έτσι μια αιρετική στάση απέναντι σε καθιερωμένες αντιλήψεις για την αρχιτεκτονική, που ξένιζε ή συναντούσε παγερή αδιαφορία ανάμεσα στους επαΐοντες...


...Όμως η αλήθεια ήταν ότι η ανώνυμη συμμετέχει ενεργά στην παραγωγή αρχιτεκτονικής, με φορέα τον «αφανή» και αγνοημένο δημιουργό-χρήστη, ο οποίος αφήνει το στίγμα του πάνω στο κτίσμα. Η ανώνυμη έτσι συμπληρώνει και σηματοδοτεί εκείνη που θεωρείται «επώνυμη» αρχιτεκτονική, αποτελώντας αναπόσπαστο κομμάτι της.»
Αυτή την φορά με την διάλεξή του ο Φιλιππίδης επανήλθε συγκροτημένος, δυναμικός, αποφασισμένος και ίσως απειλητικός. Προανήγγειλε την έκδοση σχετικού βιβλίου και έδωσε δείγματα σαφούς και συγκροτημένης τεκμηρίωσης, ταράζοντας τα νερά. Στην διάλεξή του παρουσίασε ενδιαφέρον διάγραμμα αυτού του βιβλίου, με τις τρεις βασικές παραδοχές για την κατάταξη και το χαρακτήρα της ανώνυμης αρχιτεκτονικής για πρίν και μετά το 1920. 


Τόνισε επίσης ότι «Γράφοντας σε ένα βιβλίο για μοντέρνα αρχιτεκτονική στην Ελλάδα το 2001, είχα επισημάνει τις εξής τέσσερις νέες συνθήκες: εδραίωση αστικής κλίμακας, σύμπηξη επώνυμης-ανώνυμης, επιστροφή έννοιας του τοπίου, και η αρχιτεκτονική ως συμβάν. Αν και τότε υπήρχαν αναφορές στην ανώνυμη αρχιτεκτονική, δεν είχε ακόμα εξεταστεί ο σημαντικός ρόλος της. Σήμερα όμως της αναγνωρίζουμε μια τέτοια κεντρική θέση, κάτω από διάφορα ονόματα»...

 

...«Η εξέταση των τυπολογιών σε κτίσματα και κατασκευές της ανώνυμης ιδιαίτερα αρχιτεκτονικής, συγκεντρωμένης ολοένα περισσότερο στο αστικό περιβάλλον μετά το 1920, μπορεί να δώσει το περίγραμμα τουλάχιστον μέρους της ζητούμενης απάντησης για το πώς συνυπάρχουν το πλήθος και το μοναδικό, που αρχικά είπαμε. Χρησιμοποιώντας την τυπολογία ως εργαλείο ανίχνευσης, συντελείται η ανάδυση της ανώνυμης αρχιτεκτονικής ως κύριου συστατικού της πόλης. Το δομημένο περιβάλλον της ανώνυμης αρχιτεκτονικής είναι το λίκνο όπου κυοφορείται η επώνυμη/έντεχνη αρχιτεκτονική. Για να διευκολυνθεί μάλιστα η αναφορά στις τυπολογίες της ανώνυμης αρχιτεκτονικής στο αστικό περιβάλλον μετά το 1920, διέκρινε 3 κύριες ενότητες ως προς τη χρήση (κατοικία, βιοτεχνία-μεταποίηση, και εμπόριο)». 



ο «αυθαίρετος» οικισμός ‘Ιλισός’ στη διασταύρωση των οδών Μιχαλακοπούλου-Παπαδιαμαντοπούλου, μέσα σε ανοιχτό τμήμα της κοίτης του άλλοτε ποταμού Ιλισού.

Και όλα αυτά διατυπώθηκαν με μια αφοπλιστική σεμνότητα και ηρεμία, προσπερνώντας τα εκάστοτε καθιερωμένα αυστηρά όρια των ορισμών για την «αρχιτεκτονική». Απλά ο Φιλιππίδης τόνισε ότι ο όρος αρχιτεκτονική μπορεί και να διερευνηθεί και να αμβλυνθεί, τονίζοντας παράλληλα ότι ο εκάστοτε ορισμός διατυπώνεται ανάλογα με την χρήση για την οποία προορίζεται. Γιατί η παρατήρηση αυτών των παράδοξων επιλογών μπορεί να αντλήσει συμπεράσματα και παράλληλα να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση και πραγματοποίηση της συμβατικής αρχιτεκτονικής.



Ο Δημήτρης Φατούρος σε πρόσφατη συζήτησή μας, θεωρεί ότι ο Φιλιππίδης επί χρόνια επιδιώκει να «απομαγεύσει» την αρχιτεκτονική από διάφορες ιστορικότητες, καλλιτεχνικότητες κτλ. Θέλει να αποκτήσει συγκεκριμένα, επί πλέον νοήματα, χωρίς να είναι ένα επιστημονικοειδές κατασκεύασμα, αλλά να καταλαβαίνει κανένας γιατί συμβαίνουν ορισμένα πράγματα. Και κάτι αντίστοιχο δεν συμβαίνει και με το βιβλίο και την έκθεση για τα "αρχέτυπα*";


Μετά την διάλεξη, ακολούθησε μια μεγάλη σε διάρκεια συζήτηση με την συμμετοχή πανεπιστημιακών και άλλων συναδέλφων, σταθερών ακροατών των διαλέξεων της Πέμπτης, όπως οι Μάνος Μπίρης, Γιάννης Κϊζης, Λουδοβίκος Βασενχόφεν, Ανδρέας Γιακουμακάτος, Ανδρέας Λαμπρόπουλος, Άρης Ποζιόπουλος, Έρη Μητσοστεργίου, Νίκος Μαγουλιώτης, Βάσω Μανιδάκη, ο Μανόλης Κορρές βεβαίως και άλλοι. Μία συζήτηση, που κατά την άποψή μου ήταν μια ομοβροντία αντιδράσεων, λιγότερο ή περισσότερο έντονων, αποπνέοντας κατά την άποψή μου έναν συντηρητισμό, μια άλλη εμμονή σε κάποιες ακαδημαϊκές σταθερές και την ακραιφνή έννοια του ορισμού για την αρχιτεκτονική.


Απόψεις που φαίνεται να αγνοούν τις ρήσεις του Πικιώνη που έγραφε: «Έκαναν αρχιτεκτονική με ότι έβρισκαν τριγύρω» και του Άρη Κωνσταντινίδη  που συναντούσε την «αληθινή αρχιτεκτονική» ζωντανή στα χωριά της Μυκόνου, στα ξωκλήσια, στις καλύβες και στα πρόχειρα υπόστεγα στην ελληνική ύπαιθρο, στα Θεόχτιστα.


Οι απόψεις του Φιλιππίδη δεν αποτελούν συνέχεια αυτών των προσεγγίσεων; Τι έγινε ξαφνικά και προσκολληθήκαμε σε μια ακαδημαϊκή και αποστειρωμένη άποψη για το τι είναι και τι δεν είναι αρχιτεκτονική; 



Ομολογώ ότι με προβλημάτισε το ότι, στις εδώ και χρόνια υψηλού επιπέδου διαλέξεις τις Πέμπτης, αυτή την φορά αποκαλύφθηκε ένας επίμονος συντηρητισμός. Είχα την εντύπωση μετά από συχνή παρακολούθηση αυτών των διαλέξεων και ακούγοντας πραγματικά εξαιρετικά ενδιαφέροντα θέματα και υψηλού επιπέδου συζητήσεις, ότι το βράδυ της Πέμπτης 4.5.2017 θα εισέπραττα μια πιο προχωρημένη προσέγγιση από τους γνωστούς, σταθερούς και ενεργά συμμετέχοντες αυτών των διαλέξεων. Αυτή την φορά και ενώ ο Φιλιππίδης τόνιζε ότι ο εκάστοτε ορισμός συγκροτείται ανάλογα από την χρήση που θα έχει και προσπάθησε να ανοίξει τα όρια μιας διάχυτης και επίμονης τοποθέτησης για το περιεχόμενο του όρου "αρχιτεκτονική", μια σειρά ομιλητών τοποθετήθηκαν με αυστηρότητα και επιμονή στον ορισμό.



Ενώ περίμενα ότι το πολυπράγμον αυτό ακροατήριο θα έκανε ένα βήμα μπροστά, επάνω σε ένα θέμα που επι δεκαετίες προβάλει ο Φιλιππίδης και όχι μόνο,  αισθάνθηκα αίφνης ότι βρίσκομαι σε ένα ακαδημαϊκο περιβάλλον που για άλλη μια φορά είναι αμετακίνητο ως προς κάποιες «σταθερές αξίες» πάνω στις οποίες θεμελιώνονται θεωρίες και προσωπικότητες. 
Είναι μάλλον μια γνωστή τακτική στο ΕΜΠ που διαρκεί πολλές δεκαετίες... 


Ο Δημήτρης Φιλιππίδης για άλλη μια φορά ήταν απόλυτα σαφής και αποφασιστικός και έκλεισε την τοποθέτησή του λέγοντας: 

«Η δικιά μου η πρόθεση είναι να ταρακουνήσω λίγο τα νερά, για να μπορούσαμε να δούμε λίγο πιο ανοιχτά κάποια πράγματα. 

Δεν περίμενα σήμερα να σηκωθείτε και να με χειροκροτάτε με ενθουσιασμό. Αυτό δεν έγινε ούτε πρόκειται να γίνει και δεν είναι η πρόθεσή μου. Πίσω όμως από όλη αυτή την επιχειρηματολογία κρύβεται η λέξη πολιτική. Δεν είναι η οικονομία. Η πολιτική είναι το βασικό επιχείρημα όλων αυτών που σας είπα σήμερα γιατί έχει την ικανότητα να μετασχηματίσει την πραγματικότητα με τέτοιους τρόπους ώστε να γίνουν αποδεκτά αυτά που λέω ή αυτά που λέει κάποιος άλλος. Είναι θέμα πολιτικής στάσης. Σε αυτή την πολιτική στάση το τι θέση παίρνει ο καθένας είναι κάτι που το καθορίζει ο ίδιος. Δεν στέκεται μπροστά στον καθρέφτη του και λέει: σήμερα θα είμαι αισιόδοξος… Τέτοιες ταμπέλες δεν υπάρχουν. Ο καθένας είναι ενσωματωμένος μέσα στην θήκη του, μέσα στην κοινωνία, μέσα στην ομάδα η οποία τον τρέφει. Αν κάτι καινούργιο μπορεί να προκύψει αυτό θα γίνει μέσα από πολιτικές επιλογές και όχι μέσα από αισθητικές επιλογές. Τώρα αν δεν θέλετε να ακούσετε κάτι που ξεφεύγει από την αισθητική, γούστο σας και καπέλο σας. Δεν με ενδιαφέρει. Το λέω ανοιχτά. Έχω διαφορετική άποψη!» 


Το φωτογραφικό υλικό, που ευγενικά μου παραχώρησε ο Δημήτρης Φιλιππίδης, προέρχεται από την παράλληλα με την διάλεξη προβολή.


Monday, May 8, 2017



ΜΑΡΩ ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΗ ΑΔΑΜΗ: «ΓΕΡΝΩΝΤΑΣ…»

ένα κείμενο για τους πάνω από 70 ή για αυτούς που θέλουν να καταλάβουν τους πάνω από 70

Μάρω Καρδαμίτση Αδάμη

Ένα μελαγχολικό και ευαίσθητο κείμενο έλαβα πριν από το Πάσχα από την Μάρω Καρδαμίτση Αδάμη με θέμα την τρίτη ηλικία. Απέφυγα να το αναρτήσω τις μελαγχολικές ημέρες του Πάσχα και το άφησα για αργότερα για να το διαβάσουμε πιο ψύχραιμα, σκεπτόμενος μάλιστα ότι αφορά τελικά, όχι μόνο εμένα, αλλά και πολλούς άλλους ακόμη, που ίσως δεν θέλουν ακόμη να το συνειδητοποιήσουν. 
H Αδάμη σε συνέχεια από κάποιες σκέψεις, σχετικά με την κριτική της αρχιτεκτονικής, που ήδη έχουν δημοσιευτεί σε αυτόν τον ιστότοπο (εδώ),  θέλησε να ξανανοίξει την συζήτηση μέσα από μια άλλη σκοπιά με αφορμή κάποιες σκέψεις του Νορμπέρτο Μπόμπιο, καθηγητή της πολιτικής φιλοσοφίας, από το βιβλίο του «Γερνώντας και άλλα αυτοβιογραφικά κείμενα» και παράλληλα να καταθέσει προσωπικές ομολογίες. 

Θα είχε ενδιαφέρον να διαβάσετε αυτό το κείμενο της Μάρως Αδάμη, ακούγοντας παράλληλα το σπάνιο μουσικό κομμάτι του Μάνου Χατζιδάκι, «το Βάλς των Χαμένων Ονείρων» σε εκτέλεση των Μίλτου Λογιάδη στο πιάνο και του Χρήστου Ζερμπίνου στο ακορντεόν.(κάντε ΚΛΙΚ στο βελάκι και ακούστε σε χαμηλή ένταση)

Μάνου Χατζιδάκι, «το Βάλς των Χαμένων Ονείρων»


Πριν λίγο μονό καιρό,
ένα μικρό αγαπημένο βιβλιοπωλείο «οι Πλειάδες» άνοιξε κάτω από το σπίτι μου. Πνευματική ανάταση, χώρος περισυλλογής και ανάγνωσης και… άδειασμα πορτοφολιού.
Εκεί λοιπόν είδα πριν καμιά δεκαριά μέρες ένα μικρό βιβλίο των εκδόσεων Πόλις με τίτλο «Γερνώντας και άλλα αυτοβιογραφικά κείμενα».


Επειδή το Δεκέμβριο του 2015 είχα δημοσιεύσει και εγώ ένα κείμενο στην Ηλιαία με τίτλο «Τα γηρατειά» όπου εκτός των άλλων αναφερόμουνα σε τέσσερα σχετικά βιβλία, «Τα Γηρατειά» της Σιμόν ντε Μποβουάρ, «Τ΄ αόρατα Γηρατειά» του Valentino Bompiani, «Το ταξείδι με τον Επίκουρο» του Daniel Klein και «Τα ρόδα της μοναξιάς» της Jacqueline di Romilly, το βιβλίο «Γέρνοντάς» των εκδόσεων Πόλις μου κίνησε, αμέσως το ενδιαφέρον. Συγγραφεύς του ο Νομπέρτο Μπόμπιο, Καθηγητής της πολιτικής φιλοσοφίας και ισόβιος Γερουσιαστής της Ιταλικής Δημοκρατίας στο χώρο της Αριστεράς.

ο Νορμπέρτο Μπόμπιο

Ομολογώ και λυπάμαι για το ότι δεν το ήξερα, το βιβλίο του και κυρίως το πρώτο μέρος ήταν για μένα μια μικρή αποκάλυψη. Όταν το έγραψε ο Νορμπέρτο Μπόμπιο ήταν περίπου στην ηλικία μου. Ίσως γι΄ αυτό μπορώ να ταυτιστώ εύκολα μαζί του. Έχοντας γράψει σ΄ αυτήν την ίδια ιστοσελίδα κάποιες σκέψεις σχετικά με την κριτική της αρχιτεκτονικής ή την «Αρχιτεκτονική κριτική και άλλων τινών» που όπως έμαθα το επισκέφθηκαν πολλοί και ξανάνοιξε τη συζήτηση πάνω στο θέμα (δεν κόμισα δα γλαύκα εις Αθήνας, μια υπενθύμιση έκανα, μια σπρωξιά έδωσα) θα ήθελα σήμερα να μεταφέρω εδώ κάποιες σκέψεις του Μπόμπιο που θα μπορούσαν κάλλιστα να βοηθήσουν και να προχωρήσουν και τη δική μας συζήτηση.

Μικρά αποσπάσματα λοιπόν που απευθύνονται κυρίως στους πάνω από 70 ή σε αυτούς που θέλουν να καταλάβουν τους πάνω από 70. Και θέτω το όριο των 70 διότι «θεωρώ πως από τότε αρχίζει η τρίτη και τελευταία φάση της ζωής μας, η φάση του στοχασμού».

Τα κείμενα που αναδημοσιεύουμε, δικά μας ή ξένα, με κάποιες βελτιώσεις στη μορφή, με την απάλειψη περιστασιακών λέξεων και την αφαίρεση επαναλήψεων είναι ταυτόχρονα διαχρονικά και παρωχημένα. Οι περιπτώσεις για τις οποίες γράφτηκαν οι χρονολογίες, οι συνθήκες που τα προκάλεσαν αν και μοιάζουν εντούτοις είναι εντελώς διαφορετικές με τις σύγχρονες. Κι εγώ η ίδια συνειδητοποιώ ότι πολλά από αυτά που γράφω τα τελευταία χρόνια αν και είναι παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα αφορούν άλλη πραγματικότητα. Παρ΄ όλο ότι το κατώφλι των γηρατειών μέσα στα τελευταία χρόνια έχει μετακινηθεί περίπου μια εικοσαετία «το πέρασμα από τη μία γενιά στην άλλη απαιτεί μια βαθύτερη ενσυνείδηση απλά και μόνο για να την αντιληφθείς αλλά και να γίνεις αντιληπτός». Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν στην τρέχουσα γλώσσα εκφράσεις στις οποίες οι έννοιες των όρων της δυάδας έχει ανατραπεί ως αξία όπου το γερός ή έστω το ηλικιωμένος είναι δείγμα σεβασμού, αλλά κάτι τέτοιο είναι σπάνιο».

Τα φυσικά γηρατειά είναι αδυναμία εξηγεί ο Χέγκελ, τα πνευματικά γηρατειά αντίθετα είναι η τέλεια ωριμότητά τους. Μακάρι να ήταν έτσι…

Οπωσδήποτε αυτό δεν με κάνει πάντα ικανή να κρίνω τη νέα γενιά, ούτε στα γραπτά της, ούτε στη δημιουργία τους. Για να τα κρίνω πρέπει να βρω την αιτία τους. Δεν είμαι σοφή. «Τα όρια μου τα γνωρίζω (νομίζω) καλά αλλά δεν τ΄ αποδέχομαι ή τουλάχιστον δεν τ΄ αποδέχομαι πάντα. Τα αναγνωρίζω γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

Ο κόσμος του μέλλοντος είναι ανοιχτός στη φαντασία και δεν μου ανήκει πια. Μοιάζει λίγο με τα κόμικς που βλέπουν τα εγγόνια μου. Πόλεις που αιωρούνται, κτίρια με οξείες γωνίες, σπίτια που θυμίζουν φωλιές τερμιτών. Είναι αυτό πρόοδος; Ίσως ναι. Εγώ ανήκω στον κόσμο του παρελθόντος, εκείνον που μέσα από τη θύμηση με βοηθάει να καταφεύγω στον εαυτό μου. Άντε ν΄ αγγίζω τον κόσμο του παρόντος.

Αφιέρωσα μεγάλο μέρος της ζωής μου στο διάβασμα και στη μελέτη απείρων βιβλίων και στοιχείων. Σχεδίασα άφθονα σκίτσα που τα έσκισα αργότερα γιατί δεν με ικανοποιούσαν. Προσπάθησα να μην χάνω το χρόνο μου. Τι άχρηστη μανία. «Τώρα γνωρίζω πως έφτασα μόνο στις ρίζες του δέντρου της γνώσης».

Τώρα θέλω να κάτσω να κουβεντιάσω, να αρχίσω πάλι να μαθαίνω, αυτή τη φορά από τους πιο νέους. Όχι γιατί είναι καλύτεροι, δεν τους κολακεύω, μπορεί να είναι και χειρότεροι, αν και δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να συγκρίνω τις προηγούμενες γενιές με την καινούργια.

«Τις πιο σταθερές ικανοποιήσεις της ζωής μου δεν τις άντλησα από τους καρπούς της εργασίας και της σκέψης μου, παρ΄ όλο ότι δεν μου έλειψαν κάποιες δημόσιες διακρίσεις. Όλα αυτά μου ήταν ευχάριστα, αλλά δεν τα επιζήτησα και δεν κράταγαν για πολύ.

«Τις ικανοποιήσεις τις άντλησα από τις σχέσεις μου με τους δασκάλους που με μόρφωσαν, από τους μαθητές μου που με μύησαν στο νέο στα πρόσωπα που μ΄ αγάπησαν και αγάπησα από την οικογένειά μου, από αυτούς που με στήριξαν και με στηρίζουν ακόμη.

Όλα τα παραπάνω δεν είναι παρά ένα πάτσγουορκ, μια συρραφή από φράσεις του Μπόμπιο και δικές μου (θα έπρεπε ίσως να έχω πάρει την άδεια του, αλλά δεν έχει και τόση σημασία). Οι λόγοι που το έκανα είναι πρώτα απ' όλα γιατί το ήθελα, γιατί ένιωθα την ανάγκη να σας προτρέψω να διαβάσετε και εσείς (οι συνομήλικοι μου τουλάχιστον) το «Γερνώντας» και τέλος γιατί με βάση αυτές τις σκέψεις είναι ίσως πιο εύκολο να προχωρήσουμε σε μια κριτική που να μην είναι εντελώς όμοια με τις παλαιότερες. Να μην είναι ούτε επιθετική, ούτε απορριπτική, από αυτές που παραλύουν και απογοητεύουν, ούτε διθυραμβική και ιδιαιτέρως επαινετική και εγκωμιαστική, ούτε κολακευτική και φιλόφρονη. Μια κριτική τίμια, ντόμπρα που να έχει σαν στόχο την αρχιτεκτονική και μόνο και όχι τον αρχιτέκτονα.

Ο αρχιτέκτονας μπορεί να είναι ταπεινός, σεμνός, δειλός, αλαζόνας, υπεροπτικός υπερβολικά σίγουρος. Το ζήτημα είναι αν είναι και ταλαντούχος. Αν φέρνει κάτι νέο, κάτι φρέσκο.

Πέρα λοιπόν από το αν μας είναι συμπαθής ή αντιπαθής, αν τον θαυμάζουμε ή μας δίνει στα νεύρα, το θέμα είναι το ίδιο το αρχιτεκτόνημα. Ορισμένες φορές μέσα από αυτό διακρίνουμε και τον αρχιτέκτονα. Τον διακρίνουμε όμως κι αν δεν τον γνωρίζουμε. Πιστεύω ναι αλλά όχι πάντα.

Αλλά… είπαμε πολλά και σώνει, ας λαλήσει και άλλο αηδόνι. Ο διάλογος είναι αυτός που προχωρεί τη σκέψη και όχι ο μονόλογος. Δύο μονόλογοι δεν κάνουν έναν διάλογο.

Πρόλαβα και έκανα το πρώτο μονόλογο. 
Ο επόμενος παρακαλείται να προχωρήσει στο διάλογο.

Μάρω Καρδαμίτση Αδάμη



Και μην ξεχνάτε την DOCUMENTA 14. Διαθέστε χρόνο και περιπλανηθείτε στις εκθέσεις. μιας πρωτοφανούς για τα ελληνικά δεδομένα εικαστικής οργάνωσης. Αξίζει τον κόπο!


Friday, April 28, 2017



ARISTIDE ANTONAS 
"ARCHIPELAGO OF PROTOCOLS"

ένα corpus 
 αναζητήσεων  για την Αθήνα


Αριστείδης Αντονάς

Παρακολουθώ επί χρόνια τις τολμηρές και εικαστικά ελκυστικές προσεγγίσεις του Αριστείδη Αντονά μέσα από αποσπασματικές δημοσιεύσεις, βραβεία σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς, εκδόσεις, θεατρικές παραστάσεις και εκθέσεις, που κατά καιρούς ήδη έχω δημοσιεύσει. Ο Αντονάς άλλοτε με αιφνιδιάζει, άλλοτε με γοητεύει και άλλοτε παραμένω αμήχανος μπροστά στις ρηξικέλευθες επιλογές του.


Αυτή την φορά μίλησα πρόσφατα μαζί του σχετικά με την νέα έκδοση με τίτλο «Archipelago of Protocols», που πραγματοποιήθηκε στην Βαρκελώνη και προλογίζει η συγγραφέας και καθηγήτρια στο Yale Keller Eastering.
Σύντομα το βιβλίο αυτό ήρθε στα χέρια μου μέσω του Δημήτρη Φιλιππίδη, αφού προηγουμένως ο Φιλιππίδης είχε δημοσιεύσει σχετική κριτική στην Εφημερίδα των Συντακτών (8-9 Απριλίου 2017).

Πρόκειται για μία σύνοψη πέντε σχεδιαστικών προτάσεων για συγκεκριμένα σημεία της Αθήνας, που διέπονται από αντίστοιχα "πρωτόκολλα", όπως τα ονομάζει ο Αντονάς. 
Η σύνοψη αυτή αποκτά ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον σε σχέση με την κατά καιρούς αποσπασματική διατύπωση αυτών των προτάσεων στο παρελθόν. Πρόκειται για ένα ελκυστικό corpus, με συνδυασμούς από αντισυμβατικά ασπρόμαυρα φωτορεαλιστικά και προοπτικά σχέδια υψηλής αισθητικής με μια σαφή και συγκροτημένη άποψη και μια εξαιρετικής ποιότητας ιδιότυπη ταυτότητα. 

Στην συνέχεια παραθέτω το κείμενο του Δημήτρη Φιλιππίδη, όπως ακριβώς δημοσιεύτηκε με δική μου πρόσθετη εικονογράφηση, με τίτλο: 


Πώς διαχειριζόμαστε την έρημο…
του Δημήτρη Φιλιππίδη

Κριτική στην Εφημερίδα των Συντακτών
(8-9 Απριλίου 2017)
για το βιβλίο του Αριστείδη Αντονά με τίτλο 
«Archipelago of Protocols»

Δημήτρης Φιλιππίδης
Από το Weak Monumental Square, p.79

Ο Αριστείδης Αντονάς είναι γνωστός για τα ρηξικέλευθα λογοτεχνικά και θεατρικά έργα του και για τις ιδιότυπες προτάσεις του σε διαγωνισμούς αστικού σχεδιασμού. Εχοντας ήδη γνωρίσει εντυπωσιακή διάδοση διεθνώς, το τελευταίο βιβλίο του ετοιμάζεται τώρα για δεύτερη έκδοση. Ο ίδιος, με σπουδές Αρχιτεκτονικής και Φιλοσοφίας, μοιρασμένος ανάμεσα στην Ελλάδα και το εξωτερικό, δραστηριοποιείται σε μια σπάνια σύζευξη ρόλων, που φέρνει σε αμηχανία όσους θελήσουν να βρουν ποιος είναι ο επικρατέστερος.

Από το Shared Terraces p. 25

Ο ίδιος αποκλείει τέτοιου είδους κατατάξεις, λέγοντας ότι τα είδη έκφρασης είναι γι’ αυτόν αλληλένδετα και ότι γράφοντας σχεδιάζει και το αντίστροφο. Εκεί διαφέρει ριζικά από τους τυπικούς «οραματιστές» της εποχής μας.

Η δυσκολία κατάταξης του Αντονά οφείλεται στην ιδιαιτερότητα της πορείας που έχει χαράξει με θαυμαστή συνέπεια, έστω με ενδιάμεσους δισταγμούς και επιφυλάξεις, όπως ο ίδιος παραδέχεται. Η στάση του θέτει ερωτήματα σχετικά με τις προθέσεις του και τις μεθόδους που χρησιμοποιεί, με τη συνειδητή επιλογή εκ μέρους του σχεδιαστικών προτάσεων με ιδιαίτερη οπτική, και με τους λόγους που έχει επιλέξει την Αθήνα ως «πειραματόζωο». Σχετικά με το τελευταίο ζήτημα, ο Αντονάς θεωρεί ότι η Αθήνα της Κρίσης διαθέτει παραδειγματική αξία επειδή δείχνει τι θα συμβεί σε μια εφησυχασμένη Ευρώπη στο άμεσο μέλλον.

Από το  Shared Terraces p. 26-27

Στο βιβλίο του τώρα περιλαμβάνονται πέντε (σχεδιαστικές) προτάσεις για συγκεκριμένα σημεία αστικής κλίμακας της Αθήνας και, επιπλέον, μια έκτη που τις συνοψίζει στο τέλος. Τα παραδείγματα αυτά διέπονται προσχηματικά από μια αυστηρή διαδικασία κανόνων λειτουργίας νομικίστικης μορφής που ονομάζονται «πρωτόκολλα», όρος με τεράστια διάδοση στις μέρες μας. Πρόκειται για όρους παιχνιδιού που συνομολογούνται από όσους συμμετέχουν σε κάθε τέτοιο «σενάριο». Με άλλα λόγια, η πρόταση δεν συνιστά επέμβαση στον αστικό χώρο, όπως συνηθίζεται από πολεοδόμους-αρχιτέκτονες.


Από το "The Trench and the Arcade" p. 133

Από το Shared Terraces p. 30-31

Ο χώρος επίτηδες αφήνεται στην κατάσταση που βρίσκεται, οπότε η πρόταση συνιστά την καταρχήν οργανωτική επέμβαση στην κοινωνική ομάδα που επιλέγει να τον κατοικήσει, προσφέροντας την ελάχιστη δυνατή υλική υποδομή που θα επιτρέψει κάτι τέτοιο. Οπότε κάθε μέλος της ομάδας δεσμεύεται να συμπεριφερθεί ως μέρος συνόλου που διέπεται από συνθήκες ισορροπίας μεταξύ ελευθερίας και δέσμευσης.


Από το Open Air Ofifice
Ετσι στήνεται ένας έλλογος, ιδανικός κοινωνικός πυρήνας σε μικρογραφία, ικανός να διαχειριστεί τον συγκεκριμένο δημόσιο χώρο με συνέπεια και αποτελεσματικότητα.

Κάθε μία από τις προτάσεις συνοδεύεται από ελάχιστο εισαγωγικό κείμενο, ενώ η υπόλοιπη παρουσίασή της γίνεται με πολλές, εξαιρετικής ποιότητας και ευαισθησίας εικαστικές παραστάσεις. Αν και χρησιμοποιεί τα διαθέσιμα εργαλεία σχεδιασμού για να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη του, ο Αντονάς δεν ακολουθεί συμβατικούς τρόπους παρουσίασης.

Από το  Bloom' s Room, p. 218-19

Καθώς το βιβλίο του μάλλον κρύβει παρά φανερώνει τις προθέσεις του, ψήγματα μιας εξήγησης υπάρχουν στη συζήτησή του με τον A. Rumpfhuber (ένα από τα έξι ένθετα κείμενα του βιβλίου) και κυρίως σε παλιότερη διαθέσιμη στο διαδίκτυο συνέντευξή του (2015).

Στην τελευταία δήλωνε ότι απεχθάνεται τα πολύχρωμα φωτορεαλιστικά προοπτικά σχέδια που εξαπατούν. Ομολογούσε ότι δυσκολεύεται να χειριστεί σωστά το χρώμα και προτιμούσε την αφαίρεση που προσφέρει η ασπρόμαυρη εικόνα, με κολάζ που αποπνέουν μια εντελώς διαφορετική ατμόσφαιρα, χαρακτηριστική μιας μελαγχολικής στέρησης και απουσίας.Οι παραστάσεις του Αντονά είναι κάτι ανάλογο με τις βυζαντινές εικόνες.
Από το Transformable Vertical Village p.102

Επίσης, υποστήριζε ότι η δουλειά του ξεκινά από αυτό ακριβώς το σημείο: να φανταστεί τι μπορεί να γίνει κάπου, μέσα σε αυτό τον υπαρκτό ερειπιώνα που λέγεται Αθήνα, χωρίς να διαθέτει τα απαραίτητα μέσα. Ακριβώς επειδή στρέφει το ενδιαφέρον του στην κοινοκτημοσύνη των δημόσιων χώρων της πόλης, βρίσκεται κοντά στις σύγχρονες αναζητήσεις για μηδενικό οριακό κόστος, με βάση το «Διαδίκτυο των πραγμάτων», όπως το αναλύει ο Τζέρεμι Ρίφκιν, που ρητά αναφέρεται σε θεσμοθετημένα πρωτόκολλα αυτοδιαχείρισης (και) του χώρου.

Ο Αντονάς δεν είναι όμως οικονομολόγος και οι οραματισμοί του δεν επεξεργάζονται λύσεις για το ξεπέρασμα της κρίσης. Ελεγε το 2015 πως ενδιαφέρεται για ερωτήματα και όχι για τις απαντήσεις.
Από το "The Trench and the Arcade"

Δήλωνε αδυναμία να ακολουθήσει κάποιου είδους πολιτικό ακτιβισμό και αρνιόταν τις βεβαιότητες μιας παρεμβατικής στρατηγικής στον αστικό χώρο, με τους τρόπους που αυτή εφαρμόζεται σήμερα. Σεβόταν εκείνο που υπάρχει γιατί του τροφοδοτούσε τη σκέψη μέσα από μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία αλληλεπίδρασης που θυμίζει θεατρική παράσταση.

Όπως δείχνει η τελευταία από τις έξι αποκαλυπτική πρότασή του, η «παράσταση» που στήνεται είναι μια βίαιη σκηνή ανατροπής, ένα προγραμματισμένο happening κοινωνικού πειραματισμού, αβέβαιης όμως κατάληξης. Ο Αντονάς παίζει ένα σαγηνευτικά επικίνδυνο παιχνίδι και το ξέρει. Τον ελκύει όμως η απροσδιοριστία του. Οπως άλλωστε αποδέχεται κι ο ίδιος, τα «πρωτόκολλα» δεν αποτελούν εγγύηση, μπορεί κάλλιστα να οδηγήσουν σε δεσμωτήρια χειρότερα από τα σημερινά.



Μια τολμηρή και πρωτότυπη επέμβαση στην όψη υφιαστάμενου κτιρίου του ΟΤΕ ολοκληρώνεται στην οδό Πειραιώς με μελετητές τον Αριστείδη Αντονά και το ζεύγος Δημήτρης και Σουζάνα Αντωνακάκη. Ελπίζω σύντομα να έχω την χαρά να παρουσιάσω την ολοκληρωμένη επέμβαση.