Monday, May 8, 2017



ΜΑΡΩ ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΗ ΑΔΑΜΗ: «ΓΕΡΝΩΝΤΑΣ…»

ένα κείμενο για τους πάνω από 70 ή για αυτούς που θέλουν να καταλάβουν τους πάνω από 70

Μάρω Καρδαμίτση Αδάμη

Ένα μελαγχολικό και ευαίσθητο κείμενο έλαβα πριν από το Πάσχα από την Μάρω Καρδαμίτση Αδάμη με θέμα την τρίτη ηλικία. Απέφυγα να το αναρτήσω τις μελαγχολικές ημέρες του Πάσχα και το άφησα για αργότερα για να το διαβάσουμε πιο ψύχραιμα, σκεπτόμενος μάλιστα ότι αφορά τελικά, όχι μόνο εμένα, αλλά και πολλούς άλλους ακόμη, που ίσως δεν θέλουν ακόμη να το συνειδητοποιήσουν. 
H Αδάμη σε συνέχεια από κάποιες σκέψεις, σχετικά με την κριτική της αρχιτεκτονικής, που ήδη έχουν δημοσιευτεί σε αυτόν τον ιστότοπο (εδώ),  θέλησε να ξανανοίξει την συζήτηση μέσα από μια άλλη σκοπιά με αφορμή κάποιες σκέψεις του Νορμπέρτο Μπόμπιο, καθηγητή της πολιτικής φιλοσοφίας, από το βιβλίο του «Γερνώντας και άλλα αυτοβιογραφικά κείμενα» και παράλληλα να καταθέσει προσωπικές ομολογίες. 

Θα είχε ενδιαφέρον να διαβάσετε αυτό το κείμενο της Μάρως Αδάμη, ακούγοντας παράλληλα το σπάνιο μουσικό κομμάτι του Μάνου Χατζιδάκι, «το Βάλς των Χαμένων Ονείρων» σε εκτέλεση των Μίλτου Λογιάδη στο πιάνο και του Χρήστου Ζερμπίνου στο ακορντεόν.(κάντε ΚΛΙΚ στο βελάκι και ακούστε σε χαμηλή ένταση)

Μάνου Χατζιδάκι, «το Βάλς των Χαμένων Ονείρων»


Πριν λίγο μονό καιρό,
ένα μικρό αγαπημένο βιβλιοπωλείο «οι Πλειάδες» άνοιξε κάτω από το σπίτι μου. Πνευματική ανάταση, χώρος περισυλλογής και ανάγνωσης και… άδειασμα πορτοφολιού.
Εκεί λοιπόν είδα πριν καμιά δεκαριά μέρες ένα μικρό βιβλίο των εκδόσεων Πόλις με τίτλο «Γερνώντας και άλλα αυτοβιογραφικά κείμενα».


Επειδή το Δεκέμβριο του 2015 είχα δημοσιεύσει και εγώ ένα κείμενο στην Ηλιαία με τίτλο «Τα γηρατειά» όπου εκτός των άλλων αναφερόμουνα σε τέσσερα σχετικά βιβλία, «Τα Γηρατειά» της Σιμόν ντε Μποβουάρ, «Τ΄ αόρατα Γηρατειά» του Valentino Bompiani, «Το ταξείδι με τον Επίκουρο» του Daniel Klein και «Τα ρόδα της μοναξιάς» της Jacqueline di Romilly, το βιβλίο «Γέρνοντάς» των εκδόσεων Πόλις μου κίνησε, αμέσως το ενδιαφέρον. Συγγραφεύς του ο Νομπέρτο Μπόμπιο, Καθηγητής της πολιτικής φιλοσοφίας και ισόβιος Γερουσιαστής της Ιταλικής Δημοκρατίας στο χώρο της Αριστεράς.

ο Νορμπέρτο Μπόμπιο

Ομολογώ και λυπάμαι για το ότι δεν το ήξερα, το βιβλίο του και κυρίως το πρώτο μέρος ήταν για μένα μια μικρή αποκάλυψη. Όταν το έγραψε ο Νορμπέρτο Μπόμπιο ήταν περίπου στην ηλικία μου. Ίσως γι΄ αυτό μπορώ να ταυτιστώ εύκολα μαζί του. Έχοντας γράψει σ΄ αυτήν την ίδια ιστοσελίδα κάποιες σκέψεις σχετικά με την κριτική της αρχιτεκτονικής ή την «Αρχιτεκτονική κριτική και άλλων τινών» που όπως έμαθα το επισκέφθηκαν πολλοί και ξανάνοιξε τη συζήτηση πάνω στο θέμα (δεν κόμισα δα γλαύκα εις Αθήνας, μια υπενθύμιση έκανα, μια σπρωξιά έδωσα) θα ήθελα σήμερα να μεταφέρω εδώ κάποιες σκέψεις του Μπόμπιο που θα μπορούσαν κάλλιστα να βοηθήσουν και να προχωρήσουν και τη δική μας συζήτηση.

Μικρά αποσπάσματα λοιπόν που απευθύνονται κυρίως στους πάνω από 70 ή σε αυτούς που θέλουν να καταλάβουν τους πάνω από 70. Και θέτω το όριο των 70 διότι «θεωρώ πως από τότε αρχίζει η τρίτη και τελευταία φάση της ζωής μας, η φάση του στοχασμού».

Τα κείμενα που αναδημοσιεύουμε, δικά μας ή ξένα, με κάποιες βελτιώσεις στη μορφή, με την απάλειψη περιστασιακών λέξεων και την αφαίρεση επαναλήψεων είναι ταυτόχρονα διαχρονικά και παρωχημένα. Οι περιπτώσεις για τις οποίες γράφτηκαν οι χρονολογίες, οι συνθήκες που τα προκάλεσαν αν και μοιάζουν εντούτοις είναι εντελώς διαφορετικές με τις σύγχρονες. Κι εγώ η ίδια συνειδητοποιώ ότι πολλά από αυτά που γράφω τα τελευταία χρόνια αν και είναι παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα αφορούν άλλη πραγματικότητα. Παρ΄ όλο ότι το κατώφλι των γηρατειών μέσα στα τελευταία χρόνια έχει μετακινηθεί περίπου μια εικοσαετία «το πέρασμα από τη μία γενιά στην άλλη απαιτεί μια βαθύτερη ενσυνείδηση απλά και μόνο για να την αντιληφθείς αλλά και να γίνεις αντιληπτός». Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν στην τρέχουσα γλώσσα εκφράσεις στις οποίες οι έννοιες των όρων της δυάδας έχει ανατραπεί ως αξία όπου το γερός ή έστω το ηλικιωμένος είναι δείγμα σεβασμού, αλλά κάτι τέτοιο είναι σπάνιο».

Τα φυσικά γηρατειά είναι αδυναμία εξηγεί ο Χέγκελ, τα πνευματικά γηρατειά αντίθετα είναι η τέλεια ωριμότητά τους. Μακάρι να ήταν έτσι…

Οπωσδήποτε αυτό δεν με κάνει πάντα ικανή να κρίνω τη νέα γενιά, ούτε στα γραπτά της, ούτε στη δημιουργία τους. Για να τα κρίνω πρέπει να βρω την αιτία τους. Δεν είμαι σοφή. «Τα όρια μου τα γνωρίζω (νομίζω) καλά αλλά δεν τ΄ αποδέχομαι ή τουλάχιστον δεν τ΄ αποδέχομαι πάντα. Τα αναγνωρίζω γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

Ο κόσμος του μέλλοντος είναι ανοιχτός στη φαντασία και δεν μου ανήκει πια. Μοιάζει λίγο με τα κόμικς που βλέπουν τα εγγόνια μου. Πόλεις που αιωρούνται, κτίρια με οξείες γωνίες, σπίτια που θυμίζουν φωλιές τερμιτών. Είναι αυτό πρόοδος; Ίσως ναι. Εγώ ανήκω στον κόσμο του παρελθόντος, εκείνον που μέσα από τη θύμηση με βοηθάει να καταφεύγω στον εαυτό μου. Άντε ν΄ αγγίζω τον κόσμο του παρόντος.

Αφιέρωσα μεγάλο μέρος της ζωής μου στο διάβασμα και στη μελέτη απείρων βιβλίων και στοιχείων. Σχεδίασα άφθονα σκίτσα που τα έσκισα αργότερα γιατί δεν με ικανοποιούσαν. Προσπάθησα να μην χάνω το χρόνο μου. Τι άχρηστη μανία. «Τώρα γνωρίζω πως έφτασα μόνο στις ρίζες του δέντρου της γνώσης».

Τώρα θέλω να κάτσω να κουβεντιάσω, να αρχίσω πάλι να μαθαίνω, αυτή τη φορά από τους πιο νέους. Όχι γιατί είναι καλύτεροι, δεν τους κολακεύω, μπορεί να είναι και χειρότεροι, αν και δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να συγκρίνω τις προηγούμενες γενιές με την καινούργια.

«Τις πιο σταθερές ικανοποιήσεις της ζωής μου δεν τις άντλησα από τους καρπούς της εργασίας και της σκέψης μου, παρ΄ όλο ότι δεν μου έλειψαν κάποιες δημόσιες διακρίσεις. Όλα αυτά μου ήταν ευχάριστα, αλλά δεν τα επιζήτησα και δεν κράταγαν για πολύ.

«Τις ικανοποιήσεις τις άντλησα από τις σχέσεις μου με τους δασκάλους που με μόρφωσαν, από τους μαθητές μου που με μύησαν στο νέο στα πρόσωπα που μ΄ αγάπησαν και αγάπησα από την οικογένειά μου, από αυτούς που με στήριξαν και με στηρίζουν ακόμη.

Όλα τα παραπάνω δεν είναι παρά ένα πάτσγουορκ, μια συρραφή από φράσεις του Μπόμπιο και δικές μου (θα έπρεπε ίσως να έχω πάρει την άδεια του, αλλά δεν έχει και τόση σημασία). Οι λόγοι που το έκανα είναι πρώτα απ' όλα γιατί το ήθελα, γιατί ένιωθα την ανάγκη να σας προτρέψω να διαβάσετε και εσείς (οι συνομήλικοι μου τουλάχιστον) το «Γερνώντας» και τέλος γιατί με βάση αυτές τις σκέψεις είναι ίσως πιο εύκολο να προχωρήσουμε σε μια κριτική που να μην είναι εντελώς όμοια με τις παλαιότερες. Να μην είναι ούτε επιθετική, ούτε απορριπτική, από αυτές που παραλύουν και απογοητεύουν, ούτε διθυραμβική και ιδιαιτέρως επαινετική και εγκωμιαστική, ούτε κολακευτική και φιλόφρονη. Μια κριτική τίμια, ντόμπρα που να έχει σαν στόχο την αρχιτεκτονική και μόνο και όχι τον αρχιτέκτονα.

Ο αρχιτέκτονας μπορεί να είναι ταπεινός, σεμνός, δειλός, αλαζόνας, υπεροπτικός υπερβολικά σίγουρος. Το ζήτημα είναι αν είναι και ταλαντούχος. Αν φέρνει κάτι νέο, κάτι φρέσκο.

Πέρα λοιπόν από το αν μας είναι συμπαθής ή αντιπαθής, αν τον θαυμάζουμε ή μας δίνει στα νεύρα, το θέμα είναι το ίδιο το αρχιτεκτόνημα. Ορισμένες φορές μέσα από αυτό διακρίνουμε και τον αρχιτέκτονα. Τον διακρίνουμε όμως κι αν δεν τον γνωρίζουμε. Πιστεύω ναι αλλά όχι πάντα.

Αλλά… είπαμε πολλά και σώνει, ας λαλήσει και άλλο αηδόνι. Ο διάλογος είναι αυτός που προχωρεί τη σκέψη και όχι ο μονόλογος. Δύο μονόλογοι δεν κάνουν έναν διάλογο.

Πρόλαβα και έκανα το πρώτο μονόλογο. 
Ο επόμενος παρακαλείται να προχωρήσει στο διάλογο.

Μάρω Καρδαμίτση Αδάμη



Και μην ξεχνάτε την DOCUMENTA 14. Διαθέστε χρόνο και περιπλανηθείτε στις εκθέσεις. μιας πρωτοφανούς για τα ελληνικά δεδομένα εικαστικής οργάνωσης. Αξίζει τον κόπο!


No comments :

Post a Comment