Monday, November 16, 2020



Η ΠΑΡΕΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΑ ΤΟΝ ΜΙΜΗ ΦΑΤΟΥΡΟ 

 
Δημήτρης Φατούρος, 12 V 2018 

Δεν θυμάμαι ποτέ στο παρελθόν να έχουν δημοσιευτεί, για την όποια άλλη σημαντική προσωπικότητα στην Ελλάδα, τόσα πολλά, συγκινητικά θα έλεγα, κείμενα στα έντυπα και τα ηλεκτρονικά μέσα, όσα γράφονται όλες αυτές τις ημέρες μετά τον θάνατο του Δημήτρη Φατούρου και εκτιμώ ότι θα συνεχίζουν να γράφονται και να συζητούνται για καιρό. 

Ο Μίμης έγραψα ότι «εκοιμήθη». Δεν έφυγε και θα είναι για πάντα παρών με αυτό το ευγενικό χαμόγελο, το χαμηλό βλέμμα, την σοφία του και την ευαισθησία του συνεχίζοντας να μας τροφοδοτεί με σκέψεις, προβληματισμούς και γνώση, με το αρχιτεκτονικό, συγγραφικό, ποιητικό, εικαστικό και διδακτικό του έργο. 

Ο Μίμης, ιδιοφυής και επικοινωνιακός, μας τίμησε επί χρόνια, με την παρουσία του και τον λόγο του στις συνάξεις των αρχιτεκτόνων, τις Τετάρτες στην ταβέρνα του Οικονόμου, όταν κατέβαινε στην Αθήνα από την Θεσσαλονίκη και η παρουσία του ήταν πολύτιμη, διατυπώνοντας έναν λόγο, που παρά την νηφαλιότητά του είχε την φρεσκάδα και την δύναμη του νέου ανθρώπου. 

Την προηγούμενη Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2020, την επομένη ημέρα της ταφής του, συναντηθήκαμε και πάλι διαδικτυακά για να τιμήσουμε τον αγαπητό μας Μίμη. Στην παρέα αυτή την φορά συμμετείχαν οι Δημήτρης Αντωνακάκης, Βασίλης Γιαννάκης, Βασίλης-Λίλος Γρηγοριάδης, Δημήτρης Διαμαντόπουλος, Ράνια Κλουτσινιώτη, Μάκης Κωστίκας, Γιώργος Μαδεμοχωρίτης, Μάνος Περράκης, Γιώργος Τριανταφύλλου. 

Στην συνέχεια παραθέτω εικονογραφημένα αποσπάσματα από όσα διατυπώθηκαν από τους συνδαιτημόνες αυτή την τιμητική βραδιά. Προσωπικές καταθέσεις, άγνωστες ίσως λεπτομέρειες, με την αμεσότητα του προφορικού λόγου και με ανέκδοτες εικόνες, που συμπληρώνουν κατά κάποιο τρόπο την συνολική εικόνα της προσωπικότητας του Δ.Φ.  Πρόκειται για μία μακροσκελή ανάρτηση που την καταθέτω για να διαβαστεί στο διηνεκές… 


Η ΤΗΛΕΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ 

ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ 11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2020 

Γενική άποψη της τηλεσύναξης 

Γιώργος Τριανταφύλλου: 

Θα ήθελα να σας παρακαλέσω απόψε, να επικεντρωθούμε στις μνήμες μας και στις αναφορές μας στο Μίμη Φατούρο, που βλέπουμε και στις οθόνες μας, μετά την χθεσινή τελετή της ταφής του όπου δέκα στενοί του φίλοι, τον υποδεχθήκαμε στο πρώτο Νεκροταφείο από την Θεσσαλονίκη, όπου έγινε χθες η εξόδιος ακολουθία, και τον αποχαιρετήσαμε έτσι ταπεινά και σιωπηλά σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες της αφόρητης μοναξιάς. Ο καθένας από μας μπορεί να μιλήσει για τον Μίμη σε σχέση με τις δικές του μνήμες, με τις δικές του εμπειρίες και να διατυπώσει την δική του κριτική και τα δικά του σχόλια. 

Βασίλης - Λίλος Γρηγοριάδης: 

Με τον Μίμη ή καλύτερα με τον Μιμάκη, είμασταν από το 1951 αυτός στο 5ο και εγώ στο 1ο έτος της Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΕΜΠ και βέβαια από τότε θέλω να θυμίσω σε κάποιους ότι ο θαυμασμός των μικρών ήταν απέραντος μπροστά στους πεμπτοετείς. Όταν δε οι πεμπτοετείς ετοιμάζανε τα οκτάωρα, εμείς τρέχαμε να σχεδιάσουμε για να μπορέσουν να τελειώσουν. Αυτή είναι μία εμπειρία που αποκτήσαμε αμέσως μόλις πατήσαμε το πόδι μας στο Μετσόβιο και μια διαδικασία που για χρόνια αρκετά μετά διατηρήθηκε και πραγματικά έδινε μια άλλη διάσταση σε όλη την εσωτερική σχέση των φοιτητών μεταξύ τους. Αργότερα, έχοντας εγώ τελειώσει τον τελευταίο χρόνο και δούλευα στον Παύλο Μυλωνά με τον οποίο ο Μίμης είχε μία σχέση φιλική και συνεργατική, ξαναβρεθήκαμε έξω από το σπουδαστικό περιβάλλον πλέον στο επαγγελματικό.

Το 500ράκι του Μίμη.
Ακριβές αντίγραφο

  Θυμάμαι ένα βράδυ ότι αποφασίσαμε να συναντηθούμε και να πάμε σε ένα ταβερνείο και υπήρχε ένα Φιατ 500αράκι στο οποίο μπήκαμε μέσα ο Μιμάκης, ο Γιώργος Ζιώγας, κάποια μεγέθη αν θέλετε σωματικά, ο υποφαινόμενος και δύο άλλοι συνάδελφοι που δεν τους θυμάμαι. Στη συνέχεια παρακολουθώντας τον Μίμη στην εξέλιξη που είχε και την κατάληξη στη Θεσσαλονίκη, εκεί κάπου είχα συζητήσει μαζί του και του είχα πει ότι εφόσον αποφάσισε τον Πανεπιστημιακό χώρο στη Θεσσαλονίκη, όφειλε να παραμείνει σ’αυτό το χώρο και να μην έχει και το νου του για το τι κάνει η κωλο-Αθήνα, με το συμπάθιο. Ο Μιμάκης όμως θα ήθελε να το ξέρει και αυτό.
Τον είχα επίσης κριτή σε ένα διαγωνισμό στον οποίο συμμετείχε και η δικιά μας μελετητική ομάδα το 1985-86 για το Πανεπιστήμιο του Βόλου, και νομίζω ότι πήραμε το 2ο βραβείο. Σας θυμίζω ότι στην διαδικασία των αρχιτεκτονικών διαγωνισμών υπήρχε μία πάγια συνήθεια της μετέπειτα συζήτησης επί της κρίσεως και των αποτελεσμάτων. 
Φτάσαμε λοιπόν στο Βόλο και παραταχθήκαμε σε μία αίθουσα του Τεχνικού Επιμελητηρίου και ο Μιμάκης κάποια στιγμή λέει, «τώρα τι ήλθαμε να κάνουμε εδώ;». Είχε κατά κάποιο τρόπο δυσανασχετήσει ότι θα ακολουθούσε δημόσια αυτή η συζήτηση. Εν πάσει περιπτώσει έγινε μία αντικειμενική συζήτηση και όλα έγιναν αποδεκτά έτσι όπως η επιτροπή είχε αποφασίσει.

Δημήτρης Φατούρος, Παύλος Μυλωνάς, Δημήτρης Αντωνακάκης, Εθνική Πινακοθήκη, 1958 

Την δουλειά του Μίμη την ξέρω σε μικρή κλίμακα. Ξεχωρίζω την δουλειά στην Πινακοθήκη όπου ο Μίμης εκφράστηκε με έναν σύγχρονο τρόπο, πολύ σωστά και κατά την άποψή μου, πολύ αποδεκτά και βέβαια είχε το κουράγιο να μην αποδεχτεί τη συνέχιση έτσι όπως τελικά κατέληξε και νομίζω ότι όλοι εδώ συμφωνείτε, ότι δεν έχει καμμιά σχέση με τη δουλειά του προηγούμενου αρχιτέκτονα. Βέβαια ο Μιμάκης ήταν ένας φίλος που πάντα συναντιόμαστε και σεβόμαστε ο ένας τον άλλο. Αυτά έχω αποκομίσει εγώ από τον Μιμάκη. 

Ράνια Κλουτσινιώτη:

Ράνια Κλουτσινιώτη 

Εγώ τον Μίμη τον είχα επιμελητή στο Μετσόβιο που ήμουν από το 1957-63 στον Χατζηκυριάκο-Γκίκα. Ήταν ένας άνθρωπος πολύ σημαντικός, γιατί ήταν κοντά μας, είχε ένα τρόπο να συμπεριφέρεται με τους φοιτητές φιλικά, ένας πολύ αγαπητός άνθρωπος. Μετά, όταν έφυγε για τη Θεσσαλονίκη και εγώ έφυγα για τη Γαλλία δεν πολυβλεπόμασταν πια. Όταν όμως γύρισα από τη Γαλλία αρχίσαμε να κάνουμε πολύ παρέα. Θυμάμαι μάλιστα που πήγαμε ένα βράδυ στον Τσιτσάνη και τα κάναμε λίμπα. Κάναμε τέτοια πράγματα πολύ φιλικά. Και ήθελα να πω ότι ένα από αυτά που κρατάω από τον Μίμη, είναι μία διάλεξη που έκανε στο πλαίσιο του Ελληνικού Ινστιτούτου Αρχιτεκτονικής στο αμφιθέατρο του Αντώνη Τρίτση, και μας παρουσίασε δύο έργα. 

Δημήτρης Φατούρος, Κατοικία στην Λεύκη, Αίγινα, 1996-98. Φωτ. Εριέτα Αττάλη

Το ένα ήταν ένα σπίτι που είχε κάνει στην Αίγινα, που θεωρώ ότι ήταν πολύ σημαντικό και πάρα πολύ ωραίο. Νομίζω ότι ήταν το σπίτι του Κωνσταντίνου Τσουκαλά. Ο Μίμης είχε ένα πολύ μεγάλο έργο, δεν ήταν αυτό το έργο της ζωής του, παρόλα αυτά μίλησε με πολύ αγάπη και η προσέγγισή του ήταν ξεχωριστή. Εγώ έχω πολύ συγκινηθεί από τότε με αυτό, και για μένα ο Μίμης είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος και ένας εξαιρετικός φίλος. 

ΣΑΔΑΣ, 1973 
Από αριστερά: Ελένη Πορτάλιου, Γιώργος Θεοδοσόπουλος, Μίμης Φατούρος, Παύλος Λουκάκης, Κάρολος Κάγιερ 

Το 1972 που γύρισα από τη Γαλλία, βρήκα τον Μίμη Πρόεδρο στο Σύλλογο Αρχιτεκτόνων. Ήταν και ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος, ήταν η Λία Μπέλλου, η Μαρία Δάρα. Εκείνη την εποχή υπήρχε μία τρομοκρατία και ο Μίμης κρατούσε πάρα πολύ με μεγάλη προσπάθεια και μας έλεγε ότι «παιδιά εδώ θα κάτσουμε και δεν θα μας διαλύσουν». Ήταν εξαιρετικός. Θα φοβόταν ίσως για κάποια πράγματα, αλλά κατάφερε και κράτησε τον Σύλλογο ανοικτό. 


Βασίλης Γιαννάκης: 

Δημήτρης Φατούρος, Βασίλης Γιαννάκης, 2012 .Αρχείο Β. Γιαννάκη 

Τον Μίμη τον πρωτοείδα στο 8ο Γυμνάσιο, όπου όταν εγώ πρωτομπήκα ο Μίμης τελείωνε. Δεν θα τον έβλεπα, αν ο αδελφός του ο Αργύρης που ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερός μου, δεν είχε κάποιο μικρό επεισόδιο στο Γυμνάσιο και είχε βάλει τα κλάματα και τρέξαμε όλοι να τον βοηθήσουμε. Εκείνη την στιγμή ήλθε και ο Μίμης και κατάλαβα ότι είναι ο αδελφός του. 

Από εκεί και μετά τον ξαναείδα όταν μπήκα στο Πολυτεχνείο. Εδώ θάθελα να τονίσω ότι τα δύο μεγάλα Σχεδιαστήρια στον όροφο του κτιρίου Αβέρωφ, ήταν κατά κάποιο τρόπο «κιβωτοί ιδεών» ή αν θέλετε «μήτρες ιδεών». Γιατί είμαστε σχεδόν όλα τα έτη ανακατεμένοι και είχαμε πραγματικά την ευχαρίστηση και την ευτυχία εμείς οι νεότεροι να κρεμόμαστε από τα χείλη των μεγαλύτερων, που ερχόντουσαν αυτοβούλως και μας διόρθωναν μιας και τα θέματά μας τα δουλεύαμε στο Πολυτεχνείο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ όταν έπιανε η άνοιξη και ανοίγαμε τα παράθυρα προς τον κήπο του Μουσείου, όπου το βράδυ έπαιζε μουσική και ακούγαμε και τα τραγούδια και έμπαιναν μέσα στην αίθουσα και οι μυρωδιές από τα άνθη των νεραντζιών που ήταν γεμάτος ο κήπος του Μουσείου. 

Θυμάμαι ακόμη την περίπτωση του πρύτανη Κορωναίου που κλείδωνε τα σχεδιαστήρια για να μη δουλεύουμε το βράδυ, γιατί είχε βρεθεί ένα γυναικείο εσώρουχο κάπου. Κατά τις έντεκα το βράδυ κλειδωνόμαστε μέσα στα ντουλάπια και όταν ερχόταν ο κλητήρας έβλεπε την αίθουσα άδεια και μας κλείδωνε μέσα. Εμείς μετά βγαίναμε και ξενυχτάγαμε δουλεύοντας. 

Εκεί λοιπόν ξαναβρήκα το Μιμίκο ως επιμελητή μας. Κάποια φορά τον συνάντησα στο Σχεδιαστήριο του Πικιώνη, μιας που το σπίτι μου ήταν απέναντι από το σπίτι του Πικιώνη και γω ξημεροβραδιαζόμουνα στο Σχεδιαστήριό του. Τότε πρέπει να ήμουνα στο 4ο έτος των σπουδών, το 1954 και ο Μίμης μου πρότεινε να τον βοηθήσω σε κάποια θέματα που είχε και μελετούσε. Ο Μίμης έμενε στην οδό Μηθύμνης και Σταυροπούλου στην Πλατεία Αμερικής σε ένα παλιό σπίτι νεοκλασικό. Εκεί στην αυλή είχε ένα ‘κοτέτσι’ ας πούμε, που ο Μίμης το είχε μετατρέψει σε Σχεδιαστήριο και Εργαστήριο ζωγραφικής, όπου είχε κρεμασμένους πολλούς δικούς του πίνακες. Εκεί δουλεύαμε με τον Μίμη. 

Βασίλης Γιαννάκης, Δημήτρης Φατούρος, Κατοικία στο Μαρκόπουλο Αττικής, 1955 

Προς το τέλος του πρώτου έτους που είχα πάρει το Δίπλωμα μου ανέθεσαν ένα σπίτι στο Μαρκόπουλο Αττικής, απ’ όπου καταγόταν ο πατέρας μου, το σπίτι του γιου του Δημάρχου του Μαρκόπουλου. Του πρότεινα να το μελετήσουμε μαζί. Η μελέτη αυτή ήταν και η απαρχή της συνεργασίας μας. Αφού κατασκευάστηκε το δημοσιεύσαμε στο Ζυγό ("Κατοικία στην Αττική", Νοέμβριος-Δεκεμβριος 1958). Ο Φατούρος το θεωρούσε και ακόμη δεν έχω καταλάβει πλήρως γιατί, ένα πρώιμο μεταμοντέρνο έργο που είχε μεγάλη σημασία για τον τόπο. 


Βασίλης Γιαννάκης, Δημήτρης Φατούρος, Κατοικία στο Μαρκόπουλο Αττικής, 1955 

Το ιδιαίτερο που έχει αυτό το σπίτι είναι ότι την είσοδό του την είχαμε σχεδιάσει να λειτουργεί όπως το δεσποτικό μιας εκκλησίας. Όπως στο δεσποτικό ο δεσπότης ανεβαίνει τα σκαλιά για να καθίσει, κάπως έτσι είχαμε φανταστεί και την είσοδο του σπιτιού αυτού. Στους λεπτούς στύλους της εισόδου-δεσποτικού είχαν κατασκευαστεί έκγλυφα γεωμετρικά διακοσμητικά στοιχεία. 

Το επόμενο θέμα το οποίο αρχίσαμε να δουλεύουμε, όταν ακόμη εγώ ήμουν συνεργάτης στο γραφείο, ήταν ο αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για την Εθνική Πινακοθήκη. Το ίδιο θέμα είχα δουλέψει στο Πολυτεχνείο σαν διπλωματική με καθηγητή τον Βαγγέλη Ρουσσόπουλο και επιμελητή τον Ανδρέα Συμεών. Ο Ρουσσόπουλος ήταν ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής και είχε συντάξει και το πρόγραμμα του μετέπειτα αρχιτεκτονικού διαγωνισμού. Αρχίσαμε μαζί και με το Μουτσόπουλο και το Μυλωνά να δουλεύουμε το θέμα. Κάποια στιγμή ο Μυλωνάς, που ήταν και πιο έμπειρος στα επαγγελματικά θέματα, έρχεται και μας λέει ότι θα υπάρξει θέμα ενστάσεως. Δεν υπάρχει περίπτωση ο Βασίλης, είπε, να έχει κάνει διπλωματική εργασία με το ίδιο πρόγραμμα και τον ίδιο καθηγητή, τον Ρουσσόπουλο, που είναι πρόεδρος της επιτροπής και να συμμετέχει στην ομάδα του διαγωνισμού. Πρέπει να αποχωρήσει από την ομάδα. Κάτι απόλυτα κατανοητό. Και έτσι αποχώρησα από την ομάδα. 

Το πρώτο αρχιτεκτονικό γραφείο Β. Γιαννάκη, Δ. Φατούρου, στην οδό Θαλού 9, Αθήνα 

Γύρω στο 1961-62 κάναμε το πρώτο κοινό Γραφείο με το Φατούρο, ως συνεταίροι, στην οδό Θαλού 9 στο ισόγειο. Μαζί μας ήταν και ο Γιώργος Ζιώγας που συστεγαζόταν. Ακριβώς στην απέναντι γωνία Αμαλίας και Θαλού έμενε ο Φατούρος. Στην κατοικία αυτή είχαμε μαζευτεί αρκετοί τότε νεαροί αρχιτέκτονες και είχαμε βοηθήσει το Μίμη να προετοιμάσει όλο το υλικό για την υποβολή της υποψηφιότητας για καθηγητής στην Θεσσαλονίκη το 1959. 

Το δεύτερο αρχιτεκτονικό  γραφείο Β. Γιαννάκη, Δ. Φατούρου, στην οδό Γαλανού 2 στην Πλάκα, Αθήνα 

Το δεύτερο Γραφείο μας ήταν στην οδό Γαλανού 2 και Λυσικράτους στην Πλάκα. Το Γραφείο καταλάμβανε όλο τον 1ο όροφο. Σε αυτό το Γραφείο συνεργαστήκαμε για ένα διάστημα με τον Μάνο Περράκη. Το τρίτο Γραφείο μας ήταν σε ένα διέξοδο της οδού Σωτήρος πάλι στην Πλάκα πλάι στην Εκκλησία της Αγία Σωτήρας, δίπλα στο στέκι της μπουάτ της Καίτης Χωματά, όπου είχαμε νοικιάσει ένα μαγαζί στο οποίο είχαμε κατασκευάσει ένα ξύλινο πατάρι. Στο Γραφείο αυτό αργότερα πήγε και ο Γιάννης ο Κίζης. 

Το τέταρτο αρχιτεκτονικό γραφείο Β. Γιαννάκη, Δ. Φατούρου, στην οδό Ναυάρχου Νικοδήμου 9 στην Πλάκα, Αθήνα 

Το τελευταίο Γραφείο ήταν στην οδό Ναυάρχου Νικοδήμου 9. Η πρώτη σημαντική μας συνεργασία έγινε όταν μας ανέθεσαν το Σχολείο στον Λαγκαδά, από άποψη αρχιτεκτονική, γιατί από άποψη μεγέθους είχε προηγηθεί το Νοσοκομείο στη Βέροια που είχε περιπέτειες με την αλλαγή οικοπέδου, χωρίς να μας ζητηθεί να κάνουμε εμείς την προσαρμογή της μελέτης κ.λπ. 

Σχετικά με τον τρόπο συνεργασίας θέλω να τονίσω ότι ο Μίμης ήταν εξαίρετος συνεργάτης. Ανάμεσά μας υπήρχε μια τέτοια χημεία στην συνεργασία, που όταν ο ένας άνοιγε το στόμα του και έλεγε κάτι ο άλλος ήξερε τί θα πει και συνέχιζε. Δεν υπήρχε ποτέ μεταξύ μας διαφωνία και καμία ένταση, όπως ήξερα ότι συνέβαινε σε άλλα Γραφεία. Πάνω στην δουλειά βέβαια, γιατί πάνω στην προσωπική σχέση υπήρξαν κάποιες στιγμές έντασης, ο Μίμης δεν πολυανεχόταν μύγα στο σπαθί του. Δεν ανεχόταν να του κάνεις παρατηρήσεις για την συμπεριφορά του. Σε κάθε περίπτωση υπήρχε μια χημεία μεταξύ μας τρομερή και τρυφερή. 

Η ιδέα και η σύνθεση ερχόταν είτε από μένα είτε από το Μίμη, και μάλιστα η δουλειά μας ήταν έτσι και αυτό είναι κάτι που το διατηρήσαμε, που μέσα στην σπερματική ιδέα να υπάρχει και η μορφή της λεπτομέρειας. Καμιά ιδέα δεν θεωρείτο ολοκληρωμένη αν δεν εμπεριείχε το σπόρο της λεπτομέρειας. Η λεπτομέρεια δεν ήταν κάτι το πρόσθετο. Και πρέπει να τονίσω, ότι ο Μίμης είχε την μεγαλοσύνη ότι όταν μία ιδέα ερχόταν από μένα, όχι μόνο δεν την απέρριπτε αλλά την προχωρούσε. 

Βασίλης Γιαννάκης, Δημήτρης Φατούρος, Γυμνάσιο και Λύκειο Λαγκαδά, 1965 – 67, ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ στα τεύχη 1968, 2 και 1973, Νο 7 

Ένα βασικό παράδειγμα είναι το σχολείο στο Λαγκαδά. Όπως θυμάστε αυτό το σχολείο έχει οκταγωνικές τάξεις. Το ξεκινήσαμε να το κάνουμε με εξαγωνικές τάξεις και σκοντάψαμε στις γωνίες που δημιουργούνταν στη σύνθεση, στη συνάντηση των τάξεων. Και πηγαίνοντας στο οκτάγωνο είδαμε ότι η συνάντηση των οκταγώνων δημιουργούσε ορθές γωνίες, κάτι που συνθετικά είναι πιο ήρεμο από τις οξείες γωνίες που σχηματίζονται στη συνάντηση των εξαγώνων και αυτό μας άρεσε πάρα πολύ. Άλλωστε μέσα στις τάξεις θα έμπαιναν έπιπλα που θα ήσαν ορθογώνια κ.ο.κ. 

Βασίλης Γιαννάκης, Δημήτρης Φατούρος, Γυμνάσιο και Λύκειο Λαγκαδά, 1965 – 67, ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, τεύχος 2 1968, 

Η ιδέα και του εξαγώνου και του οκταγώνου επιτρέψτε μου να σας πω ότι ήταν δικιά μου, αλλά αυτό δεν έχει καμιά απολύτως σημασία. Δουλεύτηκε από τους δύο μας και ανήκει και στους δύο μας.

Βασίλης Γιαννάκης, Δημήτρης Φατούρος, Γυμνάσιο και Λύκειο Λαγκαδά, 1965 – 67, ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ στα τεύχη 1968, 

Πρέπει να τονίσω ιδιαίτερα ότι οι ώρες που περνάγαμε καθισμένοι στο σχεδιαστήριο αναλύοντας τα δεδομένα του Προγράμματος ενός νέου έργου και αναπτύσσοντας με λόγια και με σκίτσα τις συνθετικές-αρχιτεκτονικές μας ιδέες για τη μορφή και την οργάνωση που θα δίναμε στο έργο, υπήρξαν από τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής μου. Περίμενα πως και πότε θα έρχονταν αυτές οι στιγμές συνεργασίας. Αυτές δεν ήσαν στιγμές επαγγελματικής απασχόλησης. Ήσαν στιγμές μυσταγωγίας και αρχιτεκτονικής μέθεξης, στιγμές εξαγνισμού και ψυχικής κάθαρσης. 

Στη δουλειά επάνω πολλές φορές ο λόγος ερχόταν και στην εν γένει αρχιτεκτονική κατάσταση στο εξωτερικό και την Ελλάδα βέβαια. Εκτός των άλλων θυμάμαι και θέλω να το πω τη συχνή αναφορά του Φατούρου στη δουλειά και τη στάση στα αρχιτεκτονικά δρώμενα του Δημήτρη και της Σουζάνας Αντωνακάκη. 

Αυτά ως προς τα αρχιτεκτονικά. Υπάρχουν όμως και άλλες λεπτομέρειες οι οποίες πραγματικά διανθίζουν αυτή τη σχέση. Μπορείτε να φανταστείτε λοιπόν ένα Φίατ 500αράκι που άνοιγε από πάνω, το οδηγούσε ο Φατούρος και να είμαστε 5 άνθρωποι μέσα εκεί. Ήμασταν εγώ, η γυναίκα μου, ο Ζιώγας και ο Λίλος, ο οποίος καθόταν όρθιος και ο μισός πρόβαλε πάνω από το 500αράκι! 

Από τα διάφορα φαγοπότια με το Μίμη τα πιο συχνά ήσαν εκείνα κατά τη διάρκεια της χούντας. Πηγαίναμε σχεδόν κάθε βδομάδα. Είχαμε βρει ένα στέκι στην Ελευσίνα, μία ψαροταβέρνα, που την είχε ένας που η κόρη του ήταν φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, και λεγόταν Κανάκης. Μετά το μαγαζί αυτό το πήρε ένας άλλος που λεγόταν Διαμαντής, που είχαμε πάει πρόσφατα και με το Δημήτρη και τη Σουζάνα. 

Σουζάνα Αντωνακάκη, Δημήτρης Αντωνακάκης, Βασίλης Γιαννάκης,  Δημήτρης Φατούρος, στην Ελευσίνα, 2012, Αρχείο Βασίλη Γιαννάκη 

Το όνομα Διαμαντής το είχε πάρει επειδή τον είχε βαφτίσει ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ Διαμαντής. Όλη αυτή η ιστορία μας τράβαγε για να πηγαίνουμε. Ο Διαμαντής είχε ένα καΐκι και έφερνε φρέσκο ψάρι που το ευχαριστιόμασταν. Θυμάμαι λοιπόν ότι πήγαινα και έπαιρνα τον Μίμη από το αεροδρόμιο όταν ερχόταν από τη Θεσσαλονίκη και κατευθείαν από κει πηγαίναμε και τρώγαμε το ψαράκι μας στου Διαμαντή. 

Από την βάφτιση του μικρού Νίκου Γιαννάκη, Από αριστερά: Μίκα Χαρίτου - Φατούρου, Βασίλης Γιαννάκης, Δημήτρης Φατούρος, Χαρούλα Γιαννάκη, Λάμπρος Ευταξίας. Αρχείο Β. Γιαννάκη, 1960 

Από την βάφτιση του Νίκου Γιαννάκη, Από αριστερά: Λάμπρος Ευταξίας, Δημήτρης Φατούρος με τον μικρό Νίκο, πίσω:Βασίλης Γιαννάκης, Χαρούλα Γιαννάκη. Αρχείο Β. Γιαννάκη, 1960 

Θα ξέρετε βέβαια ότι ο Μίμης με είχε παντρέψει και ότι είχε βαφτίσει και τον γιό μου. Όταν ήταν στην Αμερική, είχαμε μια συνεχή επικοινωνία και μου ζητούσε υλικό που του το έστελνα για να κάνει τις διάφορες παρουσιάσεις και διαλέξεις του εκεί. 

Βασίλης Γιαννάκης, Σπήλαιο Κουτούκι Παιανίας, Διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου, "Αρχιτεκτονικά Θέματα", 1976, Ν0 10 

Στην ανατολική πλευρά του Υμηττού, πάνω από την Παιανία, εκεί που έχει ενταφιαστεί ο Μάνος Χατζηδάκης, υπάρχει το Σπήλαιο Κουτούκι. Η διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου του σπηλαίου είναι έργο δικό μου. Δεν ξέρω γιατί αλλά δεν είχε τύχει να επισκεφτούμε το έργο αυτό μαζί με το Μίμη. Το επισκεφτήκαμε πριν 5-6 χρόνια. Μόνο καλά λόγια είχε να πει. Θυμάμαι το τι μου είχε πει τότε. " Βασίλη αν ζούσαμε σε μιαν άλλη χώρα με το έργο αυτό και μόνο θα είχες γίνει ευρύτερα γνωστός". 


Τέλος θέλω να προσθέσω ότι ο Μίμης είχε σε μεγάλη εκτίμηση το γεγονός ότι από επτά χρονών παιδί ασχολούμαι συστηματικά με τη θεωρία και την πράξη της βυζαντινής μουσικής και ιδιαίτερα με τη μαθητεία μου πλάι στον αγιορείτη μοναχό Δοσίθεο Κατουνακιώτη. Μάλιστα ο Μίμης ήταν που επέμενε και αναφέρθηκε η παραπάνω απασχόληση μου με τη βυζαντινή μουσική στο λήμμα του ονόματός μου στο βιβλίο ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ των Χ. Μπούρα και Δ. Φιλιππίδη (Εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ, 2013). 


Δημήτρης Αντωνακάκης: 


Ο Μίμης για μένα δεν ήταν ούτε συνεργάτης, ούτε δάσκαλος, ή μάλλον ήταν όλα αυτά… είμαι τόσο πολύ μπερδεμένος. Όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα... τον τελευταίο καιρό βρέθηκα τόσο κοντά στο Μίμη –τηλεφωνικά- πάρα πολλές φορές και μιλώντας ώρα πολλή... 
Είναι τόσα πολλά που του οφείλω...
Πρέπει να σας πω μια σύντομη ιστορία ώστε να καταλάβετε και μόνοι σας τι εννοώ. 

Βρέθηκα πολύ γρήγορα κοντά του, βοηθώντας στο διαγωνισμό για το κτήριο της Πινακοθήκης ως φοιτητής. Μετά την ανάθεση του έργου, δούλεψα για για την μελέτη στο καινούργιο οικόπεδο μπροστά στο Hilton, στο γραφειάκι που οργανώθηκε γι αυτό το σκοπό από την πρώτη στιγμή των προσχεδίων μέχρι το τέλος. Δηλαδή μέχρι τη Δικτατορία που μας πέταξαν έξω από την επίβλεψη του έργου. Μέχρι τότε ήμουν δίπλα στο Μίμη, διότι εκείνος είχε ουσιαστικά το μεγάλο πάθος, γιατί με εκείνον συζητούσα θέματα που δεν είχαν σχέση μόνο με την Πινακοθήκη, θέματα γενικά για την αρχιτεκτονική, για την κατάσταση, για τη ζωή. Είναι... ήταν, ένας άνθρωπος με τον οποίον θα μπορούσες να συζητήσεις τα πάντα. 

Προσωπικά πρέπει να πω πως αν δεν είχα γνωρίσει τον Μίμη... θα είχε διαφορετικά εξελιχθεί η ζωή μου και η σχέση μου με την αρχιτεκτονική. 

Τώρα, τόσο κοντά στα γεγονότα, είναι πολύ δύσκολο να πάρεις τις ελάχιστες απαραίτητες αποστάσεις, για να απομακρυνθείς και να σκεφτείς ψύχραιμα γι αυτή την πολύτιμη σχέση μας -λέω μας- με τον Μίμη. Ίσως και γιατί αυτή τη στιγμή δεν μπορώ εύκολα να μιλώ για εκείνον, χωρίς να σκέφτομαι τους δικούς του ανθρώπους που ξέρω τι περνάνε αυτές τις ώρες και πόσο δύσκολες είναι γι αυτούς αυτές οι μέρες. 

Σ’ αυτό το κλίμα πως είναι δυνατόν να μιλήσει κανείς για ευχάριστες στιγμές που όλοι περάσαμε κάποτε μαζί του... 

Δημήτρης Φατούρος, Παύλος Μυλωνάς, Δημήτρης Αντωνακάκης, Εθνική Πινακοθήκη, 1958

Κι εγώ δουλεύοντας 9 χρόνια στο γραφείο της Πινακοθήκης, τότε εκείνα τα πρώτα χρόνια της αρχιτεκτονικής μας ζωής στα οποία ο Μίμης στάθηκε πάντα ένας φίλος και σύντροφος πέρα από οτιδήποτε άλλο. Δεν συζητάω μόνο το θέμα της αρχιτεκτονικής... Η αρχιτεκτονική ήταν η ζωή μας. Και δεν βρίσκω να έχει νόημα να συζητήσω θέματα σε σχέση με το ποιος και σε τι συνέβαλε ο καθένας στη διάρκεια αυτής της πορείας... Ας είναι... 

Η ιστορία που ήθελα να σας πω –και την έχω πει πολλές φορές- είναι η εξής: μία μέρα ήρθε στο γραφείο της Πινακοθήκης για να ενημερωθεί για την πορεία της μελέτης ο Καλλιγάς με τον σύμβουλό του τον Ρουσσόπουλο (με τον οποίο πριν λίγους μήνες είχα κάνει την διπλωματική μου). Την ώρα που ετοιμάζονταν να φύγουν έκανα μία αφελή ερώτηση στον Ρουσσόπουλο με τον οποίο είχα μία πολύ καλή σχέση: «Πως τα πηγαίνετε στο Πολυτεχνείο;» «Δυστυχώς έχω πρόβλημα, μου είπε, είναι πάρα πολλά τα παιδιά και δεν τα προφταίνω». Και πετιέται ο Μίμης, χωρίς να έχουμε κάνει πριν καμία συνεννόηση και του λέει: «Δεν παίρνετε τον Δημήτρη να βοηθήσει»; «Μα θα θέλει;» ρώτησε απευθυνόμενος σε μένα, και λέω εγώ: «νομίζω πως δεν είναι σωστό να έρθω, έχω μόλις τελειώσει πριν από 3 μήνες, και θα πάω τώρα να κάνω το δάσκαλο στα παιδιά που είμαστε σχεδόν συμμαθητές;» Όπως ακούσατε πιο πριν, είμασταν λίγοι σε κάθε τάξη και δουλέυαμε στους ίδιους χώρους με τις προηγούμενες τάξεις και έτσι γνωριζόμαστε καλά. Μου λέει: «Όχι θα πας στο 2ο έτος που δεν σε ξέρει κανένας, αρκεί να μπορείς». 
Έτσι βρέθηκα στο Πολυτεχνείο επιμελητής, 6 μήνες μετά το δίπλωμά μου, άμισθος 6 χρόνια, και έφυγα μετά από τριάντα τόσα χρόνια όταν κατάλαβα ότι δεν με χρειάζονται. Όλα αυτά δεν θα είχαν συμβεί αν δεν είχε πει τότε ο Μίμης «δεν παίρνετε τον Δημήτρη», και όλη μου η ζωή, η ζωή μας, θα ήταν πολύ διαφορετική... Πως είναι δυνατόν αυτό να το ξεχάσω... 

Τι άλλο να πρωτο-θυμηθώ από την ιστορία της Πινακοθήκης που τόσο μας έχει πληγώσει για αυτήν την απαράδεκτη διαδικασία που ακολουθήθηκε κι αυτό το αποτέλεσμα που δεν τιμά τον πολιτισμό μας. Ένα σημαντικό έργο, που σίγουρα εκπροσωπούσε επάξια μια φάση της ελληνικής αρχιτεκτονικής των χρόνων του ‘60 να καταλήξει έτσι... Αφήνουμε και σβήνονται τα ίχνη μιας γενιάς... Είναι μία τραγική ιστορία. 

Σουζάνα Αντωνακάκη, Μίμης Φατούρος. Λήμνος 1974.  Αρχείο Δημήτρη Αντωνακάκη

 
Λίτσα Τρέσσου, Δημήτρης Φατούρος, ευχάριστες στιγμές στην κατοικία Μάρως Λάγια στο Μαρκόπουλο. Αρχείο Δημήτρη Αντωνακάκη

Λούσυ Τριανταφύλλου, Μίμης Φατούρος, Δημήτρης Αντωνακάκης. Κρήτη, καλοκαίρι 1983 

Αικατερίνη Αντωνακάκη, Δημήτρης Αντωνακάκης, Μίμης Φατούρος, Λούσυ Τριανταφύλλου. Κρήτη, καλοκαίρι 1983 

Μίμης Φατούρος, Αικατερίνη Αντωνακάκη, Δημήτρης Αντωνακάκης. Κρήτη, καλοκαίρι 1983 

Τι άλλο να σας πω... Περάσαμε ωραίες σχεδόν οικογενειακές στιγμές με τον Μίμη. Ζήσαμε πολύ κοντά κι ας είμαστε μακριά όλα αυτά τα χρόνια. Χρόνια καλά αλλά και δύσκολα, ιδιαίτερα τα τελευταία, που η αγωνία του για το πού πάει η αρχιτεκτονική κι ο τόπος εκφραζόταν στα μακριά τηλεφωνήματά του, που κάναμε τον τελευταίο καιρό, τηλεφωνήματα που ήταν μία όαση πραγματικά στις δύσκολες μέρες που περνούσαμε, που περνούσα ιδιαίτερα εγώ ... 

Σουζάνα Αντωνακάκη, Κρήτη, καλοκαίρι 1983 

Η συμπαράστασή του σε μένα όλο αυτό το χρονικό διάστημα, με αυτά τα ατελείωτα τηλεφωνήματα, ολοκλήρωσαν με τον πιο αυθεντικό τρόπο αυτήν την ιδανική σχέση που είχα μαζί Του... 

Πιστεύω πως το είχε καταλάβει... 



Δημήτρης Διαμαντόπουλος: 


Δημήτρης Διαμαντόπουλος 

Δεν μπορώ να μιλήσω με κάποιους ανθρώπους που έχουν ζήσει τόσα πολλά και να πω κάτι ουσιαστικό για τον Δημήτρη, που αγάπησα και γω πάρα πολύ. Τον είχα δάσκαλο δια βίου και μετά είχα την τύχη να τον έχουμε και φίλο. Θα ήθελα να πω ένα μικρό και ανέκδοτο περιστατικό. Εγώ σα κακός μαθητής δεν είχα καταφέρει να μπω στο Μετσόβιο όταν ήλθε η ώρα να δώσω εξετάσεις. Έδωσα εξετάσεις στη Θεσσαλονίκη το 1963, όπου πάλι μη ξέροντας και παίρνοντας κάποια μηδενικά σε χημείες και φυσικές, δεν είχα μπει. Οπότε μπήκα και χώθηκα στο γραφείο του Νίκου Χατζημιχάλη που δούλευα σα μαθητευόμενος αρχιτέκτονας. Και θυμάμαι τότε να λέει ο Χατζημιχάλης με τον πατέρα μου: «στη Θεσσαλονίκη έχουμε το Φατούρο, να δούμε μήπως τον πάρουμε επιλαχόντα». Αυτό για μένα ήταν μια ελπίδα μήπως μπορώ να χωθώ στην αρχιτεκτονική. Όπερ και έγινε όταν βγήκε ο Παπανδρέου και άνοιξε το Πολυτεχνείο και μπήκα τελευταίος επιλαχών. Αυτό το έφερα στο μυαλό μου τώρα και ο Φατούρος όταν πήγα πάνω στη Θεσσαλονίκη μου λέει: «Εσύ είσαι ο Διαμαντόπουλος;» τι να πω τώρα για την συνέχεια; Μια άλλη φορά θα μιλήσω. 

Δημήτρης Φατούρος, Δημήτρης Διαμαντόπουλος στου Οικονόμου, 25 IV 2012 

Νομίζω ότι είναι άλλης κλίμακας τα βιώματα ενός μαθητή και πιστεύω και πίστευα και τότε ότι ήταν ο άνθρωπος ο οποίος μας έβαζε πραγματικά μέσα στο τι σημαίνει σύγχρονη αρχιτεκτονική. Με τον τρόπο του, τους προβληματισμούς του, με τα ενδιαφέροντά του, με όλα. Νομίζω ότι κέρδιζε σε όλα τα επίπεδα, χωρίς να θέλω να υποτιμήσω ίσως τη συμβολή δηλαδή ήταν ένας υπαρκτός άνθρωπος κοντά σε μας τους φοιτητές. Οι άλλοι ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό απόντες εκτός από τον Λεφάκη στον οποίο οφείλω το γεγονός ότι ζωγραφίζω δια βίου, και τον Καραντινό παρά το γεγονός ότι ήταν απών. 

Όταν μιλούσε μπορούσε να πει πολύ σημαντικά πράγματα που να καθορίσουν και να πάνε βαθιά μέσα στη σκέψη και να σε ακολουθήσουν στη ζωή. Η αρχιτεκτονική στη Θεσσαλονίκη εκείνη την εποχή δεν είχε με οποιοδήποτε τρόπο την ατμόσφαιρα που είχε το Μετσόβιο με τα εργαστήρια που όλη η δουλειά γινόταν μέσα σε αυτά. Ήταν μια σχολή που πριν από λίγα χρόνια είχε δημιουργηθεί και θυμάμαι τον Δημήτρη Φατούρο να είναι ένας νέος άνθρωπος.




Δημήτρης Φατούρος στου Οικονόμου, 2019,   Φωτογραφικό αρχείο Δημήτρη Διαμαντόπουλου 

Τώρα πια, κοιτάζοντας και τις τελευταίες του φωτογραφίες στην ταβέρνα του Οικονόμου που σου έστειλα Γιώργο, αισθανόμουν ότι είναι ένας νέος άνθρωπος πολύ κοντά σε όλους μας. 



Γιώργος Μαδεμοχωρίτης:

Γιώργος Μαδεμοχωρίτης 
 
Εγώ τον Μίμη δεν τον είχα ούτε δάσκαλο, ούτε ήμουν στο περιβάλλον εδώ γιατί σπούδασα έξω. Είχα όμως την τύχη να τον γνωρίσω και να συναναστραφώ με την ευκαιρία της πρώτης έκθεσης αρχιτεκτονικού έργου (φωτό) που κάναμε τότε με το τμήμα Αττικής του ΣΑΔΑΣ το 2012. 

ΣΑΔΑΣ (ΑΤΤΙΚΗΣ): 1η ΕΚΘΕΣΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ 
Απρίλιος 2014 

Ο Μίμης ήλθε, παρατήρησε, τον ξενάγησα σαν πρόεδρος του τμήματος και πραγματικά είδα έναν άνθρωπο που είχε διάθεση να κοιτάξει προσεκτικά και τα 100 έργα που είχαμε εκθέσει. Για το καθένα είχε μία κριτική και ήταν πραγματικά εντυπωσιακό γιατί για μένα ήταν μία διδασκαλία όλα αυτά που έλεγε και παρατηρούσε. Από κει ξεκίνησε μία γνωριμία αρκετά στενή που ενισχύθηκε αργότερα όταν συμπέσαμε σε μια κριτική επιτροπή για τον διαγωνισμό του Μουσείου Ενάλιων Αρχαιοτήτων στον Πειραιά. 

Αρχιτεκτονικός Διαγωνισμός για το Μουσείο Ενάλιων Αρχαιοτήτων στον Πειραιά,2013 
Α΄ Βραβείο, αρχιτέκτονες: Αντωνόπουλος Ευάγγελος, Βέττα Θάλεια, Γαβαλάς Γεώργιος, Ρήγα Μαρία – Κυριακή, Σταμούλη Αναστασία, Πυλαρινού Μαρία 

Εκεί λοιπόν γνωριστήκαμε ακόμα καλλίτερα, γιατί είμαστε σε πιο κλειστό περιβάλλον και άρχισε να γίνεται μια πιο ουσιαστική κριτική πάνω σε καμμιά εκατοστή έργα που συμμετείχαν στο διαγωνισμό. Είδα έναν ανοιχτόμυαλο άνθρωπο που δεχόταν το νέο και είχαμε να κρίνουμε λύσεις οι οποίες προκαλούσαν και ο Μίμης αναρωτιόταν αν κάποια προχωρημένη λύση θα μπορούσε να ήταν της Zaha Hadid και ανησυχούσε αν την απορρίπταμε. Υπήρχε ένας προβληματισμός και ο Μίμης σχολίαζε όταν σε κάποια λύση υπήρχαν στοιχεία σπουδαίας αρχιτεκτονικής και πρέπει να το δούμε και να τα σκεφτούμε. Φτάσαμε σε ένα σημείο και βρήκαμε ένα κώδικα επικοινωνίας. Σε αυτό το διαγωνισμό ήταν έντονα τα φωτορεαλιστικά τα οποία είναι σχέδια που σε μεγάλο βαθμό σε εξαπατούν. Σε κάποιο λοιπόν απ’αυτά τα φωτορεαλιστικά απεικονιζόταν ένα καφέ στην ταράτσα του μουσείου όπου είχαν βάλει δύο εντυπωσιακές κοπέλες, που ατένιζαν την θάλασσα. Είπα λοιπόν στον Μίμη, κοιτάζοντάς τες, ότι μία από αυτές μου θυμίζει την Catherine Deneuve. Από κει και πέρα το έργο ταυτίστηκε απ’ την Catherine Deneuve και έτσι το σχολίαζε ο Μίμης και μάλιστα αυτό το έργο πήρε στο τέλος και βραβείο. Μετά, άρχισε η γνωριμία σε επίπεδο παρέας που για μένα είναι μία καταπληκτική εμπειρία, που όλο αυτό το διάστημα άκουσα μαζί με σας και πράγματι είμαι ευγνώμων και σε σας που μου δώσατε αυτήν την ευκαιρία να τον γνωρίσω, και σας ευχαριστώ πολύ. 



Μάνος Περράκης: 

Μάνος Περράκης 

Ο Μίμης είναι ο πρώτος άνθρωπος που δούλεψα στο γραφείο του όταν γύρισα στην Ελλάδα, όταν είχε γραφείο μαζί με τον Βασίλη Γιαννάκη. Μπορεί να ήταν συμπτωματικό, ο Δεσποτόπουλος έκανε το μεσάζοντα. Από κει και πέρα οι σχέσεις μας ήταν πάντα πολύ φιλικές, πολύ αγαπησιάρικες, θα έλεγα σε κοινωνικό περισσότερο επίπεδο. Είτε όταν μιλούσε στη Γκαλερί Δεσμός που πηγαίναμε όλοι να τον ακούσουμε, είτε όταν τον φιλοξενούσα στο σπίτι μου στην Επίδαυρο, στο μικρό ασκητικό ξενώνα, όπου μαζί με την Ειρήνη Παππά είχαν ένα διάλογο πολύ ζωντανό και πολύ ενδιαφέροντα. Ακόμη και στα γλέντια που έκανα στο γραφείο, και στα πενήντα χρόνια μου και στα εβδομήντα, ο Μίμης ήταν πάντα παρών με πολύ μεγάλη αγάπη. 

Στεμνίτσα Αρκαδίας, η ιδιαίτερη Πατρίδα του Δημήτρη Φατούρου, Από καρτ ποστάλ της δεκαετίας του ΄30 

Και στην Πόλη είχαμε πάει μαζί, ακόμη και στη Στεμνίτσα, πριν 15 χρόνια, στο πατρικό του σπίτι που δεν ήθελε ούτε να το πουλήσει, ούτε να το αδειάσει. Είχε ακόμη βιβλία εκεί μέσα. Θυμάμαι ότι πήγαμε και στον Άγιο Θεολόγο και στο γυρισμό ήταν πολύ δύσκολο για να περπατήσει ο Μίμης και ανέβηκε στο γαϊδουράκι περνώντας όλους τους γκρεμούς. Ο Μίμης ήταν ένας άνθρωπος πολύ αγαπητός σε μένα, και πραγματικά μου στοίχησε αφάνταστα το φευγιό του. 


Μάκης Κωστίκας: 

Μάκης Κωστίκας

Όπως είμαστε τώρα όλοι μαζεμένοι, ο Μίμης νομίζω ότι είναι ωσεί παρών γιατί μπορεί να λείπει η φυσική του παρουσία αλλά οι αισθήσεις έχουν μείνει. Η μνήμη που έχει αποτυπωθεί στις αισθήσεις του καθενός, δηλαδή μιλάω για την ακοή, γιατί όταν μιλούσε ο Μίμης τον έχω ακόμα στ’ αυτιά μου, με τον τρόπο που μιλούσε, με τον ήχο της φωνής του, και νομίζω ότι λειτουργεί μέσα μου αυτή η υπόθεση των αισθήσεων. 

Είναι η όραση που έβλεπα πώς έπαιζαν τα μάτια του και πώς σε κοίταζε όταν μιλούσε, και αυτό μου είναι αρκετό γιατί όταν φεύγει κάποιος άνθρωπος ζεις μέσα μας και είναι ωσεί παρών. Εκείνο που ήθελα πω ακόμη για το Μίμη είναι ότι τα τρία χρόνια που ήταν επιμελητής του Χατζηκυριάκου στη ζωγραφική, προσπαθούσα πέρα από τον Χατζηκυριάκο που τον άκουγα με πολύ θαυμασμό συγχρόνως παρακολουθούσα και τον Μίμη σε αυτά τα οποία έλεγε και μας διόρθωνε τα σχέδια. 

Τα τελευταία χρόνια, όταν έκανα ιστιοπλοΐα και έφτανα στην Κίμωλο, βρισκόμασταν με τον Μίμη και κάτω στην παραλία που τρώγαμε κάναμε αρκετές συζητήσεις. Μου είχε κάνει εντύπωση μια κουβέντα που ακόμα θυμάμαι, περί ηθικής στην αρχιτεκτονική. Ανέπτυσσε τις σκέψεις του πάνω σ’ αυτό το θέμα, σκέψεις που ακόμα τις θυμάμαι γιατί ήταν ουσιαστικές. Ο Μίμης είχε φτιάξει και ένα σπίτι στην Κίμωλο, το οποίο είχε μία κεκλιμένη στέγη και όλοι οι Κιμωλιάτες λέγανε ότι αυτή είναι η τσουλήθρα του Φατούρου, κάτι που το ανέφερε σαν χαρακτηριστικό στον σχεδιασμό του σπιτιού του. 

Δημήτρης Φατούρος, Κίμωλος 5, Κατοικία στην Κίμωλο, 1989 

Τον είδα πριν από το πρώτο lock down στο σπίτι του στην οδό Κόδρου, όπου είχαμε μια μεγάλη κουβέντα. Ο Μίμης ήταν μια ισχυρή παρουσία στο ελληνικό αρχιτεκτονικό γίγνεσθαι, και έχει αφήσει ένα πολύ σημαντικό αποτύπωμα και αυτό θα πρέπει να το προσελκύσουνε οι σύγχρονοι αρχιτέκτονες όπου θα μπορέσουν να αντλήσουνε μέσα από εκεί αρκετά θετικά σημεία για να συνεχίσουν την διαδρομή τους. Ο Μίμης ήταν ένας άνθρωπος που εκτιμούσα αφάνταστα και τον παρακολουθούσε σε όλες του τις εκφάνσεις, τις πολιτικές, αλλά και τις αρχιτεκτονικές και τις διδακτικές. 

Δημήτρης Φατούρος, Λάζαρος Καλυβίτης, Γιώργος Μαδεμοχωρίτης στου Οικονόμου, 2016 

Σουζάνα Αντωνακάκη, Μπούκη Μπαμπάλου, Δημήτρης Φατούρος στου Οικονόμου, 2018 

Τον θυμάμαι με πολύ αγάπη στις συγκεντρώσεις που κάναμε στου Οικονόμου, όπου ερχόταν με πείσμα για να είναι μέσα στην παρέα μας, μια και πάντα ήθελε να είναι ζωντανός και να συμμετέχει σε κάτι ουσιαστικό. Νομίζω ότι αυτές οι συνάξεις μας στου Οικονόμου έχουν κάποια ουσιαστικά δείγματα, μιας προσπάθειας στην κριτική και την αντιμετώπιση σύγχρονων προβλημάτων τα οποία ζούμε καθημερινά στην χώρα μας. 

Ο Μίμης μας αφήνει μια αίσθηση γλυκιά, ανθρώπινης παρουσίας και ουσιαστικής. 


Γιώργος Τριανταφύλλου: 

Με τον Μίμη έξω από τον Εκδοτικό Οίκο  Μέλισσα, 27 Ιουνίου 2013 

Απόψε είμαι διπλά συγκινημένος γιατί αν εξαιρέσει κανείς τον Γιώργο Μαδεμοχωρίτη που είναι μικρότερός μου, περιστοιχίζομαι απ’ όλους εσάς που μαζί με τον Μίμη σας θεωρώ δασκάλους μου, ως μεγαλύτερούς μου και ως ανθρώπους αξιόλογους, με τους οποίους συμπορεύομαι τα τελευταία χρόνια σε αυτήν την εξαιρετική και πολύτιμη παρέα στου Οικονόμου. 

Ο Μίμης για μένα είναι ένας δάσκαλος εδώ και πενήντα χρόνια, που βρέθηκα στην Σχολή Αρχιτεκτονικής στη Θεσσαλονίκη, και για κάποιο λόγο με ξεχώρισε από πολύ νωρίς. Με κάλεσε ένα βράδυ στο γραφείο του, μιλήσαμε αρκετή ώρα, και στη συνέχεια με πήρε με την κόκκινη Alfa Romeo που είχε, και πήγαμε στην Πάνω Πόλη για να πιούμε ένα κρασί. Έγινε κάτι περίεργο εκείνο το βράδυ, το θυμάμαι σαν και τώρα. Ο Μίμης με ένα φοιτητή του τριτοετή, σε εποχή των γεγονότων του πολυτεχνείου, σε εποχές δικτατορίας, εποχές με ασφαλίτες παντού, εποχές παρακολουθήσεων, πίνει κρασί σε μια ταβέρνα με ένα φοιτητή του την Πάνω Πόλη. Ο Μίμης μου ανοίχτηκε τότε πάρα πολύ. Μιλήσαμε για την ζωή του, για τις σκέψεις του εν καιρώ δικτατορίας, για τη διδασκαλία του, και από τότε Μίμης έχει ενταχθεί μέσα στο πλαίσιο των πολύ σημαντικών ανθρώπων που με περιβάλλουν όλα αυτά τα χρόνια. 

Δημήτρης Φατούρος, «Χωρίς τίτλο» , 1965 
Έργο αφιερωμένο και χαρισμένο από τον Μίμη

Ο Μίμης ήταν ένας γενναιόδωρος άνθρωπος. Όχι μόνο σε σχέση με τα χρήματα όσες φορές μπορούσε να τα έχει, ήταν γενναιόδωρος με τα αισθήματά του, στις σχέσεις του, και κατάφερνε να δημιουργήσει και να διατηρεί μία εξαιρετική χημεία, με ένα τεράστιο αριθμό ανθρώπων. Διαβάζοντας πρόσφατα το γνωστό «Ατελές Χρονολόγιο» του Μίμη, με στόχο να γράψω ένα κείμενο γι’ αυτόν, πραγματικά βυθίστηκα και τα έχασα από τις αμέτρητες αναφορές σε συναντήσεις, φιλίες, συνεργασίες, με πολύ σημαντικούς ανθρώπους του πολιτισμού και της διανόησης των τελευταίων ετών, και όχι μόνο στην Ελλάδα. Και με τους περισσότερους απ’αυτούς κράτησε μέχρι την τελευταία στιγμή αυτήν την ζεστή επικοινωνία, έχοντας βεβαίως μια μοναδική και σπάνια μνήμη με την οποία είχε τη δυνατότητα να συσχετίζει καταστάσεις, εμπειρίες, πρόσωπα, και να μπορεί να διατυπώνει ένα λόγο πολύ ουσιαστικό με όλες αυτές τις συνάψεις και τις ουσιαστικές αναφορές τις οποίες έκανε. 

Ασχολείτο με πάρα πολλά πράγματα ο Μίμης. Θεωρώ πολύ σημαντικό το συγγραφικό του έργο. Θεωρώ πολύ σημαντικό το διδακτικό του έργο και τα συγγράμματά του στο Πολυτεχνείο. Ξεχωρίζω ένα πρώιμο σημαντικό του βιβλίο, με κίτρινο εξώφυλλο με τίτλο, «Μαθήματα συστηματικής θεωρίας της Αρχιτεκτονικής» που εκδόθηκε το 1971, ένα από τα σπάνια βιβλία που φυλάω στην βιβλιοθήκη μου. 


Εάν το ανοίξετε σήμερα, θα διαπιστώσετε ότι είναι τόσο επίκαιρο, χρήσιμο ακόμη και σήμερα. Και δεν είναι μόνο αυτό. Όλοι γνωρίζουμε τον ικανό αριθμό των θεωρητικών εκδόσεων και άρθρων του Μίμη για την αρχιτεκτονική και όχι μόνο. Κι αυτό το τονίζω γιατί ζούμε σε μια εποχή που δυστυχώς ελάχιστοι διδάσκοντες στις σχολές αρχιτεκτονικής γράφουν συγγράμματα. Ο Μίμης μέσα σε όλα όσα έκανε, τα τόσα πολλά, που ορισμένες φορές τα προσμετρούσαμε και αρνητικά, είχε το μεγάλο πλεονέκτημα να γράψει  πολύ σημαντικά συγγράμματα. Και δεν ξεχνώ κάτι το οποίο μου το τόνισε στις συζητήσεις μας τότε, ότι όταν ασχολούμαστε με πολλά πράγματα πρέπει να προσπαθούμε να τα ολοκληρώνουμε και να μην τα αφήνουμε μισοτελειωμένα. 

Με τον Μίμη περάσαμε εξαιρετικές στιγμές. Μιλούσαμε μαζί τηλεφωνικά μέχρι και τις τελευταίες του ημέρες. Συνομιλίες τρυφερές, ευαίσθητες με ουσιαστικές ανταλλαγές απόψεων. Είχαμε όμως και εντάσεις μεταξύ μας. Μιλήσαμε έντονα. Μα θέλω να τονίσω ότι και μέσα από τις εντάσεις ο Μίμης ποτέ δεν άφησε χώρο να τραυματίσουν την πολύτιμη σχέση που είχαμε μεταξύ μας όλα αυτά τα χρόνια. 
Είχε παράλληλα την αγωνία να βρει με κάποιο τρόπο ένα σημείο να συμφωνήσει όταν διαφωνούσε. Και πάντα διατύπωνε την άποψή του, με διαφορετικούς τρόπους. Την έλεγε και έτσι, και αλλιώς, είχε πάντοτε και μία εναλλακτική σκέψη, και αυτό είχε μια διπλή ανάγνωση. Είχε την ανάγνωση του ανθρώπου ο οποίος φυλάγεται και δεν θέλει να διαφωνήσει με τον άλλο, αλλά είχε και την ανάγνωση, που και εγώ έτσι την εκλαμβάνω ως μαθητής του, της πολλαπλότητας της σκέψης, τις σκέψεις του που σε έβαζε σε σκέψεις, να προβληματιστείς πια από τις δύο ή τρεις τοποθετήσεις του είναι αυτή που ισχύει. Και αυτό είχε μία σοφία. Και παράλληλα μία ευγένεια να μη διαφωνήσεις με τον άλλο. Αυτό νομίζω ότι δημιουργούσε την καλή χημεία του Μίμη με τους συνομιλητές του. 

Απόψε είμαι πολύ συγκινημένος ακόμη με την απώλεια του Μίμη. Χθες η μέρα ήταν πολύ δύσκολη για μας τους δέκα φίλους που τον υποδεχθήκαμε από την Θεσσαλονίκη στο Α΄Νεκροταφείο και τον αποχαιρετίσαμε. Και θα ήθελα απόψε, χωρίς να θέλω να δυσκολέψω το κλίμα να μοιραστείτε μαζί μου κάποιες τελευταίες εικόνες, κρατώντας στην μνήμη του ενός λεπτού σιγή. 

  Ο ύστατος  αποχαιρετισμός στο Α' Νεκροταφείο, 10 Νοεμβρίου 2020

Θα ήθελα να σας πω κλείνοντας ότι αισθάνομαι ότι ο Μίμης δεν πέθανε. Ο Μίμης “εκοιμήθη”, όπως έγραψα αρχικά, και αυτή ήταν και η εικόνα του όταν τον αντικρύσαμε λίγο πριν την ταφή του. Ένας ήρεμος ευγενής άνδρας, ένας ωραίος Έλληνας, ο Μίμης, που θα ζει μαζί μας για πολλά χρόνια. 

Κάντε κλικ στις εικόνες για μεγέθυνση

Σημ.  Μέρος του φωτογραφικού υλικού παραχωρήθηκε ευγενικά από τους συνδαιτημόνες. Επίσης αντλήθηκε από τον Κατάλογο της Έκθεσης του Δημήτρη Φατούρου που επανεκδόθηκε από τις ΔΟΜΕΣ.

2 comments :

  1. Θαυμάσια παρουσίαση.Γιώργο σε ευχαριστούμε

    ReplyDelete
  2. Κύριε Τριανταφύλλου, πολύ ενδιαφέρουσα η συνέντευξή σας στο τρίτο πρόγραμμα καθώς και οι μουσικές επιλογές! Μεταξύ άλλων, δε γνώριζα για το στέκι του Οικονόμου. Ελπίζω μια μέρα να σας γνωρίσω από κοντά. Καλή συνέχεια στην δύσκολη αυτή για όλους μας συγκυρία της πανδημίας.
    Με εκτίμηση, Μυρτώ Κωσταροπούλου

    ReplyDelete