Tuesday, June 14, 2022

 

Η «ΜΕΔΟΥΣΑ»

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ

Μία έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη 


Με συγκινούν οι άνθρωποι που υπηρετούν μέχρι και την τελευταία τους στιγμή το όραμά τους και φροντίζουν να το διασώσουν και να το προβάλουν, προετοιμάζοντας μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια, φροντίζοντας ακόμη και την οικονομική κάλυψη, και επιλέγοντας τους κατάλληλους ανθρώπους να το υλοποιήσουν.

Αναφέρομαι στην Μαρία Δημητριάδη, την γοητευτική αυτή προσωπικότητα, που σε ηλικία 19 ετών έστησε το 1979 την Αίθουσα Τέχνης Μέδουσα, με επιρροή από την θεία της εικαστικό Μαρία Σπέντζα και τον πατέρα της Κοσμά Δημητριάδη, σχεδιαστή κοσμημάτων. Πρώτα στο Παγκράτι και ένα χρόνο αργότερα στο Κολωνάκι στην οδό Ξενοκράτους 7. Έφυγε άδοξα από την ζωή χάνοντας τη μάχη με τον καρκίνο τον Οκτώβριο του 2017, και τις τελευταίες της στιγμές ζήτησε από δικούς της ανθρώπους να φροντίσουν να παραχωρηθεί η συλλογή της στην Εθνική Πινακοθήκη, και παράλληλα να παρουσιαστεί σε μια έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη μαζί με έναν σημαντικό κατάλογο.


Μία συλλογή με έργα που αποκαλύπτουν μία εποχή, όπου η Μέδουσα γίνεται βήμα νέων καλλιτεχνών, τα εγκαίνια των εκθέσεων γενικότερα αποτελούσαν ένα κοινωνικό γεγονός, και οι εφημερίδες φιλοξενούσαν κείμενα κριτικών της τέχνης. Η Δημητριάδη, μέσω του Ακριθάκη (έκθεση το 1980) γνωρίζει τον Ιόλα και μαζί του οργανώνει σημαντικές εκθέσεις, μεταξύ των οποίων και του Takis.


«Αναζητούσε την συνύπαρξη των καλλιτεχνικών τάσεων με γνώμονα την αισθητική συγκίνηση» γράφει η Ελισάβετ Πλέσσα στο εισαγωγικό της κείμενο στην έκθεση και προσθέτει ότι έχοντας πάθος για την Τέχνη αγόραζε συστηματικά έργα τέχνης επενδύοντας πάνω στους καλλιτέχνες που συνεργαζόταν, δημιουργώντας την σημαντική αυτή συλλογή.




Και την συλλογή αυτή είχε το θάρρος, λίγο πριν τον θάνατό της, μέσω της διαθήκης της, να αναθέσει στον γλύπτη Νάκη Τατσιόγλου, την υπεύθυνη της Μέδουσας Πηνελόπη Ταράτσα, και στον ζωγράφο Μίλτο Μιχαηλίδη, τον συντονισμό και την υλοποίηση της παραχώρησης της Συλλογής στην Εθνική Πινακοθήκη, την πραγματοποίηση της έκθεσης και την έκδοση του βιβλίου. Και βέβαια ήταν πραγματικά ευτυχής συγκυρία που ανατέθηκε ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός της έκθεσης στον Σταύρο Παπαγιάννη και τον Ξενοκράτη Βαρτζίκο (STAGE DESIGN OFFICE). Είχαμε καιρό να δούμε στον χώρο αυτό μια έκθεση έργων τέχνης τόσο καλά παρουσιασμένη.

Η Μαρία Δημητριάδη

Με τις γνωστές αποφασιστικές χρωματικές τους επιλογές στις εκθεσιακές επιφάνειες, ακολουθώντας τις σύγχρονες μουσειολογικές τάσεις, δημιούργησαν μία συγκινητική και υποβλητική ατμόσφαιρα με αφετηρία το ξένοιαστο πορτραίτο της Μαρίας Δημητριάδη και συνεχίζοντας με ενδιαφέρουσες ομαδοποιήσεις των έργων σε άνετες διατάξεις.



Πέρα από τα έργα τέχνης ξεχώρισα τις επιφάνειες με τις αφίσες και την μεγάλη σύνθεση φωτογραφιών από την ζωή και την δράση της Δημητριάδη με ένθετα μικρά έργα τέχνης, εικόνες που επιβεβαιώνουν την ζωντάνια της και την δίψα για ζωή δίπλα σε σημαντικούς ανθρώπους και αγαπημένους φίλους.



Αξίζει να τιμούμε και να μην ξεχνάμε τους ανθρώπους εκείνους που έγραψαν ιστορία στον χώρο της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα, όπως και η Έπη Πρωτονοταρίου και ο Μάνος Παυλίδης με την γκαλερί Δεσμός, που αγάπησαν την τέχνη όπως και την ζωή.

Η έκθεσε διήκεσε από τις 24 Μαρτίου έως τις 22 Μαϊου 2022. Δείτε στην συνέχεια επιλεγμένα έργα της συλλογής που κατέγραψα:

Αλέξης Ακριθάκης, Χωρίς τίτλο.1990

Δημήτρης Σακελλίων, Yellow Living Room, 1979

Μαρία Σπέντζα, Χωρίς τίτλο, 1974


Χρήστος Τζίβελος, Χωρίς τίτλο 1984 (από την έκθεση «Πυρώ» 1986

Ναυσικά Πάστρα, Συνάρτησις 5 (από την ενότητα "Αναλογικά 3" 1982-1986

Άσπα Στασινοπούλου, Χωρίς τίτλο, περίπου 1987

Αιμιλία Παπαφιλίππου, Κουτί/Καθρέφτης, 1986

Αννίτα Ξανθού, Εν θερμώ σημαία, 2006 (λεπτομέρεια)

Κώστας Κουλεντιανός, Χωρίς τίτλο, 1983

Γιάννης Κονταράτος, Χωρίς τίτλο, 2013-3014

Κώστας Κουλεντιανός, Χωρίς τίτλο, 1983


Takis, Μουσικό 1965

Αννίτα Αργυροηλιοπούλου, (από την έκθεση «Σχεδία στον χώρο» 1993)

Μίλτος Μιχαηλίδης, Το τέλος του παιχνιδιού, 2008-2009

Γιώργος Ρόρρης, Ακίνητη, 2006-2007

Πέπη Σβορώνου-Κοκκινίδου, Φιγούρες σε ροζ φόντο, 1988

Τάσος Μαντζαβίνος, Χωρίς τίτλο, 1989

Γιάννης Λασηθιωτάκης, Ιστορίες του ανέμου, 1996

Μαρία Βλαντή, Χωρίς τίτλο, 2002

Ελένη Ζούνη, Τρόπος του Λέγειν, 2016
Βαρβάρα Μαυρακάκη, Χωρίς τίτλο, 2005

Ντόρα Πούλμαν, Καθ’όλας τας κατευθύνσεις, 2011

Κώστας Τσικνής, Άνοιξη, 2012



Κάντε ΚΛΙΚ στις εικόνες για μεγέθυνση



Monday, June 6, 2022



Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

Αναζητώντας τηλεφακούς και ευρυγώνιους




Παρακολουθώντας τις θεατρικές παραστάσεις, ανάμεσα στις σκηνές κορύφωσης, παράλληλα με το έργο με απασχολούν οι σκηνοθετικές και σκηνογραφικές επιλογές, οι φωτισμού και τα κοστούμια. Πιο συγκεκριμένα μέσα μου σχολιάζω αναρωτιέμαι, διερευνώ τους τρόπους που γίνονται τα πράγματα, φτάνοντας σε αξιολογήσεις ακόμη και σε προτάσεις. Έχω την εντύπωση ότι όλα αυτά οφείλονται στην εμπειρία μου ειδικά την δεκαετία του ΄70 που φίλοι από τότε με τον Θανάση Παπαγεωργίου και την Λήδα Πρωτοψάλτη παρακολουθούσαμε επί ώρες τις πρόβες, την όλη προετοιμασία και τις παραστάσεις στο θέατρο ΣΤΟΑ, συμμετέχοντας στους προβληματισμούς και συζητώντας τις επιλογές. Με στοίχειωσαν φαίνεται αυτά!



Τα τελευταία χρόνια έχω μία παράξενη και έντονη επιθυμία, παρακολουθώντας τις θεατρικές παραστάσεις. Κάποιες φορές θα ήθελα να είχα την φωτογραφική μου μηχανή, με τηλεφακούς και ευρυγώνιους και να καταγράφω την ατμόσφαιρα και κάθε λεπτομέρεια της θεατρικής πράξης που με συγκινεί, μια και τελικά είναι εφήμερη και χάνεται μαζί με όλα τα ευρήματα και τις κατακτήσεις των συντελεστών, και σταδιακά διαγράφεται και από την μνήμη.


Λεπτομέρεια του σκηνικού της Εύας Μανιδάκη από ΤΟ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ, την συμπληρωματική παράσταση της Νέκυιας, στην Επίδαυρο, με το ιαπωνικό θέατρο Νο, σε σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού τα ξημερώματα της 25 Ιουλίου 2015

Ειδικά μάλιστα όταν παρακολουθώ παραστάσεις που την αρχιτεκτονική της σκηνογραφίας έχει η Εύα Μανιδάκη, όπου εκεί τα πράγματα γίνονται πιο έντονα και κυρίως γιατί απαγορεύεται πλέον η όποια φωτογραφική καταγραφή. Όσο όμως απαγορεύεται τόσο εγώ παρακολουθώντας τις παραστάσεις της τρελαίνομαι, που δεν έχω ένα τηλεφακό να καταγράψω τις φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες, που για μένα όμως αποτελούν ελκυστικά στοιχεία και συγκροτούν ένα κόσμο ευρημάτων, που εμπεριέχει και την κίνηση των επιμέρους αρχιτεκτονικών στοιχείων που συγκροτούν τα σκηνικά της.

Από την παράσταση Αμφιτρύων στην Ελευσίνα σε σκηνοθεσία του Λευτέρη Βογιατζή

Ασφυκτιώ όταν δεν μπορώ να φωτογραφήσω, να νοιώσω αυτή την χαρά που ένοιωσα στο παρελθόν, κατ’ επιθυμία μάλιστα, προσωπικά του αείμνηστου Λευτέρη Βογιατζή, όταν μου ζητήθηκε μέσω της Μανιδάκη να φωτογραφίσω στο Ηρώδειο την παράσταση Αμφιτρύων, που είχα ήδη φωτογραφήσει κρυφά στην Ελευσίνα το 2012, με «άδεια» όμως αυτή την φορά από το Φεστιβάλ.


Από την παράσταση Αμφιτρύων στο Ηρώδειο, του Λευτέρη Βογιατζή

Απόλαυσα τότε κινούμενος πάνω στο διάδρομο του μεσαίου διαζώματος, αλλάζοντας φακούς, παρενοχλώντας τους θεατές με τα ΚΛΙΚ της μηχανής, να καταγράφω τις εναλλαγές της ιδιότυπης κεντρικής περιστρεφόμενης κατασκευής, τις κουρτίνες που πάλλονταν, και τα άλλα σκηνοθετικά ευρήματα και βέβαια τις εκφράσεις και την κίνηση των ηθοποιών. Ένα πολύτιμο αρχειακό υλικό στο αρχείο μου.

Αυτή την χαρά στερούμε έντονα τα τελευταία χρόνια και ειδικά αυτή την εβδομάδα που είχα την τύχη να παρακολουθήσω δύο ακόμα παραστάσεις που σκηνογράφησε η Μανιδάκη. Την όπερα Ριγολέττο στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου και την παράσταση του Χουβαρδά στην Πειραιώς 260, με τίτλο Η άλλη πλευρά της καταιγίδας
Μια φανταστική συνάντηση του Όρσον Ουέλς με τον κόσμο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ


Κατερίνα Ευαγγελάτου

“Ριγολέττος” του Τζουζέππε Βέρντι
στο Ηρώδειο


Μπαίνοντας στο Ηρώδειο, προσκεκλημένος στην πρόβα τζενεράλε για την παράσταση του Ριγολέττο του Βέρντι, αυτό που πρώτο ξεχώρισα ήταν ένα γυναικείο αναγεννησιακό γλυπτό, αντίγραφο έργου του γάλλου γλύπτη Aristide Maillol: με τίτλο "The River"που βρίσκεται στο MoMA, πάνω σε περίτεχνη βάση από τον κόσμο του Σκάρπα, γύρω από υδάτινη διαμόρφωση με νούφαρα, που συνεχίζει γραμμικά να τέμνει κατά μήκος την στενή σκηνή του Ηρωδείου, με ένα ενδιάμεσο σιντριβάνι.


Μια λεπτομέρεια της σκηνικής εγκατάστασης της Εύας Μανιδάκη που στην συνέχεια λειτούργησε οργανικά, για μια εξαιρετική παράσταση που σκηνοθέτησε με τόλμη η Κατερίνα Ευαγγελάτου με πολυάριθμους συντελεστές, υπέροχα κοστούμια του Άλαν Χράνιτελ, ατμοσφαιρικούς φωτισμούς της Ελευθερίας Ντεκώ και χορογραφίες της Πατρίσια Απέργη. Μιας παράστασης που λόγω της στενότητας της σκηνής, αναπτύχθηκε καθ ύψος στις διώροφες κατασκευές που παραπέμπουν σε «ένα φθαρμένο από τον χρόνο αρχοντικό της ιταλικής επαρχίας», φτάνοντας ακόμη και μέχρι το τελευταίο επάνω καγκελόφρακτο φάτνωμα του τοίχου του Ηρωδείου.



Απολαύσαμε μία νέα φρέσκια ανάγνωση τοποθετημένη στα μέσα της δεκαετίας του 1980 στην Ιταλική επαρχία, σε μια κοινωνία βουτηγμένη στην απάτη την διαφθορά και τις δολοφονίες αλλά παράλληλα προσεύχεται, είναι δέσμια της κατάρας και είναι προληπτική. Την μουσική διεύθυνση είχε ο διαπρεπής αρχιμουσικός και καλλιτεχνικός διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών Λουκάς Καρυτινός, και τον ρόλο του Ριγολέττου ανέλαβε ο διεθνώς αναγνωρισμένος Έλληνας βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός, που καταχειροκροτήθηκαν, μαζί με όλους τους άξιους συντελεστές της παράστασης.


Γιάννης Χουβαρδάς

Η άλλη πλευρά της καταιγίδας

Μια φανταστική συνάντηση του Όρσον Ουέλς 
με τον κόσμο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ


Στο έργο που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Χουβαρδας, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών όλα ήταν διαφορετικά. Πιο δύσκολα θα έλεγα, σε μια τεράστια και αχανή «σκηνή», τμήμα του παλιού βιομηχανικού κτιρίου Δ στην Πειραιώς 260, που δεν ξεχώριζες από την αρχή τι ανήκε στο σκηνικό και τι προϋπήρχε, σαν να ήταν πάντα στο χώρο.



Όπως παραδείγματος χάριν το γνωστό υπερυψωμένο γυάλινο παρατηρητήριο ελέγχου δεξιά της σκηνής, που και στο έργο όπως και στην χρήση του βιομηχανικού χώρου, είχε την ίδια χρήση.

Έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε ένα κινηματογραφικό πλατό, σε ένα παλιό, μεγάλο στούντιο του Χόλυγουντ, με διάσπαρτους κινηματογραφικούς προβολείς, όπου έχουν ενταχθεί πάνω από 7 κινούμενες σκηνογραφικές ενότητες, για να υπηρετήσουν μια παράσταση που συνέθεσε ο Χουβαρδάς, όπου η σαιξπηρική Καταιγίδα (The Tempest) συναντιέται με το Χόλιγουντ της «Χρυσής Εποχής» και τον ιδιοφυή, επαναστάτη δημιουργό Όρσον Ουέλς, με αναφορά δηλαδή στο τελευταίο θεατρικό έργο του Άγγλου δραματουργού και την τελευταία, ανολοκλήρωτη ταινία του Όρσον Ουέλς Η άλλη πλευρά του ανέμου.



Δεν θα αναφερθώ στο κείμενο και την αστείρευτη και χειμαρρώδη γραφή του Χουβαρδά. Κάποιες φορές μάλιστα χάθηκα, μπερδεύτηκα, μη προετοιμασμένος, μην έχοντας διαβάσει το κείμενο του Σαίξπηρ ή δει την ανολοκλήρωτη ταινία του Ουέλς. Τις σχετικές αυτές αφετηρίες που ίσως χρειαζόταν, αλλά δεν είχα χρόνο. Και άλλες φορές στις παραστάσεις του Χουβαρδά χάνω το κείμενο, ειδικά μάλιστα όταν ξεχνιέμαι και επικεντρώνομαι με την αρχιτεκτονική της παράστασης, στην πολλαπλότητα τον αιφνιδιασμό των εναλλαγών.

Ο Έκτορας Λυγίζος


Και αυτή την φορά η συνεργασία Χουβαρδά και Μανιδάκη ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, ειδικά και γιατί υπήρχε ο ευφυής συνδυασμός θεατρικής πράξης και κινηματογραφικών γυρισμάτων μέσω ενός αεικίνητου οπερατέρ, του Έκτορα Λυγίζου, που κατέγραφε με κάμερες, στο χέρι ή σε βαγονέτο πάνω σε ράγες, εξαιρετικά κοντινά και μακρινά πλάνα σε κινούμενες και σταθερές σκηνογραφικές ενότητες, σε εναλλαγές συνθέσεων που παρακολουθούσαμε παράλληλα στις οθόνες.

















Άλκηστις Πουλοπούλου

Οι ηθοποιοί ήταν υποχρεωμένοι να λειτουργούν σε ζωντανό θεατρικό επίπεδο και ταυτόχρονα να υπακούσουν στους κανόνες του κινηματογράφου, σε σχέση με το πού θα σταθούν και πού θα κοιτάξουν και θα τοποθετηθούν. Έχω ξαναπαρακολουθήσει ανάλογες παραστάσεις με ταυτόχρονη προβολή όπως Οι παλιοί Καιροί του Πίντερ στο Θέατρο Τέχνης το 2018, αλλά αυτή την φορά η παράσταση αυτή ξεπέρναγε κάθε προηγούμενο.


Ο Έκτορας Λυγίζος


Γρήγορες εναλλαγές σκηνών, κοστούμια, μουσική με αναφορές στο Χόλυγουντ και στον Φελίνι, μία φαντασμαγορική μίξη θεάτρου και κινηματογράφου, με ένα λαμπερό σύνολο ηθοποιών από όλες τις γενιές του ελληνικού θεάτρου. Αποδείχθηκε ότι υπήρχε μια μοναδική συνεργασία, με πολύ αγωνία και πολύ μόχθο και έμπνευση, για να στηθεί μια τέτοια τόσο πολυσύνθετη παράσταση, που τελικά συνδυάζει απολαυστικά το θέατρο τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Όλα λειτούργησαν άψογα, οι ηθοποιοί αλλά και οι συνεχείς κινήσεις και η μετάλλαξη των σκηνικών ενοτήτων, μέσα από ευρηματικούς μηχανισμούς, με τον κίνδυνο και την αγωνία να μην λειτουργήσουν σωστά και την κατάλληλή στιγμή, μια και η τεχνολογία συχνά μας προδίδει. Ένας πραγματικός άθλος. Και μάλιστα έμμεσα εισπράξαμε και μία μεγάλη χαρά, που φαίνεται ότι ενυπήρχε σε όλη την προετοιμασία, και όπως είπε ο Δημήτρης Πιατάς στην συζήτηση που ακολούθησε, μέσα στο μεγάλο διάστημα που κράτησαν οι πρόβες, εκπαιδευτήκαμε και βιώσαμε ατμόσφαιρες και συνθήκες που δεν είναι συνήθεις στην επαγγελματική πραγματικότητα του ελληνικού θεάτρου.

Ο Δημήτρης Πιατάς


Προφανώς και εχθές ψαχνόμουν ασυναίσθητα να βρω τους φακούς μου για να καταγράψω, για να κρατήσω στο αρχείο μου τις αναπάντεχες και τις αμέτρητες σκηνικές και υποκριτικές εκπλήξεις αυτής της παράστασης, στην οποία προφανώς έχουν ενσωματωθεί και μια σειρά ατυχημάτων που προέκυψαν κατά την πορεία. Και αυτό έχει ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον με δεδομένο μάλιστα ότι ο Όρσον Ουέλς είχε πει ότι το γύρισμα μιας ταινίας είναι μια σειρά από ατυχήματα, που τελικά ο σκηνοθέτης προσπαθεί να τα τιθασεύσει προκειμένου να κάνει ένα ολοκληρωμένο έργο τέχνης, κάτι που τελικά επιτεύχθηκε σε αυτή την παράσταση στην Πειραιώς 260.

Ο Γιάννης Βογιατζής στον μονόλογό του λίγο πριν το φινάλε

Ξεχώρισε λίγο πριν το τέλος ο αειθαλής Γιάννης Βογιατζής, με τον μονόλογό του, που αποκάλυψε μια πραγματική πτυχή της ζωής του, σε σχέση με τον Γιάννη Χουβαρδά και το Θέατρο Αμόρε. Εξαιρετικοί οι Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Έκτορας Λυγίζος, Άρης Μπαλής, Ελένη Μπούκλη, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Αντώνης Μυριαγκός, Δημήτρης Παπανικολάου, Δημήτρης Πασσάς, Δημήτρης Πιατάς, Άλκηστις Πουλοπούλου, Χάρης Φραγκούλης, και Αχιλλέας Χαρίτος.


Από το φινάλε: Δημήτρης Πιατάς, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Άλκηστις Πουλοπούλου, Γιάννης Βογιατζής, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης

Τον σχεδιασμό των φωτισμών και την  Κινηματογράφηση βιντεοσκοπημένων σκηνών είχε ο Σίμος Σαρκετζής και τον σχεδιασμό των ζωντανών πλάνων έκαναν ο Έκτορας Λυγίζος, και ο Παντελής Μάκκας.

 Κάντε ΚΛΙΚ στις εικόνες για μεγέθυνση