Monday, May 10, 2021



ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟΙ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

Ο Πάνος Τζώνος ανοίγει εκ νέου τον διάλογο

+
Ο ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΕΙΤΑΙ
6η δημοσίευση



Ο Πάνος Τζώνος υπήρξε δάσκαλός μου την δεκαετία του ΄70 στην Αρχιτεκτονική Σχολή στην Θεσσαλονίκη, επιμελητής τότε στην Έδρα του Δημήτρη Φατούρου. Υπέρμετρα μεθοδικός και παράλληλα αιρετικός και παραβάτης θα έλεγα, όχι μόνο μέσα από τον πυκνό του λόγο και τις σχολαστικές του αναλύσεις, αλλά και με την αμεσότητα της στάσης του σώματος, καθισμένος συχνά στα μαθήματα απέναντί μας, πάνω στα σχεδιαστήρια, και με τις ενδυματολογικές του επιλογές με αγγλο-σαξωνικές επιρροές, φορώντας παράξενες πολύχρωμες κάλτσες που κέντριζαν το ενδιαφέρον μας και τον παρακολουθούσαμε προσηλωμένοι.

Πέρασαν σχεδόν 50 χρόνια από τότε και στο διάστημα αυτό παρακολουθώ τις πολλαπλές δραστηριότητές του, και την επιμονή του στην αρχιτεκτονική, την διδασκαλία ως καθηγητής Κτιριολογίας στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ., την συγγραφή βιβλίων για την θεωρία και εφαρμογή της αρχιτεκτονικής, τον σχεδιασμό μεγάλου αριθμού δημοσίων και ιδιωτικών έργων και τα τελευταία χρόνια την συστηματική συμμετοχή του ως συντονιστής του Διαπανεπιστημιακού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Μουσειολογίας-Διαχείρισης Πολιτισμού του Α.Π.Θ. που υπηρετεί συστηματικά μαζί με την Ματούλα Σκαλτσά.

Με την ευκαιρία μιας διάλεξης που έδωσα πρόσφατα στο πλαίσιο αυτών των μαθημάτων, ξαναβρεθήκαμε στο ίδιο κλίμα των αναζητήσεων και των προβληματισμών και χάρηκα που στάθηκα πάλι δίπλα σε έναν χαρισματικό συνομιλητή. Στο πλαίσιο αυτής της επανασύνδεσης, τέθηκε και το θέμα των αρχιτεκτονικών διαγωνισμών, που οδήγησε σε ένα πρώτο κείμενο που ο Πάνος Τζώνος μου εμπιστεύτηκε και παραθέτω στην σημερινή ανάρτηση. Σημειωτέον ότι ο ίδιος έχει συμμετάσχει σε πολυάριθμους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και έχει κερδίσει πολλά βραβεία. Το πραγματικά πολυσυζητημένο θέμα των αρχιτεκτονικών διαγωνισμών παραμένει μια ανοιχτή πληγή που δεν επουλώνεται. Διαρκώς πυκνώνουν οι εξαγγελίες έργων που προσπερνούν την σοφή αυτή διαδικασία, για λόγους τάχα χρόνου, αλλά τελικά εξυπηρετούνται οι γνωστοί μηχανισμοί στοχευμένων αναθέσεων.

Σήμερα με αφορμή το πρώτο αυτό κείμενο, ευελπιστώ και επιθυμώ να ανοίξει ένας νέος διάλογος και να επανατοποθετηθούμε πιο δυναμικά για αυτό το θέμα που συγκροτείται από πολλές πτυχές. Γιατί εκτός από τους Πανελλήνιους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς που εξερευνά αυτό το κείμενο, υπάρχουν ακόμη και πολλά άλλα είδη όπως οι διεθνείς διαγωνισμοί, οι διαγωνισμοί ιδεών, οι κλειστοί διαγωνισμοί για ιδιωτικά αλλά και δημόσια έργα κλπ που χρήζουν έναν ευρύτερο διάλογο.

Πέρα από τις μέχρι σήμερα αναρτήσεις σε αυτό το blog, ανοίγουμε ξανά σήμερα αυτή την συζήτηση, πιο συστηματικά, με δεδομένο ότι και η γνωστή «παρέα του Οικονόμου» την έχει ήδη ξεκινήσει στις συναντήσεις της Τετάρτης, και ελπίζω ότι θα προκύψει ένα ενδιαφέρον με συγκεκριμένα κείμενα, όπως αυτό που παραθέτω στην συνέχεια.

Ο Πάνος Τζώνος αναδεικνύει και πάλι εδώ την ιδιότυπη και αιρετική πλευρά του, εντάσσοντας στο κείμενό του σκίτσα του διάσημου Ρουμάνου, εβραϊκής καταγωγής, αρχιτέκτονα και καρτουνίστα Saul Steinberg, που έζησε και δραστηριοποιήθηκε στην Νέα Υόρκη, με δημοσιεύσεις και εκθέσεις σε μουσεία και γκαλερί.



Πανελλήνιοι αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί,
- τι μπορεί να γίνει καλύτερα;

του Πάνου Τζώνου,
Ομότιμου καθηγητή Α.Π.Θ


   Χωρίς αμφιβολία το δημόσιο πρόσωπο της ελληνικής αρχιτεκτονικής, μεταπολεμικά, σφραγίστηκε από τον θεσμό των πανελλήνιων αρχιτεκτονικών διαγωνισμών. Ούτε μπορεί να υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ότι, από την πρώτη του σοβαρή θεσμική κατοχύρωση, με την εμπεριστατωμένη και διορατική Υπουργική Απόφαση του 1970, μέχρι και την τελευταία αντίστοιχη προσαρμογή στις νέες συνθήκες του 2011, ο θεσμός μπορεί να θεωρηθεί επιτυχημένος, θα έλεγα απαραίτητος, για την αξιοκρατική ανάδειξη αρχιτεκτονικών προτάσεων που αξίζει να υλοποιηθούν.

   Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν μια ανάλογη καθολική συμφωνία υπάρχει και για τα ευαίσθητα σημεία του θεσμού, τα οποία έχουν οδηγήσει κάποιες φορές σε δυσκολίες. Τέτοιες δυσκολίες έχουν κατά καιρούς, συνήθως έμμεσα, επισημανθεί, αλλά δεν νομίζω ότι έχουν γίνει συστηματικές σκέψεις και προτάσεις για την αντιμετώπισή τους, με στόχο πάντα την ισχυροποίηση του επιτυχημένου θεσμού.
     Στα ευαίσθητα αυτά σημεία επικεντρώνεται το σημείωμα αυτό, θέτοντας ζητήματα για συζήτηση.
  Ποιές είναι οι, σε όλους μας γνωστές, βασικές ρυθμίσεις που χαρακτηρίζουν κρίσιμα τους πανελλήνιους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς, σε όλη αυτή την περίοδο;

1. Ο δημόσιος φορέας – διοργανώτρια αρχή, προκειμένου να εξασφαλίσει ποιοτικές μελετητικές προτάσεις για «αξιόλογα τεχνικά έργα», έχει υποχρέωση να προκηρύσσει αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, απευθυνόμενο στο σύνολο των ασκούντων το επάγγελμα του αρχιτέκτονα.
2. Η διοργανώτρια αρχή οφείλει, για την διενέργεια του διαγωνισμού, να προετοιμάσει φάκελο, ο οποίος περιλαμβάνει όλα όσα ο διαγωνιζόμενος οφείλει να γνωρίζει για το αντικείμενο, τα ζητούμενα και τη διαδικασία κρίσης του διαγωνισμού. Αυτά, μαζί με τον αριθμό και το ποσό των προβλεπόμενων βραβείων, περιλαμβάνονται στο κείμενο προκήρυξης του διαγωνισμού.
3. Συγκροτείται κριτική επιτροπή του διαγωνισμού, αποτελούμενη από μέλη οριζόμενα από την διοργανώτρια αρχή (τα οποία βρίσκονται πάντα σε μειοψηφία ως προς τον συνολικό αριθμό των μελών της επιτροπής) και από μέλη τα οποία ορίζονται από τους επαγγελματικούς συλλόγους και επιμελητήρια των διαγωνιζόμενων ειδικοτήτων.
4. Η διοργανώτρια αρχή οφείλει, εφόσον έχει απονεμηθεί πρώτο βραβείο, και εάν το έργο υλοποιηθεί, να αναθέσει την εκπόνηση της, συνέχεια, πλήρους μελέτης στην βραβευθείσα ομάδα.

 Οι όροι αυτοί τηρήθηκαν σε όλους τους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς τον τελευταίο μισό αιώνα. Σε ποιά σημεία εμφανίστηκαν δυσκολίες και γιατί;
   Η τριακονταετής προϊστορία του Μουσείου της Ακρόπολης, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, με τέσσερις αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και έντονες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις, θα κατείχε τα πρωτεία στην εξιστόρηση των δυσκολιών αυτών (βλ. π.χ. Έρση Φιλιπποπούλου, Το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, δια πυρός και σιδήρου, Εκδόσεις Παπασωτηρίου, 2011). Αλλά και σε ό,τι αφορά γενικότερα το θέμα μας, ο αρχιτεκτονικός κόσμος (κι εγώ μαζί, στα 53 χρόνια που μεσολάβησαν μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας συμμετοχής μου σε αρχιτεκτονικό διαγωνισμό) συζήτησε, έγραψε και διάβασε επαίνους και επικρίσεις, διαμαρτυρίες και υπερασπίσεις για τα αποτελέσματα πολλών αρχιτεκτονικών διαγωνισμών για διάφορα είδη κτιρίων.
  Θα προσπαθήσω να βάλω σε τάξη όσα άκουσα και σκέφτηκα σχετικά με τις δυσκολίες αυτές, αρχίζοντας από την αρχή.


   Α. Τα κτίρια και οι αρχιτεκτονικοί γι’ αυτά διαγωνισμοί προφανώς δεν γίνονται πρωτίστως ούτε για να προωθήσουν την ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ και τις στιλιστικές της διαμάχες, ούτε τις, καθ’ όλα νόμιμες, φιλοδοξίες των καλώς, παθιασμένων με την αρχιτεκτονική αρχιτεκτόνων. Γίνονται για να καλύπτουν τις σύνθετες ανάγκες συγκεκριμένης κοινωνίας, μεταξύ αυτών, ασφαλώς, και την ανάγκη έκφρασης στον δημόσιο χώρο της πολιτισμικής της αυτοσυνειδησίας. Για την κάλυψη των αναγκών αυτών θεσμικά υπεύθυνοι είναι οι αρμόδιοι φορείς – που διοργανώνουν και τους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς.

   Β. Η επαγγελματική δραστηριότητα του αρχιτέκτονα είναι από τις ελάχιστες, που δεν έχει υποστεί την συνήθως ακραία εξειδίκευση η οποία σταδιακά χαρακτήρισε όλους τους άλλους επιστημονικούς και τεχνικούς κλάδους κατά τη νεωτερικότητα. Οι αρχιτέκτονες είναι από τους τελευταίους που διατηρούν κάτι από τον αναγεννησιακό homo universalis. Ασχολούνται με τον σχεδιασμό κάθε κατηγορίας και είδους κτιρίων και χρηστικών αντικειμένων. Και ανάλογη είναι η πανεπιστημιακή τους εκπαίδευση. Ανάλογη είναι βέβαια και η δυνατότητά τους να εμβαθύνουν στις ιδιομορφίες ειδικών κτιριακών κατηγοριών.



   Από τη συνδυασμένη εξέταση των τεσσάρων πρώτων βασικών ρυθμίσεων και των δύο τελευταίων διαπιστώσεων, σε συσχετισμό και με την εμπειρία μας από τα αποτελέσματα των αρχιτεκτονικών διαγωνισμών των τελευταίων δεκαετιών, μπορούμε, νομίζω, να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα για το ζήτημα που αρχικά έθεσα: Που οφείλονται οι «δυσκολίες» που συχνά παρατηρούμε στην διεξαγωγή των πανελλήνιων αρχιτεκτονικών διαγωνισμών και στα αποτελέσματά τους;

   Προετοιμασία φακέλου προκήρυξης διαγωνισμού.

   Απαραίτητη προϋπόθεση για την επίλυση ενός προβλήματος είναι η γνώση του ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί. Η φάση της διατύπωσης του σχεδιαστικού προβλήματος, γνωστή ως "Προγραμματισμός", είναι τουλάχιστον εξίσου κρίσιμη όσο και η φάση του σχεδιασμού και αποτελεί διεθνώς αντικείμενο μεταπτυχιακών ειδικεύσεων, ενώ καλύπτεται βέβαια από εκτεταμένη σχετική βιβλιογραφία.
  Η ιδιομορφία του Προγραμματισμού είναι ότι ότι δεν έχει σαφή όρια στην επαφή του με τον Σχεδιασμό: Η έννοια των "δεδομένων" και των "απαιτήσεων" του σχεδιαστικού προβλήματος είναι ελαστική (π.χ. το εκπαιδευτικό ψυχολογικό κλίμα σε ένα σχολικό κτίριο ή και η δημόσια εικόνα που αυτό οφείλει να αποπνέει περιλαμβάνονται στα "δεδομένα" και στις "απαιτήσεις", ή αυτά επαφίενται στην κρίση του αρχιτέκτονα μελετητή;). Όσο όμως περισσότερο προδιαγράφουμε προγραμματικά το πεδίο της λύσης, τόσο πιο βαθιά εισχωρούμε στο πεδίο του Σχεδιασμού. Από την άλλη πλευρά, όταν υπο-προσδιορίσουμε το προς επίλυση αρχιτεκτονικό πρόβλημα, κινδυνεύουμε να μην αναγνωρίζουμε στις αρχιτεκτονικές προτάσεις αυτό που είχε κατά νου η διοργανώτρια αρχή.
   Στο παράδειγμα και πάλι του Μουσείου της Ακρόπολης, ανατρέχοντας στην ιστορία του, θα διαπιστώσουμε ότι οι δεκαετίες που αναλώθηκαν και οι δυσκολίες των αλλεπάλληλων αρχιτεκτονικών διαγωνισμών οφείλονταν κυρίως σε υπο-προγραμματισμό και κατά συνέπεια σε ασαφή και ανώριμη διατύπωση του προβλήματος.

   Η αλήθεια είναι ότι ο Προγραμματισμός δεν είναι από τα δυνατά σημεία της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, και γενικότερα της ελληνικής δημόσια ζωής. Εξ' ίσου αληθεύει ότι υπάρχουν και μεμονωμένες περιπτώσεις που μαρτυρούν το αντίθετο, τις οποίες έχω προσωπικά βιώσει και θα μπορούσα να αναφερθώ σε αυτές. Ωστόσο αυτές οι σπανιότερες περιπτώσεις αν και αναγκαίες , δεν είναι ικανές για να διασφαλίσουν το τελικό επιθυμητό αποτέλεσμα, όπως θα δείξω παρακάτω.

   Συμπέρασμα πρώτο: Τον φάκελο του διαγωνισμού πρέπει να ετοιμάζει, για λογαριασμό της διοργανώτριας αρχής, εξειδικευμένη ομάδα, η οποία, εκτός από τους πεπειραμένους "προγραμματιστές" και τεχνικούς, θα πρέπει να περιλαμβάνει και έμπειρους γνώστες των λειτουργικών ιδιομορφιών που θέτει ο κάθε αρχιτεκτονικός τύπος κτιρίου, η κατάστασή του ή η χρήση του –δηλαδή νοσοκομειολόγους, παιδαγωγούς, μουσειολόγους, αποκαταστάτες, ηλεκτρακουστικούς, θεατρολόγους, κ.ο.κ. Αυτοί θα πρέπει να καλύπτουν την σαφή διατύπωση όλου του εύρους των δεδομένων και των ζητουμένων του αρχιτεκτονικού προβλήματος. Σε ειδικές μάλιστα περιπτώσεις μπορεί να χρειάζεται να προηγείται είτε μια μικρή εξειδικευμένη προκαταρκτική μελέτη, π.χ. νοσοκομειολόγων, ή ακόμα μια ευρύτερη, όπως μια προκαταρκτική μελέτη αποκατάστασης, ή μια ακόμη πιο πλήρης, όπως ενός μουσειολογικού νοηματικού Προγραμματισμού.





  

 Κριτική επιτροπή και διαδικασία κρίσης του διαγωνισμού

   Θα επανέλθω στο παράδειγμα του Μουσείου της Ακρόπολης. Κατά τον προτελευταίο διαγωνισμό είχαμε δει, όταν η μελέτη είχε ήδη προχωρήσει, να διαπιστώνεται η αδυναμία μιας βέλτιστης έκθεσης της ζωφόρου στην βραβευμένη λύση (παράλληλα βέβαια και με το πρόβλημα της θεμελίωσης σε άγνωστες συνθήκες καταχωμένων αρχαιοτήτων). Κατά τον τελευταίο και τελικό διαγωνισμό της ίδιας σειράς, είδαμε το δεύτερο βραβείο να απονέμεται σε μια λύση -συνεργασία ελληνικού αρχιτεκτονικού γραφείου με διεθνή star αρχιτέκτονα- η οποία όμως δεν είχε καμία σχέση με την προδιαγραφή τρόπου έκθεσης της ζωφόρου που έθετε ο αγωνοθέτης (για την ανταπόκριση σε αυτόν τον όρο του διαγωνισμού ορθά βραβεύθηκε η λύση που τελικά υλοποιήθηκε). Σε έναν πρόσφατο διαγωνισμό για αρχαιολογικό μουσείο, στον οποίο είχα λάβει μέρος, είδαμε η προκήρυξη να περιλαμβάνει μια υποδειγματική μουσειολογική μελέτη Προγραμματισμού, η οποία με ακρίβεια και ευθυκρισία διατύπωνε τα μουσειολογικά ζητούμενα, αλλά το βραβείο να απονέμεται σε λύση που δεν λάμβανε υπόψη τις απαιτήσεις αυτές.
   Η νομοθεσία σωστά προβλέπει την λογική και την αντιπροσωπευτικότητα της σύνθεσης της κριτικής επιτροπής. Πώς μπορεί να προβλεφθεί όμως και η αποφυγή αστοχιών σε κρίσεις σαν τις παραπάνω; Το ιδανικό θα ήταν, βέβαια, η διοργανώτρια αρχή και οι επαγγελματικοί φορείς να στέλνουν, κατά περίπτωση, κριτές με μελετητική πείρα τουλάχιστον τόση, όση αναμένεται από τους καλύτερους διαγωνιζόμενους. Οι κριτές ευθύνονται τελικά για την ποιότητα του κτίσματος που θα εμφανιστεί στον δημόσιο χώρο. Και όλοι γνωρίζουμε τις διαδικασίες με τις οποίες αυτοί οι κριτές κατά καιρούς επιλέγονταν εκ μέρους των επαγγελματικών οργάνων των αρχιτεκτόνων.

   Συμπέρασμα δεύτερο: Εκτός από την, κατά το δυνατόν, συγκρότηση των επιτροπών από υψηλού επιπέδου κριτές, φαίνεται ότι είναι απαραίτητη και η πλαισίωση της επιτροπής κρίσης από ομάδα εμπειρογνωμόνων για το κάθε φορά αντικείμενο του διαγωνισμού, με εισηγητική μόνον αρμοδιότητα. Η ομάδα αυτή θα πρέπει να έχει σύνθεση ανάλογη με εκείνην του Προγραμματισμού, όπως παραπάνω προτάθηκε, ή και, ακόμη καλύτερα να συμμετέχουν σε αυτή μέλη εκείνης, τα οποία θα μεταφέρουν και το πνεύμα του Προγραμματισμού. Στην περίπτωση αυτή η γνωμάτευση της ομάδας εμπειρογνωμόνων θα έπρεπε να γίνεται αμέσως μετά την σύμφωνα με τον νόμο αποσφράγιση των μελετών, ώστε όταν η κριτική επιτροπή αρχίσει τις εργασίες της για την αξιολόγηση των συμμετοχών, να έχει υπόψη της το πόρισμα της ομάδας εμπειρογνωμόνων. Το πόρισμα αυτό θα έπρεπε επίσης να συνοδεύει το πρακτικό κρίσης, το οποίο η κριτική επιτροπή υποβάλλει στην διοργανώτρια αρχή.


   Η διοργανώτρια αρχή

   Το σκεπτικό της υποχρεωτικής ανάθεσης της μελέτης του έργου στο πρώτο βραβείο του διαγωνισμού είναι, κατ' αρχήν, ευνόητο και κατανοητό: Ο εργοδότης δεν μπορεί, κατά τεκμήριο, να έχει ασφαλέστερο ποιοτικό κριτήριο από τους ειδικούς της κριτικής επιτροπής. Πολύ δε περισσότερο όταν η ελληνική δημόσια διοίκηση δεν φημιζόταν ιδιαίτερα για αμεροληψία στις επιλογές της ή για τη χρήση αποκλειστικά αξιοκρατικών κριτηρίων.

   Δεν ισχύει το ίδιο σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Εκεί ο φορέας του έργου έχει συχνά το δικαίωμα να απονέμει μεν το πρώτο βραβείο κατά την πρόταση της επιτροπής, να αποφασίζει ωστόσο διαφορετικά για την ανάθεση της μελέτης του έργου, οπωσδήποτε όμως πάντα μεταξύ των επικρατέστερων συμμετοχών του διαγωνισμού. Διάσημα κτίσματα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής έχουν προκύψει μετά από επίπονη ενασχόληση του φορέα με το προϊόν του διαγωνισμού , (με τη βοήθεια και των συμβουλευτικών του ομάδων από εμπειρογνώμονες), και μετά από μακρές συνεργασίες με τις βραβευθείσες ομάδες. Βέβαια διάσημα αρχιτεκτονικά έργα έχουν προκύψει και από την πλήρη ανάληψη της ευθύνης επιλογής και ανάθεσης από τον ίδιο τον φορέα - αλλά κι αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.

   Συμπέρασμα τρίτο: Δεν ήρθε ίσως ακόμη η στιγμή για μεταφορά τέτοιων ρυθμίσεων στα καθ’ ημάς. Αυτό που θα μπορούσε όμως να γίνει είναι, σε περίπτωση που ο φορέας διαπιστώσει (με την βοήθεια της δικής του ομάδας εμπειρογνωμόνων) σοβαρή αναντιστοιχία μεταξύ του πορίσματος της επιτροπής κρίσης και της συμβουλευτικής ομάδας εμπειρογνωμόνων, να αναπέμπει το θέμα πίσω στην επιτροπή κρίσης για επανεξέταση και τελική πρόταση, δεσμευτική πια για τον φορέα. Η τελική αυτή πρόταση μαζί με την γνωμάτευση της συμβουλευτικής ομάδας εμπειρογνωμόνων θα δημοσιοποιούνταν ως το οριστικό πρακτικό κρίσης του διαγωνισμού, και θα περιερχόταν, όπως άλλωστε πάντα γίνεται, στην γνώση και στην κρίση της αρχιτεκτονικής κοινότητας και των ενδιαφερομένων πολιτών. Θα ήθελα να σημειώσω και τα διδακτικά οφέλη μιας τέτοιας διαδικασίας για τους νεώτερους αρχιτέκτονες.


   Επίλογος

   Γνωρίζω ότι δεν είναι εύκολο να προλάβει κανείς με διαδικαστικές ρυθμίσεις όλες τις αστοχίες, στις οποίες εν δυνάμει υπόκειται η αξιολογική κρίση ενός τόσο σύνθετου και πολυπαραμετρικού αντικειμένου, όπως η αρχιτεκτονική. Γνωρίζω επίσης ότι, από την φύση του φαινομένου του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, είναι αδύνατο να σταθμίσει κανείς με ορθολογικά κριτήρια τόσο ετερογενείς αξίες όσο είναι η ενεργειακή συμπεριφορά ενός κτιρίου απέναντι στον συμβολικό αντίκτυπο της όποιας αρχιτεκτονικής παρέμβασης στον μέσο πολίτη. Αυτόν τον επιστημολογικό γρίφο καμία διαδικασία κρίσης αρχιτεκτονικού διαγωνισμού δεν μπορεί να τον λύσει. Σε αυτόν άλλωστε οφείλεται τόσο η γοητεία του σχεδιασμού, όσο και η δημόσια επιδραστικότητα των προϊόντων του – τελικά η σημασία της Αρχιτεκτονικής.

   Από την άλλη πλευρά δεν μπορώ να μην λάβω υπόψη ότι η αρχιτεκτονική σχεδιάζεται από αρχιτέκτονες και κρίνεται και από αρχιτέκτονες επίσης. Και λόγω της ίδιας της φύσης του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, γνωρίζουμε πόσο επιρρεπείς είναι όλοι αυτοί σε παντοειδή ολισθήματα. Και, σίγουρα, η Θάλεια αγαπάει τον αρχιτέκτονα αλλά αγαπάει και τον ιδιοκτήτη. Το ζήτημα που έθεσε το σημείωμα αυτό είναι να σκεφτούμε τρόπους να ελαχιστοποιήσουμε όσα αρνητικά από κοινού διαπιστώνουμε, για να βελτιώσουμε την εφαρμογή ενός, πέρα από κάθε αμφιβολία, πολύτιμου θεσμού.

   Το ζήτημα των αρχιτεκτονικών διαγωνισμών δεν τελειώνει ασφαλώς με τους πανελλήνιους. Μια σειρά αρχιτεκτονικών διαγωνισμών άλλου τύπου χρειάζεται επίσης την δική της συζήτηση.



Τα σχέδια που εικονογραφούν με νόημα το κείμενο αυτό τα δανείστηκα από την φιλοσοφική παραγωγή των δεκαετιών του ’40 και του ’50 του μεγάλου καρτουνίστα Saul Steinberg.

Κάντε ΚΛΙΚ στις εικόνες για μεγέθυνση


Ο ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΕΙΤΑΙ
6η δημοσίευση


Χορωδία Αθηνών

Στα χρόνια του Γυμνασίου το ενδιαφέρον μου για τη μουσική έγινε πιο μεγάλο, τόσο για τη βυζαντινή όσο και για τη δυτική μουσική. Είχα αρχίσει να παίρνω μαθήματα πιάνου και να συνθέτω μουσική για τραγούδι. Οι δύο πρώτες μου συνθέσεις ήσαν η "Τρελή Χαρά" σε στίχους του Ι. Γρυπάρη και το λαϊκό νανούρισμα" Ύπνε που παίρνεις τα μικρά". Πιάνο και σολφέζ έκανα με τον Γ. Υφαντίδη, τον καθηγητή μου Ωδικής στο Γυμνάσιο.

Το 1952 ύστερα από audition με προσέλαβαν στο χορό της μητρόπολης των Αθηνών. Πρωτοψάλτης ήταν τότε ο Σπύρος Περιστέρης, τον οποίο είχα κάποια χρονιά καθηγητή Ωδικής και αυτόν. Κάποια μέρα μας λέει ο Περιστέρης, ότι του ζήτησε ο Φιλοκτήτης Οικονομίδης, που ήταν διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας και της Χορωδίας Αθηνών, να πάμε οι χορωδοί του χορού της Μητρόπολης να ενισχύσουμε τη Χορωδία Αθηνών,...

Για την συνέχεια κάντε ΚΛΙΚ εδώ  και αναζητείστε την 6η συνέχεια.





No comments :

Post a Comment