Wednesday, April 20, 2016


ΤΑΣΟΣ ΜΠΙΡΗΣ: ΕΠΙΤΙΜΟΣ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΞΑΝΘΗ

σημαντικό αρχιτεκτονικό έργο και γόνιμη διδασκαλία επιβραβεύονται από την σχολή 
που ο ίδιος πρωτοστάτησε για την ίδρυση της

Τάσος Μπίρης

Χρειάστηκε να περάσουν πάνω από δέκα χρόνια για να αποδώσει το Τμήμα Αρχιτεκτόνων στην Ξάνθη τα δέοντα, αναγορεύοντας τον Τάσο Μπίρη επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Δ.Π.Θ. 

Θυμάμαι ότι εκείνα τα χρόνια από το 1999- 2005, ήταν διάχυτη η εντύπωση εδώ στην Αθήνα, ότι ο Τάσος Μπίρης είχε αφοσιωθεί στην Ξάνθη, όπου έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην ίδρυση της σχολής και έκανε μια τεράστια προσπάθεια με όλες του τις δυνάμεις επί 6 ολόκληρα χρόνια για να συγκροτήσει μια σύγχρονη Σχολή εκ του μηδενός, παρά τις αξεπέραστες αντιξοότητες. Τελικά έγινε γνωστό ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το όραμά του, όταν οι συνθήκες άλλαξαν. 

Ο Τάσος Μπίρης στο γραφείο

Πρόσφατα συνάντησα τον Τάσο Μπίρη στο γνωστό γραφείο του "Καθηγητού Κυπριανού Μπίρη, Αρχιτέκτονες Τάσος και Δημήτρης Μπίρης και συνεργάτες", στην οδό Σούτσου.

Το γραφείο "Καθηγητού Κυπριανού Μπίρη, Αρχιτέκτονες Τάσος και Δημήτρης Μπίρης και συνεργάτες", στην οδό Σούτσου.



Βρέθηκα εκεί για πρώτη φορά. Ένα γραφείο «παληάς κοπής», που παρά το σχετικά μικρό του μέγεθος σε δύο επίπεδα, έχουν εκεί δουλευτεί πάρα πολλές σημαντικές και ικανού μεγέθους μελέτες που έχουν αφήσει ένα σπάνιο αποτύπωμα στον χώρο. 


Σχέδια φωτογραφίες και σκίτσα στις περιμετρικές χαρτόμαζες, παραλληλογράφοι και υπολογιστές, υλικά και αμέτρητες μακέτες συγκροτούν μια ατμόσφαιρα, που σήμερα έχει σχεδόν ξεχαστεί στα νεώτερα γραφεία. Είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω μαζί του και παράλληλα να ξεφυλλίσω την έκδοση του 2010 με τίτλο «Ένα ανοιχτό παράθυρο από μαθητές και φίλους», που πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες «άκρας μυστικότητας» με την πρωτοβουλία της Σοφίας Τσιράκη και με αφορμή την συνταξιοδότηση του Τάσου Μπίρη. 


Στην έκδοση αυτή ξεχώρισα ένα κείμενο των τότε φοιτητών στην Ξάνθη, Έφης Γιαννοπούλου, Χρήστου Ευθυμιάδη, της Ανθής Κοσμά και της Μάγδας Χαμπάλογλου, όπου γράφουν σχετικά το κλίμα εκείνης της εποχής στην Ξάνθη: 
«Την αρχιτεκτονική και τον Τάσο Μπίρη, όλοι εμείς οι πρώτοι σπουδαστές στη νεοσύστατη αρχιτεκτονική σχολή της Ξάνθης συναντήσαμε ταυτόχρονα και είναι –μαζί με την ίδια τη σχολή – εφεξής αδιαχώριστα στο νου μας. Συναντηθήκαμε σε μια ακριτική πόλη και σε μια σχολή που βρισκόταν εν τη γενέσει της, χωρίς να έχουμε πλήρη συναίσθηση της κατάστασης, αλλά ούτε και την ικανότητα να διαβλέψουμε την πιθανή της πορεία… 
Σε αυτές τις αρκετά ακραίες συνθήκες… σε μια σχολή η οποία οφείλει να δημιουργήσει το μέλλον της μέσα από τον κοινωνικό της ρόλο, σε αυτή την ιδιαίτερη κατάσταση δημιουργίας που κυοφορεί ταυτόχρονα τα περασμένα και τα μελλούμενα, η παρουσία του Τάσου Μπίρη ήταν καθοριστική. Το μεράκι, το πάθος και το όραμα του ίδιου αλλά και των υπόλοιπων διδασκόντων αποτέλεσαν τη μαγιά εκείνη που, στις ιδιαίτερες συνθήκες της Ξάνθης, μας ένωσαν με δεσμούς ισχυρούς και συνεκτικούς, καθώς όλοι μαζί αναγκαστήκαμε να ποιήσουμε το παρόν, και ως εκ τούτου το παρελθόν και το μέλλον μας, με γνώμονα την παραγωγή και την προαγωγή της αρχιτεκτονικής.» 

Στην συνέχεια συνομιλήσα με τον Τάσο Μπίρη σχετικά με όσα βίωσε στην Ξάνθη και νομίζω ότι είναι η κατάλληλη ευκαιρία να παραθέσω στην συνέχεια, αυτή την συνομιλία, που αναφέρεται για πρώτη φορά στις συνθήκες και το κλίμα εκείνης της εποχής, και τελικά ανάγκασαν τον Τάσο Μπίρη να εγκαταλείψει την Σχολή. 
"Η σχέση μου την Ξάνθη, πέρα από το πολύ θετικό, αυτό της πρώτης φοράς, ήταν μια μοναδική εμπειρία. Είχε όμως και ένα δραματικό στοιχείο, όσον αφορά τις συνθήκες σε σχέση με το Δημοκρίτειο, ιδιαίτερα μετά την αποχώρηση του Χρίστου Αθανασόπουλου, ο οποίος ήταν ένας πολύ γερός και επίμονος και αυστηρός μοντερνιστής, γερμανο - σπουδαγμένος, Δεσποτοπουλικός, με τον οποίο δεν μπορούσες να κάνεις εύκολα διαλογική συζήτηση, αλλά στο οργανωτικό θέμα και στο να διεκδικήσει το τμήμα τα δικαιώματά του ήταν άψογος. Έφυγε τελικά…
Τάσος Μπίρης, Χρίστος Αθανασόπουλος 
σε μάθημα στην Ξάνθη 

Εκεί αποχώρησα και εγώ, παραιτήθηκα, όταν ορίστηκε πρόεδρος της Σχολής καθηγήτρια πολιτικός μηχανικός, που έθεσε δικές της προδιαγραφές για την λειτουργία και την εκπαιδευτική δομή του Τμήματος. Τώρα το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών είναι πλέον ανεξάρτητη σχολή με πρόεδρο τον Καθηγητή Παναγιώτη Κόκκορη. Και το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν οι πρώτες εκδηλώσεις ανοίγματος προς τον χώρο ." 
Στο πλαίσιο αυτό ήρθε και το πλήρωμα του χρόνου για την Τελετή Αναγόρευση του Τάσου Μπίρη σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016, στις 7 μ.μ., στο Αμφιθέατρο της Πολυτεχνικής Σχολής του Δ.Π.Θ. στην Ξάνθη, ως τιμητική αναγνώριση της συνολικής και πολυεπίπεδης προσφοράς του στη δημόσια αρχιτεκτονική εκπαίδευση και την εφαρμοσμένη αρχιτεκτονική δημιουργία στον τόπο μας. 

Η τελετή ολοκληρώθηκε με την ομιλία Τάσου Μπίρη, με θέμα:

«Ο σπόρος, το δέντρο, το δάσος. 
Η διδασκαλία ως συνέχεια». 

που παραθέτω στην συνέχεια: 


Κε Κοσμήτωρ,
Κε Πρόεδρε,
Να ευχαριστήσω το «Δημοκρίτειο» και το νεαρό «Τμήμα Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής», εδώ στην Ξάνθη. (Δηλαδή τους σπουδαστές και τις σπουδάστριες, τους διδάσκοντες και τις διδάσκουσες, ιδιαιτέρως τον Επίκουρο καθηγητή Πάνο Εξαρχόπουλο, που είχε την ιδέα και συμμετείχε ενεργά στην υλοποίηση της, γι’ αυτή την –πολύ τιμητική για μένα- εκδήλωση.

Κυρίες και Κύριοι,
Τίτλος της ομιλίας μου είναι :
«Ο σπόρος, το δέντρο, το δάσος. Η διδασκαλία ως συνέχεια».
I.
Πρώτα όμως να εξηγήσω τον τρόπο με τον οποίο συσχετίζω αυτό τον τίτλο με την γέννηση  και εξέλιξη του Τμήματος σας, τουλάχιστον όπως την εβίωσα προσωπικά.
Και για να το κάνω αυτό, επιτρέψτε μου να περιγράψω μια παλιά ταινία κινουμένων σχεδίων προορισμένη για παιδιά νηπιακής ηλικίας (που  -εντούτοις- είχε συνεπάρει και εμένα, όταν την παρακολούθησα κατά τύχη. Και μάλιστα ενόσω είχα ήδη αρχίσει να διδάσκω το μάθημα της Σύνθεσης στο Τμήμα σας).
Επίσης, παρακαλώ να συγχωρέστε όποιες πιθανές παρεκβάσεις από το πρωτότυπο θα έχει πιθανώς η διήγηση μου. Και τούτο γιατί γίνεται από μνήμης, μιας και δεν είχα την ευκαιρία –μέσα στα χρόνια που πέρασαν- να ανατρέξω ξανά σε αυτό.

 
εικόνες από την ταινία 

Η ταινία είναι βασισμένη στο διήγημα του Zan Ziono «Ο άνθρωπος που φύτευε δέντρα». Συγκεκριμένα, παρουσιάζει τις περιπλανήσεις του συγγραφέα στις βουνοπλαγιές των υπωρειών των Άλπεων στην περιοχή της Προβηγκίας, στις ρίζες των οποίων βρίσκεται και το χωριό του.
(Να σημειώσω ότι οι περιπλανήσεις αυτές έγιναν σε τρεις διαφορετικές φάσεις, ενώ το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ τους κάλυψε 30τόσα χρόνια, 1913-1945).
Στην πρώτη φάση ο συγγραφέας κινείται στο –τότε- αφιλόξενο και απογυμνωμένο από κάθε βλάστηση αυτό τοπίο, τραυματισμένο βάναυσα από καταστροφικές ανθρώπινες παρεμβάσεις, όπως η εκτεταμένη υλοτόμηση.

 

Εκεί συναντά ένα περίεργο μοναχικό άνθρωπο. Ένα βοσκό, με τον οποίο γνωρίζονται, συνομιλούν και έτσι αναπτύσσεται μεταξύ τους μία φιλία. Ο βοσκός μάλιστα του προτείνει να μείνει στο ερειπιώδες κατάλυμα του για όσο θα διαρκέσουν οι περίπατοι του συγγραφέα στο βουνό, τους οποίους θα μπορούσε να συνδυάσει με τις δικές του  διαδρομές για την βοσκή των –λίγων- προβάτων του.
Πράγματι, ήδη από το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας ετοιμάζονται να ξεκινήσουν την κοινή διαδρομή τους. Όμως ο συγγραφέας παρατηρεί μια περίεργη προετοιμασία που κάνει ο βοσκός πριν την έξοδο τους : Συγκεκριμένα επιλέγει με προσοχή 7 βελανίδια από μία ποσότητα αποθηκευμένη σε ένα δοχείο και τα βάζει με προσοχή στο ταγάρι του.


Στη συνέχεια, αντί για γκλίτσα, παίρνει ανά χείρας ένα –όχι μεγάλο- μεταλλικό λοστό και με αυτό τον «εξοπλισμό»  οδηγεί τον περιηγητή στις άγριες πλαγιές του βουνού.
Κάποια στιγμή, μετά από αρκετή ώρα, κάνουν την πρώτη τους στάση για ξεκούραση. Όμως ο βοσκός δεν παραμένει αργός. Πάει λίγο παραπέρα, επισημαίνει μία κατάλληλη θέση στη γη και εκεί σκάβει με το λοστό μια μικρή τρύπα. Τοποθετεί μέσα της ένα βελανίδι, την κλίνει με χώμα και επιστρέφει για να συνεχίσουν την πορεία τους.


Σε κάθε μια από τις ανάλογες στάσεις τους που ακολουθούν μέσα στη μέρα, ο βοσκός επαναλαμβάνει αμίλητος ακριβώς την ίδια διαδικασία, χωρίς ο συγγραφέας να τον  διακόπτει με ενοχλητικές ερωτήσεις.
Με το σούρουπο επιστρέφουν στο κατάλυμα και ενόσω ξεκουράζονται, ο τελευταίος επιχειρεί να λύσει την απορία του ρωτώντας τον πρώτο για τον λόγο αυτής της επαναλαμβανόμενης «τελετής».
Πριν απαντήσει, ο βοσκός τον ρωτά :
«Παρατήρησες εδώ και εκεί στον δρόμο μας κάτι «τούφες» από νέες βελανιδιές που διέκοπταν το στέρφο έδαφος;»
Ο συγγραφέας κουνά το κεφάλι καταφατικά καθώς θυμάται το γεγονός, στο οποίο όμως δεν είχε δώσει τότε σημασία.
Και ο βοσκός συνεχίζει : «Ε λοιπόν, αυτές οι βελανιδιές έχουν φυτρώσει τα τελευταία τρία χρόνια, αφότου άρχισα κάθε μέραβρέξει, χιονίσει- να φυτεύω 6 έως 7 σπόρους στην έρημη βουνοπλαγιά καθώς φύλαγα τα πρόβατα.


Οι περίπατοι (και η σπορά) συνεχίστηκαν για αρκετές μέρες ακόμη. Και μετά ο συγγραφέας αποχώρησε για το Παρίσι χωρίς να επισκεφτεί το χωριό του, καθώς θεωρούσε τους χωριανούς υπεύθυνους για την καταστροφή του βουνού.
Η δεύτερη συνάντηση του με τον βοσκό έγινε 12 χρόνια αργότερα. Όμως τώρα τα πράγματα είχαν αλλάξει πολύ στο βουνό. Με κατάπληξη είδε να έχουν προστεθεί στις βελανιδιές και νεαρές οξιές, ιτιές και σημύδες. Ο αέρας βούιζε ανάμεσα στα φυλλώματα τους και η ευλογία της ζωής είχε επανέλθει στον έρημο τόπο. Άλλα ο βοσκός πάντα εκεί. Σε κάθε διαδρομή του φύτευε υπομονετικά τους σπόρους του.
Κάποια στιγμή ο συγγραφέας αποχώρισε σκεφτικός και πάλι για το Παρίσι.
Όταν ξανά επέστρεψε μετά από 15 χρόνια στο βουνό, βρήκε όπως πάντα τον βοσκό -γέρο πια-  να επαναλαμβάνει και να απολαμβάνει το έργο ζωής του.


Τώρα πια αυτό είχε εξελιχθεί σε ένα επιβλητικό δάσος που κάλυπτε τις πλαγιές. Παντού άκουγες κελαϊδίσματα πουλιών και το κελάρυσμα ρυακιών. Το νερό είχε επιστρέψει. Τα πουλιά και τα έντομα μετέφεραν την γύρη δημιουργώντας νέα είδη φυτών και δέντρων. Και το σημαντικότερο, το δάσος πια μεγάλωνε μόνο του, ως αυτοτροφοδοτούμενο νέο οικοσύστημα. Μέσα σ’ αυτό και ο αρχικός δημιουργός του, να συνεχίζει τη σπορά.
Τούτη τη φορά, μετά το πέρας της παραμονής του στο βουνό, ο συγγραφέας επισκέφτηκε επιτέλους και το χωριό του καθώς πίστεψε ότι η «κατάρα» της ερήμωσης είχε παρέλθει και δεν βάραινε πια τους κατοίκους του.
Και τότε τι να δει! Τους βρήκε όλους (με πρώτο τον Δήμαρχο) στην κεντρική πλατεία όπου ετοίμαζαν μια μεγάλη γιορτή. Ήταν γιορτή για το ζωογόνο δάσος που «έγινε μόνο του, ως εκ θαύματος», καθώς δεν γνώριζαν ότι αυτό οφειλόταν στο χέρι του «ανθρώπου που φύτευε δέντρα».


Όσο για αυτόν τον «άγνωστο»; Ακόμη και εκείνη την ώρα συνέχιζε το φύτεμα, απερίσπαστος, μόνος, σιωπηλός, πιστός, μακριά από τελετές για «θαύματα» και άλλα παρόμοια, με τα οποία συχνά εξηγούμε ότι δεν (θέλουμε να) γνωρίζουμε ή δεν καταλαβαίνουμε.

II.  Ας έρθουμε τώρα στη συσχέτιση της ιστορίας αυτής με την ιστορία του Τμήματος σας:
Α. Ο σπόρος λοιπόν στην περίπτωση αυτή είναι η σύλληψη και υλοποίηση της ιδέας για τη δημιουργία του Τμήματος. Παρότι η επίπονη διαδικασία της εξέλιξης μίας τέτοιας ιδέας, από την γέννηση στην υλοποίηση της, μπορεί να συντελεσθεί στο πλαίσιο μιας συλλογικότητας (όπως εν προκειμένω έγινε με το «Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης») έχει όμως ταυτοχρόνως και ένα συγκεκριμένο αρχικό γεννήτορα. Αυτόν που είχε το όραμα, τη βούληση, την απίστευτη επιμονή και τη στρατηγική να παρακολουθήσει κατά πόδας και να φέρει σε αίσιο πέρας αυτή την μακρά διαδρομή.

 
Ο Καθηγητής Χρίστος Αθανασόπουλος

Και το όνομα του είναι : Καθηγητής Χρίστος Αθανασόπουλος, ο πρώτος πρόεδρος του Τμήματος.
Να ξεκαθαρίσουμε λοιπόν ότι, όσον αφορά τον σπόρο που γέννησε το Τμήμα, η προσφορά του Χρίστου Αθανασόπουλου είναι άλλης τάξεως από οποιαδήποτε προσφέραμε εμείς οι υπόλοιποι πρώτοι διδάξαντες.
Αυτός, σε συνεργασία με το «Δημοκρίτειο», πέτυχε να αποφασισθεί η ίδρυση, η χρηματοδότηση και η διοικητική οργάνωση του Τμήματος. Ταυτοχρόνως και εκείνη του προγράμματος σπουδών, καθώς και της επιλογής και πρόσκλησης των πρώτων καθηγητών του από Σχολές της επικράτειας. Μιας και αυτό δεν διέθετε ακόμη δικούς του νέους εκλεγμένους καθηγητές και καθηγήτριες.
-Θυμάμαι την ανεπανάληπτη «πρώτη φορά», (το πρώτο μάθημα των Συνθέσεων) στο οποίο υπήρξα καθηγητής.
-Θυμάμαι τον πρώτο χώρο διδασκαλίας. Ήταν αναγκαστικά μια μικρή ακατάλληλη αίθουσα με θρανία (!) και όχι σχεδιαστήρια.
-Θυμάμαι τους πρώτους σπουδαστές και τις πρώτες σπουδάστριες. «Άγνωστους –ες εν μέσω αγνώστων» με προέλευση από όλα τα μέρη της Ελλάδας. Χωρίς ακόμη οιαδήποτε αίσθηση κοινής μοίρας, κοινής συνείδησης, κοινής δράσης, κοινού αντικειμένου. Με βαθιά ανησυχία και έλλειψη πίστης για την τύχη τους και –συγκεκριμένα- εάν το δίπλωμα τους θα ήταν ισότιμο με εκείνο των κεντρικών Σχολών και Τμημάτων. Με καμία πηγή πληροφόρησης για το πώς θα ήταν η πανεπιστημιακή ζωή. (Αναλογιστείτε ότι δεν υπήρχε προηγούμενη τάξη να τους πει το παραμικρό, τόσο για το Τμήμα και τους δασκάλους του, όσο και για την «άγνωστη πόλη» της Ξάνθης, όπου θα ζούσαν από εδώ και εμπρός.
-Θυμάμαι και εμάς τους δασκάλους και τις δασκάλες, μαζί με τους συνεργάτες μας, να προσπαθούμε να στήσουμε από κοινού το μάθημα της Σύνθεσης, σχεδόν «εν κενό».

Στο τέλος όμως της χρονιάς τα πράγματα είχαν αλλάξει.
-Υπήρχε πια φιλική συλλογική επικοινωνία των διδασκομένων μεταξύ τους και με τους δασκάλους και τις δασκάλες τους.
-Ο χώρος της διδασκαλίας ήταν πια τα σχεδιαστήρια του Νέου Κτηρίου.
-Η πόλη όχι μόνο είχε γίνει φιλόξενος κοινωνικός καθημερινός χώρος, αλλά αποτελούσε και τον τόπο για τον οποίο –τις περισσότερες φορές- προορίζονταν τα αρχιτεκτονικά θέματα που οι διδασκόμενοι επεξεργάζονταν στο μάθημα.

 
"Φωτογραφία της τότε εποχής (1999 - 2005), μιας επιμέρους διόρθωσης, σε ένα μάθημα που εισαγάγαμε, η Αμερικάνου ο Εξαρχόπουλος και εγώ, όπου αφού γίνει το μάθημα με το μοντέλο (επίπεδο, υποστύλωμα , δοκός), κάνει ο καθένας ένα μικρό εκθετήριο και ταυτοχρόνως τους δίνεται ένα είδος πολεοδομικού προ-αποφασισμένο από την διδακτική ομάδα, το οποίο έχει τα χαρακτηριστικά μιας πόλης, χωρίς όμως την περιβάλλουσα κατοικία. Έχει τους άξονες, την πλατεία την κεντρική, έχει μικρές παρεκβάσεις σε μικρότερες πλατείες και υπάρχουνε ίδια οικόπεδα που κληρώνονται και ο καθένας αποκτά ένα οικόπεδο."  

-Και οι ίδιοι (αγόρια και κορίτσια) είχαν αρχίσει τον μετασχηματισμό τους. Να μετατρέπονται δηλαδή σταδιακά, από αδιάφοροι «θεατές» και «σχολιαστές» της αρχιτεκτονικής, σε – μετά σκέψεως και γνώσεως- συνθέτες μέλλοντες αρχιτέκτονες. Αυτοί και αυτές θα είχαν πια την ευθύνη από εδώ και εμπρός να μεταφέρουν (με τον δικό τους μοναδικό τρόπο) στους επόμενους και τις επόμενες συναδέλφους τους, τα – θετικά ή αρνητικά- βιώματα τους από το προηγούμενο διδακτικό έτος.

Ο Τάσος Μπίρης στο Μάθημα στην Ξανθη την περιοδο 1999-2005

Όσο για μένα, μετά από 35 χρόνια συμμετοχής μου στην –οργανωμένη και με μακρά παράδοση- Σχολή Αρχιτεκτόνων της Αθήνας, η συμμετοχή μου σε αυτή την «για πρώτη φορά» γέννηση ενός Τμήματος αρχιτεκτονικής είχε κάτι από την περιπέτεια των πρώτων αποίκων στο «Far West»!
Δηλαδή, ήμουν –κατά κάποιον τρόπο- αποδεσμευμένος από το ιστορικό μου προηγούμενο, χωρίς την ασφάλεια και το «Politically correct» προϋπαρχουσών δομών και γνωριμιών. Τίποτα δεν ήταν σίγουρο και όλα μπορούσαν να χαθούν ή να κερδηθούν από ελάχιστες πρώτες –ακόμη και ασυνείδητες- αποφάσεις, ενέργειες, συμπεριφορές μου.
Ε, λοιπόν. Αυτή τη «μοναδική χαρά του πρωτόγνωρου» δεν θα την ξεχάσω ποτέ και ας έχουν δει τα μάτια μου πολλά στο χώρο της Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

Ο Τάσος Μπίρης στα μαθήματα που έδωσε πρόσφατα στην Σχολή, με την ευκαιρία της αναγόρευσης. Δίπλα του Η Ελένη Αμερικάνου και Ο Πάνος Εξαρχόπουλος

Β. Τα πρώτα δέντρα :
Σήμερα, μετά από 16 χρόνια προηγούμενης λειτουργίας του Τμήματος, τα πρώτα νέα δέντρα είναι πια μπροστά μας, όπως ακριβώς συνέβη με τις βελανιδιές, τις οξιές, τις ιτιές και τις σημύδες του βοσκού.
Είναι οι απόφοιτοι (οι προηγούμενες γενιές των τέως σπουδαστών και σπουδαστριών του Τμήματος της Ξάνθης, αλλά και όλων των άλλων νέων Τμημάτων που ξεκίνησαν περίπου τον ίδιο χρόνο).
Αποφοίτησαν, βγήκαν στον πραγματικό κοινωνικό χώρο και έκαναν (ή προσπάθησαν να κάνουν) πραγματική αρχιτεκτονική.
Κινήθηκαν δυναμικά στο εξωτερικό και στο εσωτερικό, κάνοντας μεταπτυχιακά και αρχίζοντας διατριβές. Συνενώνουν και εμπλουτίζουν με νέα γνώση τον «έσω» και «έξω» κόσμο της αρχιτεκτονικής και της ζωής τους.
Και τώρα φέρνουν πίσω εμπειρίες και έργο, ανατροφοδοτώντας τα Τμήματα τους με παρατηρήσεις και νέες πρακτικές. Μερικοί και μερικές ήδη συμβάλουν στη διδασκαλία των Τμημάτων αυτών.
Σ’ αυτή την ενδιάμεση φάση βρίσκεται σήμερα το Τμήμα. Ούτε πολύ εμπρός, αλλά ούτε και πολύ πίσω. Μιας και ο χρόνος εξέλιξης της αρχιτεκτονικής και της διδασκαλίας της δεν είναι ο «τηλεοπτικός», των ανά εβδομάδα «νέων» και «πρωτότυπων» εξελίξεων της μόδας. Τώρα μπορεί επιτέλους η προηγούμενη δράση του Τμήματος να κριθεί και να αξιολογηθεί πραγματικά!
Λειτουργεί πια η δημόσια παρουσία του στα δρώμενα της πόλης της Ξάνθης και της ευρύτερης Πανεπιστημιακής Κοινότητας ανά την επικράτεια.
Λειτουργεί και η διοικητική αυτονομία του Τμήματος, που εξασφαλίζει και την φυσιολογική δράση του ως ανεξάρτητη διδακτική οντότητα.
Τέλος, έχει αρχίσει να είναι εμφανής και η σύνδεση του Τμήματος με μια –όχι τυχαία- ιστορική συνέχεια, με ένα ιστορικό προηγούμενο, που συγκροτεί την διδακτική του ταυτότητα. (Αλλά γι’ αυτό το εξαιρετικά σημαντικό θέμα θα μιλήσω στη συνέχεια κλείνοντας πια την ομιλία μου).

 
Ο Τάσος Μπίρης με τους φοιτητές στα μαθήματα που έδωσε στην Σχολή με την ευκαιρία της αναγόρευσης 


Γ. Το δάσος:
Αναφέρομαι στην περίοδο της επόμενης (μελλοντικής) δεκαπενταετίας -αλλά και πέραν αυτής- που μόλις τώρα αρχίζει.
Θα είναι εκείνη κατά την οποία το «οικοσύστημα» του Τμήματος θα μπορεί να ανανεώνεται πια και από μόνο του, χωρίς τους αρχικούς δασκάλους του, που –πολύ σωστά- έχουν ήδη αποχωρήσει.  Ακόμη και απρόσμενα μελλοντικά «νέα είδη» διδασκαλίας θα εισάγονται από τους νέους δασκάλους και τους «φτερωτούς» επισκέπτες που επανακάμπτουν ή πρωτοέρχονται σε αυτό για να μείνουν ή να φύγουν, όπως συνέβαινε και στο δάσος του βοσκού.
Το κυριότερο. Η διδακτική ταυτότητά του θα έχει πια αποσαφηνισθεί και θα διατηρείται ως υποδόρια πρωτογενής βάση αναφοράς με ισχυρή ρίζα, που υποστηρίζει την ελεύθερη ανάπτυξη της νεωτερικότητας του. Άλλωστε –όπως είπα προηγουμένως- αυτή η ρίζα το χαρακτηρίζει ήδη ποικιλοτρόπως στις δια- τμηματικές και δια -σχολικές συζητήσεις για την αρχιτεκτονική και τη διδασκαλία της, που διεξάγονται σε όλη την χώρα.
Να εξηγήσω εδώ τι εννοώ με τους όρους «διδακτική συνέχεια» και «διδακτική ταυτότητα».
Έχει νομίζω σημασία ότι ο Χρήστος  Αθανασόπουλος υπήρξε Επιμελητής του Ιωάννη Δεσποτόπουλου, αυτού του εμβληματικού δασκάλου του «Ελληνικού Μοντερνισμού». Όπως υπήρξα και εγώ μαθητής και Βοηθός του, ως νεώτερος. Όπως και ο ίδιος ο Δεσποτόπουλος είχε πολύ παλαιότερα υπάρξει πρώτος Έλληνας μαθητής του Bauhaus κατά τη μακρινή περίοδο του 1930. Όπως και πολλοί νεότεροι διδάσκοντες του Τμήματος της Ξάνθης, που ακολούθησαν εμάς, είχαν επιρροές από τον Δεσποτόπουλο και το «Μοντέρνο», καθώς υπήρξαν μαθητές και μαθήτριες μας. Με αυτή την έννοια λοιπόν, πιστεύω οτι το «Μοντέρνο πνεύμα» υπήρξε κεντρική ιδιότητα του «σπόρου» που γέννησε το Τμήμα.

Ο Τάσος Μπίρης στα μαθήματα που έδωσε στην Σχολή με την ευκαιρία της αναγόρευσης. Δίπλα του ο Παναγιώτης Κόκκορης 
IIΙ. Ιδού λοιπόν η «διδασκαλία ως συνέχεια», που αναφέρω στον τίτλο μου.
Είναι μια διαρκής «ροή» που χάνεται σε βάθος χρόνου προς το παρελθόν και το μέλλον, δια μέσω του παρόντος.
Θα προσέξατε ίσως ότι δεν απεκάλεσα προηγουμένως αυτή τη συνέχεια «αλυσίδα». Καθώς η αλυσίδα είναι σύστημα κλειστό, ενώ το συγκεκριμένο πρωτογενές ίχνος του Μοντέρνου είναι –εκ της φύσεως του- διαρκώς ανοιχτό σε κάθε σημείο του, προς νέες διδακτικές κατευθύνσεις, νέες αρχιτεκτονικές, νέες ιδέες. Και ταυτοχρόνως λειτουργεί γι’ αυτές ως ενοποιητική σταθερή βάση αναφοράς, ώστε έτσι να αποφεύγεται η χαοτική αποδόμηση τους κάθε τόσο «εις τα εξ’ ων συνετέθησαν».
Αυτή την ιδιόμορφη ταυτότητα (τη ρίζα της συνέχειας), την οποία -ενδέχεται να- διαθέτει μια εκπαιδευτική κοινότητα, όπως πιστεύω οτι συμβαίνει στο Τμήμα σας, νομίζω οτι χρειάζεται να γνωρίζουν καλά, τόσο οι διδάσκοντες όσο και οι διδασκόμενοι της. Γιατί έτσι μπορούν να διδάσκουν  και να διδάσκονται με μεγαλύτερη εναίσθηση για το «τι», το «γιατί», το «πως» αυτής της διδασκαλίας.
Αναλόγως, μπορούν και να την καταλάβουν, προκειμένου να οριοθετηθούν μετά γνώσεως και κατά συνείδηση, θετικά ή αρνητικά, απέναντι της. Με αποτέλεσμα, η όποια συμφωνία, παρέκβαση, ή και πλήρης διαφοροποίηση τους ως προς αυτήν να είναι επίσης συνειδητή, ηθελημένη, γνωστική, παραγωγική.


Ακόμη και εάν η τελευταία περίπτωση προβάλλεται ως «εκ παρθενογενέσεως» ή «αυτοφυές» ή «εκ’ θαύματος» νέο δάσος μέσα σε έρημο τοπίο. Κάτι που –επιτρέψτε όμως να πω- μάλλον σπανίζει! (Όπως διδάσκει η ιστορία του βοσκού που φύτευε δέντρα).
Δεν είναι τυχαίο οτι θέτω προς συζήτηση αυτό το σημαντικό ζήτημα της αυτοσυνειδητοποίησης, σε αναφορά με το τι χαρακτηρίζει κατά βάθος την διδασκαλία που εφαρμόζουμε ή διδασκόμαστε, όποια ιδιότητα και αν έχουμε μέσα στην εκπαιδευτική διαδικασία. Και τούτο, παρά τις εύλογες αποκλίσεις που είναι φυσικό και αναγκαίο να υπάρχουν στη διδασκαλία αυτή, προκαλώντας μια γόνιμη πολυφωνία, που –από ότι γνωρίζω- ευτυχώς λειτουργεί πια στο Τμήμα σας.

Τα λέω αυτά γιατί έχω παρατηρήσει ότι, ενώ υποδορίως ο (διαφορετικός ή συγγενής) χαρακτήρας των Σχολών και Τμημάτων επηρεάζει πολύ τον τρόπο που τα μέλη τους αποκλίνουν ή συγκλίνουν μεταξύ τους σε σημαντικά θέματα πανεπιστημιακής αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης, η συγκεκριμένη παράμετρος δεν λειτουργεί ως μια κεντρική βάση των συναντήσεων και συζητήσεων τους. Παρά μόνο υπονοείται, συνήθως μέσω μιας ασαφούς «μυθοπλασίας» που αναπτύσσεται γύρω από αυτό τον χαρακτήρα.
Είναι ίσως ένα ακόμη αποτέλεσμα του ευπρεπούς «politically  correct» τρόπου με τον οποίο συνηθίζουμε πια να επικοινωνούμε. Ενός τρόπου, που μας οδηγεί (χαλαρούς και αποστασιοποιημένους) να συζητάμε κυρίως «περί ανέμων και υδάτων». 
Κατ’ αναλογίαν, αυτή η αποστασιοποίηση περνά και στους σπουδαστές και τις σπουδάστριες μας. Με αποτέλεσμα να μην βιώνουν, να μην υποψιάζονται καν, την ιδιόμορφη ταυτότητα (το «Είναι») κάθε Σχολής ή Τμήματος όπου σπουδάζουν. Ή απλώς να την θεωρούν ένα «ανεξήγητο βάσανο», το οποίο ευτυχώς ξεχνιέται μετά το πέρας των σπουδών.
Αντιθέτως μάλιστα, για πολλούς και για πολλές, τότε (δηλαδή «μετά») θεωρείται οτι αρχίζει η πραγματική (και –κυρίως- «επώνυμη») εκπαίδευση τους, αποκλειστικά μέσω συμμετοχών στα ξένα ιδρύματα της μετεκπαίδευσης τους! Με αποτέλεσμα, το εντόπιο Πανεπιστήμιο να θεωρείται μια απρόσωπη γραφειοκρατική «υπηρεσία» που παρέχει ένα «χαρτί» ή μια «βεβαίωση», με ελάχιστο ουσιαστικό περιεχόμενο για τη ζωή τους.
Εξαίρεση αποτελούν κάποιες σπάνιες καλές στιγμές αναστοχασμού που κάνουμε όμως κυρίως την περίοδο της ωριμότητας μας. Όταν -ίσως- συνειδητοποιούμε οτι εάν κάτι πραγματικά ουσιώδες για την αρχιτεκτονική έχουμε διδαχθεί, αυτό έγινε πολύ νωρίς και πολύ κοντά μας, στον τόπο μας. Και ότι αυτό μας έχει σημαδέψει βαθιά χωρίς καν να το έχουμε καταλάβει. 
Έτσι και εγώ συνειδητοποίησα κάποτε, οτι το πιο διδακτικό, πιο καλό και πιο αγαπητό αρχιτεκτονικό θέμα μου (που όμοιο του δεν μου φαίνεται ότι πρόκειται ποτέ να ξανακάνω) έγινε στις σπουδές μου στη Σχολή Αρχιτεκτόνων της Αθήνας. Ήταν ένα ξωκλήσι γαντζωμένο στον βράχο της Μονεμβασιάς. Ήμουν τότε στο 3ο έτος, με καθηγητή τον αείμνηστο Παναγιώτη Μιχελή, έναν ακόμη πυλώνα αυτής της αρχαίας συνεχιζόμενης εντόπιας ρίζας…..

Τάσος Μπίρης
31-03-2016

 
Από την τελετή αναγόρευσης ο Τάσος Μπίρης με τον Κοσμήτορα της Πολυτεχνικής Σχολής Καθηγητή Χρήστο Καραγιάννη




Από την τελετή αναγόρευσης, αριστερά ο Παναγιώτης Κόκκορης Καθηγητής & Πρόεδρος του Τμήματος, ο Τάσος Μπίρης, ο κοσμήτορας Χρήστος Καραγιάννης 
και δεξιά ο Πάνος Εξαρχόπουλος Επίκουρος Καθηγητής & αγορητής 




Μπορείτε να απολαύσετε στην ταινία κινουμένων σχεδίων, που αναφέρει στο κείμενό του ο Τάσος Μπίρης με τίτλο The Man Who Planted Trees και με ελληνικούς υπότιτλους, κάνοντας ΚΛΙΚ εδώ. Από το φιλμ αυτό έχουν παρθεί και οι εικόνες που παρεμβάλλονται στο κείμενο.

Το φωτογραφικό υλικό από τα παλαιότερα και νεώτερα μαθήματα στην Σχολή και από την Τελετή αναγόρευσης  παραχωρήθηκε από τον Τάσο Μπίρη.

Κάντε ΚΛΙΚ στις εικόνες για μεγένθυση

No comments :

Post a Comment