Monday, February 13, 2017


ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ
ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΕΡΓΟ:

ΜΕΡΟΣ 4ο


ο απόηχος 

η ημερίδα του 2010
+
οι εισηγήσεις του Τάσου Κωτσιόπουλου
και του Παναγιώτη Τουρνικιώτη


Εθνικό Θέατρο Ρόδου, λεπτομέρεια 
(φωτογραφία από την πτυχιακή εργασία των Μ. Ματθαίου και Ε. Πέγκου)

ο απόηχος

Ο διάλογος για την κριτική του αρχιτεκτονικού έργου καλά κρατεί και φαίνεται ότι έχει απήχηση. Εκτός από τις σχετικές εισηγήσεις που συνεχίζουν να έρχονται, ενδιαφέρον έχουν και τα σχόλια που έλαβα μετά την τελευταία ανάρτηση για το Εθνικό Θέατρο Ρόδου, όπου αφού παρουσίασα αναλυτικά όλες τις εσωτερικές επεμβάσεις, διατύπωσα την ρητορική ερώτηση «Αποκατάσταση ή ανατίναξη;» με αφορμή την διατήρηση της εξωτερικής εικόνας αυτού του κτιρίου με τα έντονα ρασιοναλιστικά ιδιώματα ιταλικής φασιστικής αρχιτεκτονικής, όπως παρουσιάστηκε στην ερευνητική εργασία του  Άγγελου Ευθύμιου Χατζάτογλου.

 \

Μια εικόνα επιβλητική, σκληρή, ενός κτιρίου που δεν γνώριζα, με έντονη μνημειακότητα, που παραμένει επί δεκαετίες ανέπαφη παρά τις κατά καιρούς εσωτερικές επεμβάσεις και πραγματικά  μου προκάλεσε φόβο. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι μετά την σταδιακή εγκατάλειψή του από το 1947, ενδιαφέρον για την επαναλειτουργία του εκφράζεται το 1968 μεσούσης της δικτατορίας στην Ελλάδα που εμμέσως πλην σαφώς φλερτάριζε με τέτοιου είδους  αισθητικές.

Περίμενα κατά κάποιο τρόπο στην πρόσφατη ερευνητική εργασία να βρω μια τουλάχιστον νύξη για αυτή την ιδιαιτερότητα του κτιρίου που η εξαιρετικά βαριά εικόνα του διαφέρει θεαματικά από όλα τα άλλα κτίρια αυτής της περιόδου στην Ρόδο για τα οποία πολλά έχουν γραφτεί (βλέπε Βασίλης Κολώνας, Ιταλική αρχιτεκτονική στα Δωδεκάνησα 1912-1943, Ολκός 2002)
Ενίοτε όμως κάποια κτίρια από το παρελθόν  ιεροποιούνται αδιακρίτως, εγκλωβίζονται σε επιστημονικά στεγανά και γίνονται ένα είδος ταμπού, και  κάποιοι πιστεύουν ότι μπορούν να σχολιαστούν μόνο μέσα από τις έρευνες ειδικών επιστημόνων, συνέδριων και βιβλίων.

Αναμφισβήτητα ο καθένας μας έχει το δικαίωμα να σχολιάσει δημόσια, χωρίς φόβο και ενίοτε και με πάθος, το όποιο κτίριο του προκαλεί συγκίνηση, χαρά ή φόβο, όταν μάλιστα το συγκεκριμένο κτίριο συνδέεται με εικόνες και ιδεολογίες που τραυμάτισαν τον ψυχικό κόσμο κάποιων ανθρώπων που πιθανά ένοιωσαν και κάποιες  βάρβαρες συμπεριφορές από καθεστώτα και πρόσωπα σε ιδρυματικά κτίρια.
Δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για ένα γενικευμένο αφορισμό αυτών των μνημειακών κτίριων που τελικά ενσωματώθηκαν και έγιναν αποδεκτά. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε για μια μοναδική περίπτωση, μια εξαίρεση ίσως μιας περιόδου, χωρίς βέβαια να αγνοούμε και τις πολύ θετικές λάμπερες εξαιρέσεις, όπως τα έργα του αρχιτέκτονα Giuseppe Terragni που εργάστηκε κάτω από το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι. 


Giuseppe Terragni, Casa del Fascio (1932 – 1936)


τα σχόλια

Μπορείτε να διαβάσετέ λοιπόν στο τέλος της προηγούμενης ανάρτησης τα σχετικά σχόλια που διατυπώθηκαν από τον Ανδρέα Γιακουμακάτο, τον Μάκη Κωστίκα, τον Σταύρο Μαρτίνο και τον Δημήτρη Φιλιππίδη με τίτλο «Άδειο Πουκάμισο».


η ημερίδα του 2010 με τίτλο:

«Διαδικασίες αξιολόγησης του αρχιτεκτονικού έργου»


Στην συνέχεια παραθέτω δύο ακόμη εισηγήσεις που παρουσιάστηκαν στην γνωστή ημερίδα που μίλησε και ο Τάσος Μπίρης (την εισήγησή του ήδη δημοσίευσα εδώ) με τίτλο «Διαδικασίες Αξιολόγησης του Αρχιτεκτονικού Έργου» που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 21 Μαΐου 2010, στο Αμφιθέατρο Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, με αφορμή την έκθεση ‘’Πανόραμα Ελληνικής Αρχιτεκτονικής - ΔΟΜΕΣ 2010’’ και την παρουσίαση του Τόμου ‘’Επετηρίδα Ελληνικής Αρχιτεκτονικής - ΔΟΜΕΣ 2010’’


έκθεση ‘Πανόραμα Ελληνικής Αρχιτεκτονικής - ΔΟΜΕΣ 2010’’ (φωτογραφία από το αρχείο του Τάσου Κωτσιόπουλου)

Μια συνδιοργάνωση του περιοδικού «Δομές», του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Πολυτεχνικής Σχολής ΑΠΘ. της Κοσμητείας της Πολυτεχνικής Σχολής ΑΠΘ και του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης.

Γιώργος Πανέτσος, Ματούλα Σκαλτσά στην έδρα της Ημερίδας (φωτογραφία από το αρχείο του Τάσου Κωτσιόπουλου)

Εισηγητές στην ημερίδα αυτή ήταν οι Π. Τζώνος, Γ. Α. Πανέτσος, Κ. Μωραϊτης, Γ. Τζιρτζιλάκης, Τ. Μπίρης, Λ. Σιόλα, Θ. Κ. Παππάς, Ν. Σ. Χαρκιολάκης, Κ. Μπελημπασάκης, Π. Κόκκορης και ο Π.Τουρνικιώτης,

από αριστερά: Π. Κόκκορης, Γ. Παπακώστας, Γ. Πανέτσος, Π. Τζώνος, Ξ. Χοιπελ, Σ.Τσιράκη, Τ. Μπίρης κ.α , (φωτογραφία από το αρχείο του Τάσου Κωτσιόπουλου)

Στόχος της ημερίδας ήταν: «να συζητηθεί πολύπλευρα και συστηματικά το περιεχόμενο και ο τρόπος της αξιολόγησης του αρχιτεκτονικού έργου, όπως εμφανίζεται στην θεωρία και εφαρμόζεται στην πράξη. Η ανάγκη και ο ειδικότερος τρόπος αξιολόγησης του αρχιτεκτονικού έργου έχει σχέση με: α) την φύση του προς αξιολόγησιν αρχιτεκτονικού έργου, β) το είδος και το εύρος των προς αξιολόγησιν επιλογών, γ) το αντικείμενο του έργου, δ) τη συγκρότηση του σώματος που κρίνει, ε) το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο υπόκειται η κρίση.»


ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΥΠΟΒΟΛΗ


Αναστάσιος Μ. Κωτσιόπουλος
Αρχιτέκτων, Καθηγητής Α.Π.Θ.
Αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών

εισήγηση στην Ημερίδα με θέμα «Διαδικασίες αξιολόγησης του αρχιτεκτονικού έργου» στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη 21 Μαϊου 2010

Τάσος Κωτσιόπουλος στο βήμα 
(φωτογραφία από το αρχείο του Τάσου Κωτσιόπουλου)

Προοίμιο:

Ευχαριστώ τους οργανωτές για την ευγενική πρόσκληση να συμμετάσχω στην ημερίδα. Έχω κριθεί αρκετές φορές τόσο για προτάσεις προς υλοποίηση όσο και για υλοποιημένο αρχιτεκτονικό έργο και έχω επίσης αρκετές φορές βρεθεί στη θέση του κριτή. Θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω ένα μέρος αυτής της εμπειρίας, μιλώντας κυρίως για το ζήτημα της σχετικότητας και του ευμετάβλητου των απόψεων των αρχιτεκτόνων, αυτό δηλαδή που στον τίτλο της εισήγησής μου ονομάζω «συλλογική υποβολή». Για να το κάνω αυτό, θα προχωρήσω σε τέσσερα σύντομα «αφηγήματα». Ας τους δώσουμε τίτλους:
1.      Οι κατηγορίες του αξιολογικού και κριτικού λόγου
2.      Μόδα και μίμηση
3.      Αντιστάσεις στη μόδα: χωρικότητα, δομικός και αναφορικός λόγος
4.      Η ελληνική εμπειρία και τρία τελικά σχόλια


1.      Οι κατηγορίες του αξιολογικού και κριτικού λόγου

Θα διέκρινα τρία κύρια είδη κριτικού λόγου στην αρχιτεκτονική:
Το πρώτο είδος είναι ο καθημερινός και δημοσιογραφικός λόγος, που χαρακτηρίζεται κυρίως από τη χρήση μεταφορών και από τη χρήση τυποποιημένων πομπωδών εκφράσεων, όπως «αριστούργημα», «μεγαλειώδες», «έκτρωμα», «εξάμβλωμα», «τερατούργημα» κ.α. Ο λόγος αυτός δεν εμπλέκεται συνήθως σε επίσημες αξιολογικές διαδικασίες και δεν διεκδικεί πραγματικό ερμηνευτικό ρόλο, διατηρεί όμως την σημαντική κοινωνική του επιρροή.
Το δεύτερο είδος είναι ο κωδικοποιημένος αξιολογικός λόγος που μας οδηγεί σε ένα είδος «κριτηριολογίας». Πρόκειται για μια δήθεν αναλυτική μεθοδολογία που οδηγεί στην τάση να ανακαλύπτουμε τυποποιημένα κριτήρια αξιολόγησης, στην τάση να εφευρίσκουμε νόμους που τα περιγράφουν και τα βαθμολογούν λεπτομερώς και, τελικώς, στον εκφυλισμό της αξιολόγησης και στην αποσύνθεση του όλου. Ο εκφυλισμός αυτός μπορεί να φτάσει μέχρι το σημείο να προβλέπεται από επίσημα νομικά κείμενα ότι μπορεί να αξιολογείται και να βαθμολογείται η προτεινόμενη από τον κρινόμενο μεθοδολογία που θα οδηγήσει στη συνθετική ιδέα και όχι η ίδια η ιδέα ή, έστω, η ταυτότητα και η εμπειρία του κρινόμενου[1].

Τέλος, το τρίτο είδος είναι ο επίσημος κριτικός λόγος των τεχνοκριτικών και, ειδικότερα, των κριτικών της αρχιτεκτονικής, που συνήθως εντάσσεται στο τρέχον «παράδειγμα» και οδηγεί σε ένα είδος «συλλογικής υποβολής», για το οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω. Ο λόγος αυτός πρέπει να ομολογήσουμε ότι κυριαρχεί στις διαδικασίες των καθαρόαιμων αρχιτεκτονικών διαγωνισμών και οδηγεί σε κατά κανόνα αποδεκτά από την αρχιτεκτονική κοινότητα αποτελέσματα, χωρίς όμως να υπάρχει πάντοτε και η ανάλογη καταξίωση στο ευρύτερο κοινό. Ελλείπει, ίσως, ένας καθαρότερος επιστημονικός κριτικός λόγος, ίσως γιατί δεν διαθέτουμε –παρά τις πολλές απόπειρες– μιαν αδιαμφισβήτητη και καθιερωμένη επιστήμη που θα είχε ως αντικείμενο την κριτική ερμηνεία του φαινομένου της αρχιτεκτονικής και της τέχνης γενικότερα.


2.      Μόδα και μίμηση

Η μόδα θα μπορούσε να ορισθεί ως «ένα σύνολο από ευμετάβλητα κοινωνικά συστήματα αισθητικών προτιμήσεων». Οι προτιμήσεις αυτές δεν είναι απαραίτητο να εξελίσσονται παράλληλα στις διάφορες τέχνες, οι οποίες φαίνεται να διατηρούν σχετική αυτονομία σε ό,τι αφορά την χρονική εξέλιξη και διαδοχή των προτιμήσεων αυτών.
Η «Ψυχολογία των μαζών» του Gustave Le Bon, γραμμένη το 1895, αποτελεί ένα είδος προοιμίου της κοινωνικής ψυχολογίας. Ο Le Bon, οι σύγχρονοί του όπως κυρίως ο Gabriel Tarde, αλλά και, σε ένα βαθμό, ο Freud, o Durkeim και οι μαρξιστές μεταγενέστεροί τους έθεσαν τις βάσεις για την κατανόηση των συστημάτων αξιών –και ανάμεσά τους και αισθητικών αξιών– και της κινητικότητάς τους.
Ο Le Bon  γράφει για την έννοια της υποβολής και της ύπνωσης και ο Tarde προσθέτει την ιδέα της μίμησης και ιδίως την ιδέα του «κοινού», δηλαδή της συγκρότησης μιας κρίσιμης μάζας οπαδών και υπερασπιστών της ιδέας[2]. Στην τέχνη, και την αρχιτεκτονική κατ’ επέκταση, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την επιβολή και τη λατρεία του «κανόνα», του κτιρίου–υποδείγματος.
Η επιβολή του «κανόνα» δεν είναι απλή διαδικασία. Υπακούει συχνά σε νόμους που ισχύουν γενικότερα στις επιστήμες αλλά και στις ευρύτερες αντιλήψεις που κυριαρχούν σε μια κοινωνία και σε μια επιστημονική ή τεχνοκριτική κοινότητα, ακολουθώντας δηλαδή μηχανισμούς ανάλογους με εκείνους που, στην περίπτωση των επιστημών, ο T.S. Kuhn περιέγραψε ως καθιέρωση και ανατροπή του γενικού μοντέλου, του λεγόμενου «παραδείγματος» (paradigm).
Η αγαπημένη μου περίπτωση, για το ζήτημα της επιβολής και υπέρβασης του «κανόνα», είναι εκείνη του περιπτέρου της Βαρκελώνης του Mies van der Rohe (1929), όπως την αναλύει σε σχετικό κείμενό του ο Juan Pablo Bonta[3]. O Bonta περιγράφει τα εξής χαρακτηριστικά στάδια, από τα οποία πέρασε η δημόσια αποδοχή του περιπτέρου: «αγνόηση», «προ-κανονική» ερμηνεία, «κανονική» ερμηνεία, «αναγνώριση της τάξης», «ευρεία κοινωνική διασπορά», «γραμματικοποίηση» και τέλος «λήθη». Τα περισσότερα από τα στάδια αυτά περιγράφουν την καθιέρωση ενός κτιρίου-υποδείγματος, αλλά και τους μηχανισμούς που οδηγούν στη βαθμιαία απώλεια της επιρροής του. Πρόκειται για μια διαδικασία ανάλογη με τη σταδιακή απώλεια του κυριολεκτικού νοήματος, στις ιδιωματικές εκφράσεις της γλώσσας. Η πτώση του ενδιαφέροντος οφείλεται σε ένα είδος κοινωνικού κορεσμού. Πρόκειται για ένα συνηθισμένο φαινόμενο, το οποίο θα μπορούσαμε να ονομάσουμε και «εκχυδαϊσμό» μιας αισθητικής τάσης ή μόδας.

01 L.Mies van der Rohe - Barcelona pavilion – κάτοψή

02 L.Mies van der Rohe - Barcelona pavilion - όψη

Προφανώς τα κυρίαρχα σε κάθε εποχή πρότυπα, με βάση τα οποία αξιολογείται η αρχιτεκτονική, οδηγούν και τις επιλογές που κάνουν οι κριτές σε επίσημες αξιολογικές διαδικασίες, όπως οι αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί. Θα είχε ενδιαφέρον να αναλύσει κανείς μερικά παραδείγματα, αν και είναι πολύ δύσκολο αυτό να γίνει στο πλαίσιο μιας συνοπτικής εισήγησης όπως η παρούσα. Αναφέρω απλώς, με χρονολογική σειρά, μερικούς πολύ γνωστούς διεθνείς διαγωνισμούς, σημειώνοντας ότι θα είχε ενδιαφέρον να  διερευνηθούν τόσο τα πρότυπα που καθιέρωσαν  όσο και η επίδραση που είχαν στο αποτέλεσμα των διαγωνισμών οι ιδέες και οι αισθητικές προτιμήσεις των κριτών:
- Το Reichstag, στο Βερολίνο (1872-1882). Πρόκειται για ένα έργο, το κέλυφος του οποίου ενσωμάτωσε σε διάφορες φάσεις όχι μόνο διαφορετικές απόψεις αλλά και διαφορετικές τέχνες. Στον πρώτο διαγωνισμό, με μέλος της πολυμελούς κριτικής επιτροπής τον Gottfried Semper, η διαδικασία ήταν πολύπλοκη σε δύο γύρους, με τελικό νικητή και αρχιτέκτονα του έργου τον Paul Wallot. Το κτίριο ανασχεδιάστηκε μετά την επανένωση της Γερμανίας με αρχιτέκτονα τον Norman Foster. Η νέα εκδοχή του Reichstag χαρακτηρίστηκε κυρίως από τον νέο βιοκλιματικό κεντρικό θόλο, είναι όμως αξιοσημείωτος και ο μετασχηματισμός του κτιρίου σε γλυπτό από τον Christo και την Jeanne-Claude, ένα έργο που ξεκίνησε ως ιδέα τη δεκαετία του ’70 και παρουσιάστηκε το 1995 πριν από την ολοκλήρωση της κατασκευής του θόλου.

03 P.Wallot - Reichstag,Berlin 

04 Christo, Jeanne-Claude, Reichstag, σχέδιο του Christo 

05 Christo, Jeanne Claude - Reichstag, Berlin



- Το Sydney Opera House (1956-73). Η τελικώς υλοποιηθείσα πρόταση του Jørn Utzon προκρίθηκε από τους κριτές Ingham Ashworth, Cobden Parkes, Sir Leslie Martin και Eero Saarinen χάρις στην επιμονή του Saarinen, ο οποίος –κατά τις επικρατούσες φήμες– ανέσυρε τη μελέτη από εκείνες, οι οποίες είχαν αρχικώς απορριφθεί.

06 Jorn Utzon - Sydney Opera House

- Το Centre G. Pompidou, στο Παρίσι (1970-77). Στην κριτική επιτροπή με πρόεδρο τον Jean Prouvé, συμμετείχαν επίσης ο Philip Johnson και ο Oscar Niemayer. Νικητές αναδείχθηκαν οι R. Piano και R. Rogers (σε συνεργασία με τον Gianfranco Franchini), με την γνωστή πρόταση που έγινε σταδιακά αποδεκτή ως σταθμός στη σύγχρονη αρχιτεκτονική είχε προκαλέσει όμως τότε έντονα επικριτικά σχόλια για σημαντικό χρονικό διάστημα. 

07 R.Piano, R.Rogers, G.Franchini - Centre Georges Pompidou, Paris

- H αψίδα της Défense στο Παρίσι (1982-1989). Επρόκειτο για ανοικτό διαγωνισμό με 424 συμμετοχές, στην κριτική επιτροπή του οποίου συμμετείχαν οι Oriol Bohigas, Kisho Kurokawa, Richard Meier, Richard Rogers κ.α. Νικητής ανεδείχθη ο Δανός αρχιτέκτων Johann Otto von Spreckelsen, σε συνεργασία με τον επίσης Δανό πολιτικό μηχανικό Erik Reitzel, ενώ άλλοι συμμετέχοντες ήταν οι Jean Nouvel, Pierre Soria, Architecture Studio, κ.α.
08 J.O.von Spreckelsen - La Grande Arche de la Défense, Paris

Αν είχαμε το χρόνο να δούμε αναλυτικά τα παραπάνω παραδείγματα, θα βγάζαμε δύο μάλλον αναμενόμενα συμπεράσματα: ότι η σύνθεση της επιτροπής είναι καθοριστική για την τελική επιλογή και ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι διαγωνισμοί δημιούργησαν νέα κτίρια «κανόνες». Ιδιαίτερα σε περιόδους που τα πράγματα είναι πλέον ώριμα και έχουν φτάσει στα πρόθυρα της κρίσης, οι διαγωνισμοί ανατρέπουν τα πρότυπα και παράγουν νέα. Η ζύμωση των ιδεών στο πλαίσιο τέτοιων διαδικασιών είναι μια σημαντική υπόθεση και, στην ουσία, μετατρέπεται σε ένα έμμεσο διάλογο μεταξύ κρινόμενου και κριτή. Τελικώς, η ανάδειξη και βράβευση μιας καινοτόμου ιδέας από την πλευρά του κριτή είναι εξ ίσου σημαντική πράξη με την παραγωγή της ιδέας.


3.      Αντιστάσεις στη μόδα: χωρικότητα, δομικός και αναφορικός λόγος

3.1  Το περιτύλιγμα και το περιεχόμενο

Η μόδα ή οι μόδες, δηλαδή αυτό που ονομάσαμε «κοινωνικώς ευμετάβλητα συστήματα αισθητικών προτιμήσεων» διακινούνται σήμερα με ταχύτητες υψηλότερες από εκείνες του παρελθόντος. Συγκροτούν δε –όπως έκαναν πάντοτε αλλά σήμερα κάνουν με μεγαλύτερη ευχέρεια και ποικιλότητα– σχηματισμούς, ενίοτε επιβαλλόμενους, οι οποίοι συνήθως παραπέμπουν σε ευδιάκριτα μοντέλα ζωής (lifestyle).
Η γενικής ισχύος διάκριση ανάμεσα στο «περιτύλιγμα» και το «περιεχόμενο» δεν είναι πάντοτε αυτονόητη ή τουλάχιστον πάντοτε ενδιαφέρουσα στα συστήματα αυτά. Εξαρτάται από τη χρηστικότητα του αντικειμένου, από τον χρόνο ζωής του, από τη μοναδικότητά του αλλά και από το κόστος κατασκευής και κτήσης του. Έτσι, η διάκριση ανάμεσα σε περιτύλιγμα και περιεχόμενο είναι διαφορετικού ενδιαφέροντος όταν αναφερόμαστε σε ένα ανθοδοχείο ή σε ένα επανωφόρι από ό,τι όταν ανφερόμαστε σε ένα αυτοκίνητο ή, πολύ περισσότερο, σε ένα αεροπλάνο. Άλλωστε, ανάλογη με το ενδιαφέρον που παρουσιάζει αυτή η διάκριση είναι και η συζήτηση για το αν η αναζήτηση του περιεχομένου συναλλάσσεται με διαχρονικές αξίες, που ενδεχομένως –όπως υποστηρίζουμε συχνά στην αρχιτεκτονική– παραμένουν σταθερές, ανεξάρτητα από τις εποχιακές αισθητικές προτιμήσεις μας.
Αν υποθέσουμε ότι οι σταθερές αυτές αξίες αυτές υπάρχουν, είναι σημαντικό το να γίνει ευρύτερα κατανοητός ο κίνδυνος να «αγοράζει» κανείς ένα σύστημα υψηλής χρονικής ακαμψίας και μεγάλου βάθους, όπως ένα σπίτι, σαν να ήταν ένα σύστημα εύκαμπτο κοινωνικά και μάλλον αδιάφορο ως προς τη διάκριση περιτυλίγματος-περιεχομένου, όπως ένα μαντήλι ή ένα ποτήρι. Δυστυχώς αυτόν τον κίνδυνο, ιδιαίτερα στην αρχιτεκτονική, δεν τον καταλαβαίνουμε πάντοτε στην ώρα του, ούτε είμαστε πάντοτε σε θέση να διακρίνουμε αποτελεσματικά την επιφάνεια από το βάθος. Γεμίζουμε έτσι το τοπίο που μας περιβάλλει με δυσκίνητα αποκρυσταλλώματα, που ήταν κάποτε αγαπητά αλλά πολύ γρήγορα αποδεικνύονται ανεπιθύμητα ή/και δύσχρηστα, ελπίζοντας ότι η πάντοτε ενδιαφέρουσα τέχνη του καλού περιτυλίγματος θα περισώσει το lifestyle μας.


3.2  Ανοικτά ζητήματα για την αρχιτεκτονική:

Με ορατό τον κίνδυνο της υπεραπλοποίησης, ας εντοπίσουμε μερικά ανοικτά ζητήματα για την αρχιτεκτονική:
- Υπάρχει αξιολογική διάκριση ανάμεσα στο σταθερό και το μεταβαλλόμενο, ανάμεσα δηλαδή στον δομικό πυρήνα μιας αρχιτεκτονικής ιδέας και στο τελικό «ένδυμα» ενός κτιρίου; Γιατί συνήθως έχουμε την τάση –αν την έχουμε– να αναζητούμε και να αξιολογούμε πρωτίστως τον δομικό πυρήνα και παραβλέπουμε τις όποιες αμαρτίες του «ενδύματος»;
- Υπάρχει διαχρονικό στοιχείο στην αποτίμηση της αρχιτεκτονικής; Τι αναζητούσαν οι θεωρητικοί στην ένδοξη δεκαετία του ’70, εν μέσω της σταδιακής άνθισης του λεγόμενου μεταμοντέρνου; Τι ήθελε να πει ο Ch. Alexander με το Timeless Way of Building[4] και την αναζήτηση νέων δομικών στοιχείων του χώρου και τι ήθελε να πει ο B. Hillier, ισχυριζόμενος ότι το ουσιώδες μέρος της αισθητικής εμπειρίας παράγεται από τη δομή του χώρου και όχι από τις αναφορές και τις ομοιότητες με εικόνες[5];
- Πως ορίζεται δομικά ο χώρος και η χωρική διάσταση σε αντιπαράθεση με την εικόνα; Μήπως και η έννοια του χώρου –δηλαδή του οριοθετημένου κενού[6]– και κυρίως της «χωρικότητας» έχει μετατραπεί σε ένα ανεξήγητο black-box που το χρησιμοποιούμε με ένα μηχανιστικό τρόπο;
- Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο πραγματικό, ολοκληρωμένο κτίριο και στη φωτογραφία του; Πόσο σύνθετη είναι η πραγματική χωρική εμπειρία; Τι διαφέρουν η πρώτη και η συχνά επαναλαμβανόμενη διέλευση μέσα από το ολοκληρωμένο κτίριο; Ποιός είναι πιο ενδιαφέρων; ο περιορισμένος –αλλά μήπως βαθύτερος– λόγος του σχεδιαστή, ο λόγος του εθισμένου χρήστη ή ο φρέσκος –αλλά μήπως επιφανειακότερος– λόγος του πρωτο-επισκεπτόμενου το κτίριο; Πόση  σημασία έχει για τον επισκέπτη ο πλούτος των προεικόνων που διαθέτει;
Δεν είναι δυνατόν φυσικά στο πλαίσιο αυτής της εισήγησης να απαντήσω στα ερωτήματα αυτά. Αντί απαντήσεως, θα σας αφηγηθώ μια προσωπική εμπειρία, σχετική με  τη γνωστή νέα υπόγεια πτέρυγα της βιβλιοθήκης του Α.Π.Θ. (Α. Κωτσιόπουλος, Μ. Παπανικολάου, Ε. Σακελλαρίδου, συνεργάτις Α. Οικονομίδου, βραβείο Ε.Ι.Α. 2000).


09, 10, 11 Νέα Βιβλιοθήκη ΑΠΘ, Α. Κωτσιόπουλος, Μ. Παπανικολάου, Ρ. Σακελλαρίδου, συνεργ. Α. Οικονομίδου, 1999

Το κείμενο ημών των συνθετών που εστάλη στο Architectural Review για δημοσίευση ήταν μια προσπάθεια περιγραφής του κτιρίου σχετικά αναλυτική, εμπλουτισμένη μάλιστα με μια σειρά παρατηρήσεων, χωρικού τύπου –σύμφωνα με όσα ανέφερα προηγουμένως– που είχαν διατυπωθεί σε μια προγενέστερη παρουσίαση του κτιρίου από τη Ρένα Σακελλαρίδου και από μένα σε ένα συνέδριο στο Montreal. Η περιγραφή άρχιζε κάπως έτσι:

«Η μελέτη προέβλεπε την κατασκευή μιας πλήρως υπόγειας νέας πτέρυγας στη βορειοανατολική πλευρά της υπάρχουσας Κεντρικής Βιβλιοθήκης (σχεδιασμένης από τους Παπαϊωάννου και Φινέ το 1960). Η σύνθεση αναπτύσσεται συμμετρικά γύρω από ένα κυκλικό αίθριο που αλληλοτέμνεται τόσο με τον κύριο πεζόδρομο εισόδου στη βιβλιοθήκη, όσο και με ένα κάθετο σε αυτόν πεζόδρομο.…….»

και συνεχιζόταν με μια αναλυτική παρουσίαση των χωρικών χαρακτηριστικών του κτιρίου, γράφοντας για κυρτές και κοίλες επιφάνειες, για αντιστροφές στη σχεδιαστική πρακτική (design reversals) όταν σχεδιάζουμε στον κοίλο και όχι στον κυρτό χώρο, όταν δηλαδή το κτίριό μας δεν έχει εξωτερική όψη κλπ. Επρόκειτο για μια σειρά από παρατηρήσεις, για τις οποίες ήμασταν  και είμαστε υπερήφανοι ως θεωρητικοί και ως κριτικοί –έστω και ως «αυτο-κριτικοί»– της αρχιτεκτονικής.



12, 13, 14 Νέα Βιβλιοθήκη ΑΠΘ, Α. Κωτσιόπουλος, Μ. Παπανικολάου, Ρ. Σακελλαρίδου, συνεργ. Α. Οικονομίδου, 1999

Ο τότε διευθυντής του A.R. Peter Davey, κατά σύμπτωση μέλος της κριτικής επιτροπής των βραβείων του ΕΙΑ και επισκέπτης του κτιρίου, αγνόησε πλήρως το κείμενο που του στείλαμε και «απάντησε» με τη δημοσίευσή του, αιφνιδιάζοντάς μας, τόσο με τον ίδιο τον τίτλο της παρουσίασης («Underground Thoughts») όσο και κυρίως με το περιεχόμενο. Μας απέδειξε πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η αξιολογική κλίμακα και η οπτική ενός επισκέπτη με πλούσια εμπειρία. Ιδού ένα απόσπασμα[7]:

«…Το τοπίο περιστρέφεται γύρω από τη βορειανατολική πλευρά του παλιού κτιρίου, πάνω από τη στέγη του νέου. Παλιό και καινούργιο διαχωρίζονται με ένα «φαράγγι» με το οποίο η βαρειά όψη των Παπαϊωάννου, Φινέ αντιμετωπίζει ένα σχεδόν «Ααλτοϊκό» (Aaltoesque) τούβλινο τοίχο, αδρό και πλήρη νοήματος σαν μεταφορά της γής από την οποία προέρχεται……   Όπως στην «Αλίκη στη Χώρα των  Θαυμάτων», προχωρείς βήμα-βήμα από ένα τούνελ στην υποδοχή και στον εσωτερικό χώρο. Σταδιακά, γίνεται σαφές ότι, σε κάθε μια από τις δύο πλευρές της «συμπιεσμένης» εισόδου, βρίσκεται ένας μεγαλειώδης (majestic) χώρος επενδεδυμένος με ξύλο. Είναι ένας διπλού ύψους χώρος αναγνωστηρίου, το κέντρο και ο λόγος ύπαρξης του συνολικού κτιρίου. Είναι ταυτόχρονα  φιλικός και μεγάλος, με το μπετόν του τυμπάνου και τις αντηρίδες του να έρχονται σε αντίθεση με το θερμό ξύλο της επένδυσης, ωσάν μια πολύ μεγάλη σε έκταση και λεπτομερής μελέτη να είχε γίνει γύρω από ένα πολύ καλά διατηρημένο υπόλειμμα  ενός  μυστηριώδους ερειπίου της εποχής του Αδριανού. Το φως διεισδύει από διάφορες πηγές, με μεγαλύτερη εκείνη του τριγωνικού ιστίου που σε υποδέχεται στην είσοδο. Τεχνητός φωτισμός ενισχύει πάντοτε το φυσικό φως. Οι ξύλινοι τοίχοι του μεγάλου αναγνωστηρίου διακόπτονται ώστε να δημιουργήσουν μικρούς ιδιωτικούς χώρους μελέτης οριοθετημένους από τα ράφια του ανοικτού βιβλιοστασίου (…..) Ο μεγάλος χώρος είναι ένα εμπνευσμένο εύρημα, ήπιος και κατάλληλος για μελέτη. Και σύνθετες ιδέες έχουν διαπεράσει κάθε μέρος του κτιρίου…..».





15, 16, 17,18 Νέα Βιβλιοθήκη ΑΠΘ, Α. Κωτσιόπουλος, Μ. Παπανικολάου, Ρ. Σακελλαρίδου, συνεργ. Α. Οικονομίδου, 1999

            Θα ήθελα πολύ να σας αφηγηθώ και μιαν άλλη ανάλογη εμπειρία μου από την κριτική που έγραψε η αγαπητή συνάδελφος Τίτη Παπαδοπούλου, στο ιταλικό περιοδικό Rassegna για ένα έργο μου, την κατοικία 2 στην Άνω Πόλη Θεσσαλονίκης και η οποία με άφησε επίσης άφωνο[8]. Δεν έχουμε, όμως, χρόνο. Ελπίζω να έχω κάποτε μιαν άλλην ευκαιρία να σας την αφηγηθώ.


4.      Η ελληνική εμπειρία και τρία τελικά σχόλια

Η εμπειρία μας στην Ελλάδα από την αξιολόγηση της αρχιτεκτονικής αφορά κυρίως:
- τους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς
- τις τοπικές, ειδικές και πανελλήνιες εκθέσεις αρχιτεκτονικής
- τις μέχρι σήμερα 6 διοργανώσεις της Μπιενάλε Νέων του ΕΙΑ
- τις μέχρι σήμερα 3 διοργανώσεις των Βραβείων Αρχιτεκτονικής του ΕΙΑ
- τα βραβεία του ΣΑΔΑΣ
- τους διαδικτυακούς διαγωνισμούς που διοργάνωσε το ηλεκτρονικό περιοδικό «GreekArchitects» όπως στην περίπτωση της Αρεοπαγίτου
- τα βραβεία των «Δομών» που μας δίνουν και την ευκαιρία να μιλούμε σήμερα, κ.α.
Θα κλείσω την παρουσίασή μου με τρία απλά προσωπικά σχόλια που αφορούν την παραπάνω ελληνική εμπειρία. Θεωρώ ότι τα σχόλια αυτά εγείρουν κάποια πρακτικά ζητήματα προς συζήτηση και δεν μας εμπλέκουν σε δύσκολες θεωρητικές ακροβασίες:
Το πρώτο σχόλιο είναι ότι είναι διαφορετική η κριτική όταν γίνεται σε προτάσεις που αφορούν ένα πραγματικό αρχιτεκτονικό πρόβλημα και διαφορετική όταν γίνεται απέναντι στις κάθε είδους ουτοπίες. Το στοιχείο του ρεαλισμού και η σχέση με τις πραγματικές συνθήκες υλοποίησης είναι ίσως ο πιο αστάθμητος παράγοντας στην αποτίμηση της αξίας ενός αρχιτεκτονικού έργου.
Το δεύτερο σχόλιο είναι ότι είναι διαφορετική η κριτική ενός κτιρίου όταν  ο κριτής έχει πραγματική εμπειρία του συγκεκριμένου χώρου και διαφορετική όταν δεν την έχει, είτε γιατί το κτίριο δεν έχει ολοκληρωθεί είτε γιατί δεν το έχει επισκεφθεί. Πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι η πραγματική αυτή εμπειρία δεν είναι μόνον οπτική και αυτό είναι κάτι που συνήθως το ξεχνούμε.
Το τρίτο σχόλιο, τέλος, είναι ότι η κριτική ενός έργου, όταν προκύπτει από τη διαμόρφωση της συλλογικής άποψης των κριτών μετά από ζύμωση, είναι διαφορετική από εκείνη που προκύπτει ως άθροισμα ή ως συνδυασμός των απόψεων μεμονωμένων κριτών που λειτουργούν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο. Και τα δύο έχουν την αξία τους και το ενδιαφέρον τους αλλά συνήθως δεν ταυτίζονται.
Ελπίζω τα παραπάνω σχόλιά μου να βοηθήσουν τη συζήτηση που θα ακολουθήσει και ευχαριστώ για την προσοχή σας.



[1] βλ. π.χ. τον Ν.3316/2005: «Ανάθεση και εκτέλεση δηµοσίων συµβάσεων εκπόνησης µελετών και παροχής συναφών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις».
[2]Gabriel Tarde(1890) Les lois de l’ imitation, Kimé, 1993.
[3]J.P.Bonta (1975), An Anatomy Of Architectural Interpretation, Gustavo Gili.
[4] 1979, Oxford University Press.
[5] Στο: The Social Logic of Space (1985), Cambridge University Press και κυρίως στο «Quite unlike the pleasures of scratching» (9H/1985).
[6] κατά την μη ευρέως αποδεκτή προέλευση της λέξης «χώρος» από το «χάος» και «όριο».
[7]«Underground Thoughts», The Architectural Review, May 2002, p.80-83, έμφαση δική μου.
[8] T. Papadopoulou, «Architettura debole: Casa Kotsiopoulos», Rassegna 83/2006, p.76-85



ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΩΣ ΚΡΙΤΙΚΗ
 ΣΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ 
ΩΣ ΚΑΤΑΞΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑ 
ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ

Του Παναγιώτη Τουρνικιώτη 


εισήγηση στην Ημερίδα με θέμα «Διαδικασίες αξιολόγησης του αρχιτεκτονικού έργου» στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη 21 Μαϊου 2010

Ακούστε στην συνέχεια κάνοντας ΚΛΙΚ στο κόκκινο βελάκι, την εισήγηση αυτή, ως ηχητικό ντοκουμέντο, που μου απέστειλε ο Παναγιώτης Τουρνικιώτης.




Για να διαβάσετε τα σχόλια στο τέλος της προηγούμενης ανάρτηση κάντε ΚΛΙΚ εδώ 



No comments :

Post a Comment