Sunday, June 14, 2026

 


ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ 

«Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΩΣ ΕΡΩΤΗΜΑ»
4 ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ ΣΤΗ ΦΥΣΗ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΟΙΚΟ ΜΕΛΙΣΣΑ

Ο συγγραφέας Δημήτρης Φιλιππίδης (1) και οι αρχιτέκτονες Δημήτρης Φατούρος (2), Μιχάλης Δερμιτζάκης (3),  Αλέξανδρος Τομπάζης (4), Τηλέμαχος Ανδριανόπουλος (5)

Με έναν ευρηματικό τίτλο που υπέδειξε ο Δημήτρης Φατούρος και με την υποστήριξη του Ιδρύματος Κωστόπουλου, ο πολυγραφότατος Δημήτρης Φιλιππίδης, εν μέσω της προετοιμασίας μιας μεγάλης έκθεσης για την Ελληνική Αρχιτεκτονική, μας αιφνιδιάζει με μια νέα έκδοση που αναδύεται από το απώτερο παρελθόν. Από την εποχή των συζητήσεών του με τον «σταθερό συνομιλητή» Δημήτρη Φατούρο, στον οποίο αφιερώνεται το βιβλίο, όταν αναζητώντας το χαμένο περιεχόμενο της αρχιτεκτονικής έθεταν τα αρχέγονα αναπάντητα ερωτήματα που γεννούν γοητευτικές αμφιβολίες και οδηγούν στη συνύπαρξη δύο θεμελιακών συστατικών: του χθόνιου χαρακτήρα και της τεχνολογίας αιχμής. Τέσσερις σύγχρονες, μικρής κλίμακας κατοικίες, «φωλιασμένες στη φύση», συνόδευσαν αυτές τις αναζητήσεις, προκαλώντας θεωρητικές ανησυχίες και γόνιμους συσχετισμούς.

Πρόκειται για μια ακόμη πρωτότυπη και συναρπαστική έκδοση, που λειτουργεί ως πυκνωτής σπάνιων τεκμηρίων — κειμένων, συζητήσεων, εικόνων, σχεδίων — τα οποία ο Φιλιππίδης συλλέγει μεθοδικά και ταξινομεί επί δεκαετίες. Παράλληλα, διεισδύει στην ουσία των επιλογών του, καταλήγοντας σε κριτικές σκέψεις, πρωτότυπους συσχετισμούς και ενίοτε σε «αιρετικά» συμπεράσματα, που αιφνιδιάζουν και γοητεύουν τον αναγνώστη.

Το βιβλίο το διέτρεξα με αμέτρητες υπογραμμίσεις, σημειώσεις, θαυμαστικά και ερωτηματικά προσπαθώντας να αποσαφηνίσω τις νέες και απρόσμενες εκτιμήσεις, ιδίως στο τελευταίο κεφάλαιο, όπου ο Φιλιππίδης αποκωδικοποιεί και ερμηνεύει το έργο και την προσωπικότητα του Τηλέμαχου Ανδριανόπουλου, με τον οποίο — όπως και με τους άλλους τρεις αρχιτέκτονες — τον συνδέει στενή σχέση και συνεχής διάλογος, αλλά και οι συχνές επισκέψεις στους χώρους των έργων τους, αποκρυπτογραφώντας τις μύχιες σκέψεις τους και τα οράματά τους για την αρχιτεκτονική. Με εύληπτο και ευχάριστο λόγο, μας ταξιδεύει σε ποικίλες ιστορίες, αναζητώντας το διαρκές μεγαλείο του αναπάντητου ερωτήματος της αρχιτεκτονικής.

Στην εισαγωγή, ο Φιλιππίδης θέτει τον προβληματισμό για τη σχέση και τον ρόλο της τεχνολογίας στις αρχιτεκτονικές επεμβάσεις στη φύση και στη συνέχεια αναφέρεται στον «χθόνιο» χαρακτήρα της αρχιτεκτονικής, εξηγώντας παράλληλα την έννοια της «προϊστορικότητας» όπως τη διατύπωσε ο Μίμης Φατούρος στο βιβλίο του Η Επιμονή της αρχιτεκτονικής.


Πρώτα αντιμετωπίζεται το χθόνιο, όπως αναδύεται από τα έγκατα της γης και προκαλεί ένα σκοτεινό δέος, ιδιότητα σπάνια σήμερα. Έπειτα ακολουθεί η προϊστορικότητα, ως εξειδικευμένος προσδιορισμός του χθόνιου, εν δυνάμει και άδηλα ενσωματωμένη στο αρχιτεκτονικό έργο. Το χθόνιο στοιχείο αντιμετωπίστηκε εδώ προσεγγιστικά, εν αναμονή σαφέστερης ανάλυσης μέσα από τα ακόλουθα τέσσερα επιλεγμένα έργα που έχουν επιλεγεί.


Πρόκειται για την φαινομενικά απλή αλλά αινιγματική κατοικία Περιστέρα 1 του Δημήτρη Φατούρου στη Σιθωνία Χαλκιδικής (εικ. 1), που ο Φιλιππίδης δεν επισκέφθηκε ποτέ, αλλά προσπαθούσε να κατανοήσει ήδη από το 1983. Ακολουθεί η «κατοίκηση τοπίου» του Μιχάλη Δερμιτζάκη στο Καβούσι Ιεράπετρας (εικ. 2), την οποία επισκέφθηκε επανειλημμένα, καθώς και η κατοικία Ήλιος 1 του Αλέξανδρου Τομπάζη στην Τράπεζα Αιγιαλείας (εικ. 3) , όπου είχε φιλοξενηθεί το 1979, και τέλος, Η Κατοικία στα Μέγαρα του Τηλέμαχου Ανδριανόπουλου (εικ. 4), την οποία επισκέφθηκαν μαζί το 2018. Μια διαδρομή 35 ετών.

Καμία από τις τέσσερεις κατοικίες δεν εντάσσεται σε ευδιάκριτες τάσεις της ελληνικής αρχιτεκτονικής, ούτε επηρέασε αντίστοιχα έργα άλλων αρχιτεκτόνων. Επίσης δεν ανήκουν σε τυπολογική σειρά, κάθε μία χαρακτηρίζεται από υψηλή αυτονομία και δεν προτείνονται ως πρότυπο, αλλά ως εναλλακτικές εκδοχές κατοίκησης.


Ταξίδι στα Κύθηρα, Περιστέρα Σιθωνίας
Δ. Φατούρος (1971-1972)
Ή μια ανέμελη αποκοτιά του Φατούρου Ροβινσώνα



Αναφερόμενος στην προσωπική κατοικία ανέμελων διακοπών του Φατούρο Περιστέρα 1 στη Χαλκιδική, όπου έζησε με τη σύζυγό του Μίκα Χαρίτου, ο Φιλιππίδης θεωρεί ότι όλα ξεκινούν από το δωμάτιο‑ερημητήριο που κατασκεύασε ως φοιτητής το 1950 στον ακάλυπτο του οικογενειακού σπιτιού στα Πατήσια, με στόχο τη ζωγραφική του δραστηριότητα. Ήδη δημοφιλής καθηγητής στο ΑΠΘ, με διεθνή δράση και επαφές σε Ευρώπη και Αμερική, μπολιασμένος από σύγχρονα ρεύματα τέχνης και αρχιτεκτονικής και από τα βιώματα του Μάη του ’68, δημιουργεί το 1972, μια κατοικία χτισμένη με τον απλούστερο τρόπο: έτοιμα υλικά, συχνά σε δεύτερη χρήση, μεταφερόμενα με βάρκα και συναρμολογημένα επιτόπου. Ένα μικροσκοπικό, λιτό σπίτι, όπου η γυμνή κατασκευή, τα γυμνά υλικά και οι ίδιοι οι ένοικοι ζουν σαν πρωτόπλαστοι μέσα στην αγκαλιά της φύσης.



Παράλληλα με την Περιστέρα 1, ο Φατούρος σχεδιάζει την Περιστέρα 2, συνδεδεμένη με τη διπλωματική του στον Πικιώνη και με επιρροές από τη μινωική κατοικία στο Χαμαίζι, αλλά το έργο μένει στα προσχέδια.

Δ. Φατούρος, σχέδια κατοικίας «Περιστέρα 2, όψη και κάτοψη (δεν υλοποιήθηκε)

Ακολουθεί μια σειρά κτισμάτων σε διάφορους τόπους, που υλοποιεί με τη Μάρω Λάγια, κεντρική μορφή της καλλιτεχνικής Θεσσαλονίκης, σε έναν κύκλο από ανθρώπους της τέχνης, που αναζητούσε νέα αυθεντικότητα και επανασύνδεση με τη φύση και την παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Η Περιστέρα 1, ωστόσο, τον στιγμάτισε: ο Φατούρος βρέθηκε εκτεθειμένος σε τοπικές και διεθνείς κριτικές, κατηγορούμενος για συμβιβασμό ή για προσχώρηση στο νεοπαραδοσιακό ρεύμα.

Δ. Φατούρος, κατοικία στην Φανάρα της Κιμώλου

Χρόνια αργότερα, ένα νέο σπίτι διακοπών στην Κίμωλο προκύπτει μετά από αμέτρητα σκίτσα, που αποκαλύπτουν έναν Φατούρο απορροφημένο στην αξιοποίηση της μικροκλίμακας ως κλειδί οργάνωσης μικροσκοπικών όγκων με εξαντλητική επεξεργασία, όγκοι που επιβάλλουν μια πύκνωση εντυπώσεων που προσομοιάζει με τη λεγόμενη “σοφία” της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.




Απόψεις και κάτοψη από την κατοικία στην Φανάρα της Κιμώλου



Ο Φιλιππίδης θεωρεί ότι ο Φατούρος με τα αμέτρητα σκίτσα του, επεξεργάζεται την αρχιτεκτονική σαν έργο τέχνης, όπου προέχει το σχήμα και τα υπόλοιπα ακολουθούν.


Τα σκίτσα αποτελούν αυτοτελή καλλιτεχνικά έργα εξίσου σημαντικά με τους πίνακες ζωγραφικής του, και με τα ολοκληρωμένα χτισμένα έργα του, αποκαλύπτοντας μια έμφυτη αμφιταλάντευση ή αβεβαιότητα, δείγμα μιας οξυμένης ευαισθησίας. Επισημαίνει ακόμη ότι η εμμονή του στην πολυπλοκότητα και την πολυσημία, έμμεσα υποδηλώνει και έναν διάχυτο ερωτισμό, συνδεδεμένο με τη σωματικότητα και την ερωτική επιθυμία. Τέλος, ο Φατούρος δεν ακολούθησε τη στροφή προς την οικολογία και την τεχνολογία, όπως ο Τομπάζης, ως αντίδραση στη δική του περιστασιακή ερωτοτροπία με το ad hoc.


Ανάμεσα στα Χαράκια
Καβούσι Ιεράπετρας
Μιχάλης Δερμιτζάκης 2003 2010


Για το ιδιότυπο έργο του Μιχάλη Δερμιτζάκη ο Φιλιππίδης είχε ήδη αναφερθεί το 2019 σε διάλεξή του στο ΕΜΠ, επισημαίνοντας ότι βρίσκεται πιο κοντά στο σπίτι του Ροδάκη στον Μεσαγρό της Αίγινας. Η εγκατοίκηση του τοπίου στο Καβούσι δεν αποτελεί τυπική κατοικία, αλλά ενσωμάτωση του αρχιτέκτονα στον γενέθλιο τόπο του, με τη μορφή μιας ιδιότυπης γεωμορφικής εγκατάστασης. Ένας συνειδητοποιημένος αναχωρητής, που εγκατέλειψε τον ρόλο του επαγγελματία αρχιτέκτονα και το γραφείο του στον Άγιο Νικόλαο, στρέφεται σε μια βαθιά προσωπική σχέση με το τοπίο.


Το 1994 αποκτά τη σπηλιά‑βίγλα στη θέση Αζοριά, κοντά στην αιωνόβια ελιά στα Ξεράμπελα. Εννέα χρόνια αργότερα, το 2003, αγοράζει έκταση στον Αρόλιθο, όπου χτίζει το σπίτι‑λαβύρινθο, που ολοκληρώθηκε το 2010. Τρία ισότιμα στοιχεία —το ιερό δέντρο, το βραχώδες κοίλωμα και η ανθρώπινη κατασκευή— σχηματίζουν ένα ισοσκελές τρίγωνο μέσα στο φυσικό περιβάλλον όπου έζησε ο Δερμιτζάκης.

Το ιερό δέντρο η αιωνόβια ελιά το ιστορικό αξιοθέατο στην περιοχή Ξεράμπελα



Η σπηλιά




Η σπηλιά του Δερμεζάκη, κατόψεις, όψη και μία άποψη του εσωτερικού

Στο εσωτερικό της σπηλιάς δημιουργεί με τα χέρια του ένα σύμπαν φορτωμένο με ανατολίτικα διακοσμητικά, ιδιότυπα σταθερά έπιπλα —όπως το χαμηλό ντιβάνι με οροφή πάνω σε στύλους και αραχνοΰφαντες κουρτίνες— και κινητά αντικείμενα από ταξίδια. Ο υπαίθριος χώρος μπροστά από τη σπηλιά τον γοητεύει ακόμη περισσότερο: η δυνατότητα να εποπτεύει αθέατος το περιβάλλον και η αίσθηση ότι η σπηλιά του προσφέρει όσα δεν μπορεί να δώσει ένα σπίτι, και διαχρονικά αποτελεί το σταθερό πυρήνα της ύπαρξής του.

Η κατοικία

Στον Αρόλιθο σχεδιάζει ένα σπίτι που σχετίζεται με τη χθόνια σπηλιά, αλλά με διαφορετικούς όρους. Τμήμα του είναι τυφλό, ελισσόμενο στο υπέδαφος με υπόγειους ακανόνιστους χώρους. Η κατασκευή περνά από αλλεπάλληλες φάσεις, αλλάζοντας χαρακτήρα και κλίμακα, ώσπου τελικά καταλήγει να θυμίζει σύγχρονο εξοχικό. Αργότερα, ο Δερμιτζάκης επανέρχεται με νέα οπτική, παρατηρώντας από απόσταση με φωτογραφική μηχανή και διαμορφώνοντας νέες καμπύλες.

Κατοικία Μ. Δερμιτζάκη, κάτοψη υψηλότερης στάθμης με προσθήκη αναμάρτητου ορθογώνιου όγκου,

Κατοικία Μ. Δερμιτζάκη, κάτοψη του 2009 με τίτλο «πρώτοι ακάλυπτοι και στεγασμένοι χώροι»


Κατοικία Μ. Δερμιτζάκη, εσωτερικές διαδρομές με κλίμακες και το ευφάνταστο λουτρό



Ακολουθεί μια λεπτομερής περιγραφή της νέας κατοικίας - λαβυρίνθου: ένα παραλήρημα ανατρεπτικών επιλογών, όπου ο δημιουργός ακολουθεί τη φαντασία του, συνομιλώντας με τα σταθερά του πρότυπα —από τον F. L. Wright έως τις δικές του εμμονές— που προέκυψε μέσα από συνεντεύξεις με τον Φιλιππίδη, εμπλουτισμένη με πλούσια εικονογράφηση, που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Μια λύση που του επιβλήθηκε από το ίδιο το τοπίο.


Ο Μηχανισμός της Βούρας
Τράπεζα Αιγιαλείας
Αλέξανδρος Τομπάζης 1977-1979


Η κατοικία διακοπών Ήλιος 1 στην Τράπεζα Αιγιαλείας, μια μικρή κοινότητα της δυτικής Πελοποννήσου, δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στα Θέματα Χώρου και Τεχνών το 1980, προβάλλοντας στο εξώφυλλο μια μικρού μεγέθους ενεργητική ηλιακή κατοικία. Χαρακτηρίστηκε ως το πρώτο έργο άμεσης εφαρμογής της ηλιακής ενέργειας, σε μια εποχή όπου η αρχιτεκτονική αναζητούσε απαντήσεις στην παγκόσμια ενεργειακή κρίση. Ο Τομπάζης, μετανιωμένος για τα ενεργοβόρα γυάλινα κτίρια γραφείων της προηγούμενης περιόδου, στρέφεται στην οικολογία μέσω της τεχνολογίας —μια σταθερή του έλξη— απορρίπτοντας τη χειροποίητη, ερασιτεχνική παραγωγή ως αναχρονισμό. Η αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας γίνεται για εκείνον ένας νέος τρόπος σκέψης, και σταδιακά μεταβαίνει από τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου σε μια ώριμη, πολυεπίπεδη προσέγγιση της οικολογίας και του βιοκλιματικού σχεδιασμού.


Τριάντα χρόνια μετά, προχωρά σε εκτενή ανακαίνιση της Ήλιος 1, αξιοποιώντας νέες τεχνολογίες και διαμορφώνοντας μια βαθμιδωτή διάταξη όγκων που ακολουθεί την κλίση του εδάφους. Δύο ισχυρά κατακόρυφα στοιχεία ορίζουν εντυπωσιακά τη θέση της κατοικίας, παρότι ο συνολικός όγκος της παραμένει δυσδιάκριτος από μακριά. Η προσέγγιση αυτή, με αναφορές στην αρχιτεκτονική του ελάχιστου, κρατά αποστάσεις από τον τοπικισμό, χωρίς όμως να αποκόπτει τον Τομπάζη από την παράδοση, την οποία αναγνωρίζει ως πηγή κατασκευαστικής σοφίας.

Η Ήλιος 1 μετατοπίζεται από το τοπίο στον κήπο: λόγω μεγέθους λειτουργεί ως εξάρτημα κήπου, ως περίπτερο, σε συνέχεια της ευρωπαϊκής παράδοσης του 18ου αιώνα —μια παράδοση που αναβίωσε ο Bernard Tschumi στο πάρκο La Villette με μεταλλικές γλυπτικές μορφές πάνω σε κάνναβο. Η Ήλιος 1 αποτελεί ένα «γλυπτό» που δευτερευόντως στεγάζει τις ελάχιστες λειτουργίες του.

Bernard Tschumi, περίπτερο στο πάρκο La Villette, φωτο : J M Monthiers


Ο Τομπάζης δεν απέρριψε ποτέ τη σύνδεση με την παράδοση και ξεκαθαρίζει ευθύς εξ αρχής ότι επηρεάστηκε από την ανώνυμη αρχιτεκτονική. Για να ξεφύγει από τον περιοριστικό «τοπικισμό», μεταμορφώνεται σε γλύπτη —περισσότερο γλύπτης και λιγότερο μπρουταλιστής— και παράλληλα σε ζωγράφο, ξεπερνώντας τα όρια του ερασιτεχνισμού. Παράλληλα, ακολουθώντας τα βήματα του Δοξιάδη, οργανώνοντας ένα πολυμελές μελετητικό γραφείο υψηλών προδιαγραφών, συμβάλλει στην αναβάθμιση του επαγγέλματος του Έλληνα αρχιτέκτονα και στον εκσυγχρονισμό της κατασκευής, ασκώντας μεγαλύτερη επιρροή από όση του αναγνωρίζεται.


Η Ήλιος 1 αποτελεί την αντιδιαμετρική εκδοχή του χθόνιου: ο Τομπάζης το μετατρέπει σε μια νέα, τεχνητή, ελεγχόμενη «σπηλαιώδη» εγκατάσταση. Ο χθόνιος χαρακτήρας, για εκείνον, λειτουργεί μεταφορικά ως επαναφορά της δομικής σοφίας της παράδοσης —όχι ως μορφολογική μίμηση, αλλά ως λογική κατασκευής.



Ιχνηλατώντας αλεπούδες
Μέγαρα Αττικής
Τηλέμαχος Ανδριανόπουλος 2011 – 2016


Ο Ανδριανόπουλος ακολουθεί έναν ιδιότυπο τρόπο παρουσίασης του έργου του, κυρίως μέσω διαδικτύου, όπου αυτό κυκλοφορεί διεθνώς και προβάλλεται σε σελίδες γνωστών περιοδικών. Η παρουσίαση θυμίζει θεατρική παράσταση, ελεγχόμενη στην παραμικρή λεπτομέρεια, αντανακλώντας τους μηχανισμούς της σκέψης του.

Ο Φιλιππίδης υποστηρίζει ότι οι δύο κύριοι καθοδηγητές του Ανδριανόπουλου είναι ο Ούγγρος πρωτοποριακός συνθέτης Béla Bartók και ο αρχιτέκτονας Γιάννης Δεσποτόπουλος. Η επιρροή του Bartók είναι διάχυτη στα γραπτά και στις ομιλίες του, μέσα από τη μελετημένη χρήση ρυθμού και επαναλαμβανόμενων μοτίβων. Τον γοητεύει η ιδιότυπη ιδιόρρυθμη προσωπικότητα του συνθέτη όπως φαίνεται από την απόσταση που κρατά από τα κύρια ρεύματα της εποχής του, χωρίς ποτέ να υποτάσσεται σε κάποια από αυτά γράφοντας πρωτοποριακή μουσική διατηρώντας σταθερά το δικό του ιδίωμα.


Béla Bartók και ο αρχιτέκτονας Γιάννης Δεσποτόπουλος

Παράλληλα, ο δομικός–κατασκευαστικός εξπρεσιονισμός του Ανδριανόπουλου εμπεριέχει και προϋποθέτει τον Δεσποτόπουλο, τον «απόλυτο ήρωά» του, με τον οποίο πέρα από την διείσδυση στα αρχεία του στο πλαίσιο της διατριβής του, έρχεται σε ζωντανό διάλογο, αναλαμβάνοντας την ανάπλαση της αίθουσας Γαρουφαλή στο Ωδείο Αθηνών σε συνεργασία με το Εργαστήριο 66.


Επίσης, χαρακτηρίζεται από σταθερή προσήλωση στον μοντερνισμό ως ζώσα παράδοση.



Η Kατοικία στα Μέγαρα είναι ταυτόχρονα ανοιχτή στο περιβάλλον και περίκλειστη — μια σύνθεση που οργανώνεται γύρω από το ισοσκελές τρίγωνο, σχήμα με αρχαίους συμβολισμούς. Παρουσιάζει 4 ιδιαιτερότητες:

1. Η σχέση εμπιστοσύνης αρχιτέκτονα–πελάτη, ιδανική και δημιουργικά καθοριστική.

2. Η σχέση με το τοπίο: το περιβάλλον είναι πλήρως υποταγμένο στην ανθρώπινη βούληση χωρίς να έχει αφεθεί τίποτα στην τύχη, με στόχο να παραμείνει όσο γίνεται φυσικό. Ο Ανδριανόπουλος θεωρεί ότι η «υστερική ένταξη» στο τοπίο αφυδατώνει την αρχιτεκτονική και προτείνει απλά την εναρμόνιση.


3. Η ιδιόρρυθμη διάταξη των χώρων, χωρίς καθιερωμένους κανόνες, με νέες συσχετίσεις διαφάνειας, πλήρους και κενού.


4. Ο νυχτερινός φωτισμός, που μετατρέπει την κατοικία σε φωτισμένη θεατρική σκηνή, προσελκύοντας ακόμη και νυκτόβιες αλεπούδες που κατεβαίνουν από τις πλαγιές για να εξερευνήσουν το αντικείμενο!




Oι μορφολογικές αναζητήσεις στο έργο του Ανδριανόπουλου, κατά τον Φιλιππίδη, δεν αποτελούν μορφοκρατία ή κάποιον φορμαλισμό. 
Επισκέφτηκε μάλιστα και την πρόσφατη ενασχόληση του Τηλέμαχου, που αναζητούσε  και αυτός ένα τόπο προσωπικής απομόνωσης, σε μια απομακρυσμένη παλιά αγροτική ιδιοκτησία, σε ένα αδρό βραχώδες τοπίο στην Τζια, που τον οδηγεί στο χθόνιο, αφήνοντας τον τόπο να τον διδάξει την αξία του αργού, χειρωνακτικού μόχθου πάνω στη γη.





Ο Φατούρος και ο Τομπάζης έχουν ήδη αποδημήσει. Ο Δερμιτζάκης αφού επέζησε σε μεγάλες περιπέτειες υγείας, συνεχίζει να παλεύει με το μοναδικό του τρόπο στα χαράκια του τόπου του και ο Ανδριανόπουλος εξελίσσεται εντυπωσιακά, δραστήριος στην εκπαίδευση αρχιτεκτόνων και στο σχεδιασμό. Ο Φιλιππίδης, κλείνοντας, αναφέρεται στα κοινά στοιχεία των 4 αρχιτεκτόνων που παρουσιάστηκαν, αλλά και τις ιδιαιτερότητες τους καθώς και για τις μεταξύ τους επικοινωνίες και συνδέσεις. Τα έργα τους, τονίζει, ότι αναδεικνύουν μια δυνητικά απειρία μορφών στην αρχιτεκτονική, και σχετίζονται με ένα πυκνό δάσος σχέσεων με ιδέες, ανθρώπους και πράγματα, τυχαίων ή μελετημένων, που διακλαδίζονται προς άπειρες κατευθύνσεις.

Ίσως, με την φαινομενικά αναλυτική αυτή παρουσίαση που διατύπωσα, υπερέβαλα στο πλαίσιο ενός ενθουσιασμού, γνωρίζοντας και τα πρόσωπα και το έργο τους, αλλά τελικά είναι βέβαιο ότι το κείμενο αυτό, προσηλωμένο στο λεξιλόγιο του Φιλιππίδη, αποτελεί απλά μια συνοπτική αναφορά, σε μια εκτεταμένη συναρπαστική αφήγηση με πολλές εκπλήξεις που αξίζει να περιπλανηθείτε.

Οι φωτογραφίες  επιλέχθηκαν από την συγκεκριμένη έκδοση, και την διάλεξη του Δ. Φιλιππίδη καθώς και από   το προσωπικό μου αρχείο.

Κάντε ΚΛΙΚ στις εικόνες για μεγέθυνση

No comments :

Post a Comment